Διάβολοι και άγιοι, Jean-Baptiste Andrea
Ο Ζαν-Μπαπτίστ Αντρεά γράφει το «Διάβολοι και άγιοι» και δημιουργεί ένα έργο λογοτεχνικό πλημμυρισμένο από μελωδίες. Σονάτες και φούγκες, συμφωνίες και ροκ μουσικές, εναρμονισμένες και δεμένες εύστοχα, σύμφωνες με τις εικόνες της ζωής του ήρωά του. Χρησιμοποιεί την ανάδρομη αφήγηση, δένοντας το παράδοξο παρόν του Τζόζεφ με το σκοτεινό παρελθόν του. Με αυτήν τη λογοτεχνική φόρμα αποκαλύπτει μια ιστορία ντυμένη με σκοτάδι, γνώση και αλήθεια μέσα από ένα αποκαλυπτικό και συγκινητικό βιωματικό ταξίδι.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Η ιστορία ξεκινάει στο παρόν, ένας ηλικιωμένος πιανίστας παίζει Μπετόβεν σε δρόμους, πλατείες, αίθουσες αναμονής, σιδηροδρομικούς σταθμούς στο μετρό. Στην απορία που προκαλεί στο κοινό που τον ακούει να παίζει εκπληκτικά, χωρίς παρτιτούρες απαντάει με ηρεμία, με ευγένεια και συστολή:
« Έχετε δίκιο, κυρία μου. Πολύ σωστή παρατήρηση, κύριε. Οι δικές μου σκηνές μυρίζουν σιδηροδρομικές γραμμές και κηροζίνη. Το δικό μου Κάρνεγκι Χολ και η δική μου Σκάλα του Μιλάνου λέγονται Μονπαρνάς, Ρουασσύ-Σαρλ ντε Γκολ, Γιούνιον Στέισον, αεροδρόμιο Τζον Φ. Κέννεντυ. Και υπάρχει λόγος γι’ αυτό. Είναι μεγάλη ιστορία, μη σας ζαλίζω.
Όλα άρχισαν όταν αρρώστησα. Από μια ανίατη ασθένεια. Μην πετάγεστε επάνω, δεν είναι μεταδοτική. Με βρήκε στις 2 Μαΐου του 1969. Δεν την προκάλεσα, όσοι πάσχουν απ’ αυτήν το ίδιο θα σας πουν.»
Ο Τζόζεφ Μαρτύ είναι γιος μιας εύπορης οικογένειας και η μισή του καταγωγή είναι εβραϊκή. Στις 2 Μαΐου του 1969 πηγαίνει στο αεροδρόμιο του Μπουρζέ, για να παραλάβει τους γονείς του και τη μικρότερη αδελφή του από το αεροπλάνο που ετοιμάζεται να προσγειωθεί. Μια ισχυρή έκρηξη θα κάνει κομμάτια το αεροπλάνο και η οικογένειά του θα χαθεί μπροστά στα μάτια του.
Ο ήρωας θα μείνει ορφανός σε μία στιγμή. Πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει όσα έχουν συμβεί, θα βρεθεί με τρόπο απάνθρωπο σε ένα τρένο που θα τον μεταφέρει στα Πυρηναία Όρη, στα σύνορα Γαλλίας Ισπανίας, σε μια απομονωμένη κωμόπολη, στο ορφανοτροφείο «Μεθόριος».
Η «Μεθόριος» είναι ένα ορφανοτροφείο που έχει κλείσει πια. Για τον Τζόζεφ όμως και για όσα παιδιά έζησαν εκεί θα είναι για πάντα «ανοιχτό σαν πληγή που αιμορραγεί.»
Ο συγγραφέας σκιαγραφεί την ιδρυματοποίηση των ορφανών παιδιών που διαμένουν στη «Μεθόριο». Όσο εξελίσσεται η αφήγηση το ορφανοτροφείο παίρνει τη μορφή ενός κολαστήριου και τίποτα δεν μπορεί να διασώσει όσα παιδιά είχαν την ατυχία να μείνουν εκεί. Η εξιστόρηση του Τζόζεφ εμπεριέχει όλους του συλλογισμούς και τον τρόπο που βίωσε τα χρόνια που έζησε χωρίς οντότητα και υπόσταση. Ήταν ο αριθμός 54. Μαζί με εκείνον ζουν τον εξευτελισμό και τις απάνθρωπες συνθήκες μικρά παιδιά και έφηβοι λίγο πριν ενηλικιωθούν. Ο ήρωας, μέσα από την τραγική ζωή του, σκιαγραφεί τον δρόμο τον δικό του για την επίγνωση, τη λύτρωση, την απενοχοποίηση και την έξοδό του στον ενήλικο κόσμο. Παράλληλα, μας συστήνει τα παιδιά που μεγαλώνουν για διαφορετικούς λόγους το καθένα στη «Μεθόριο». Με ένα ψυχισμό που ισορροπεί στη θλίψη και τα όνειρα, στο σκοτεινό παρόν και το αβέβαιο ή μοιραίο μέλλον τους.
Η νέα κατάσταση στην οποία περιέχεται είναι μια δοκιμασία που θα τον κάνει να ανακαλύψει τον ρυθμό. Να βρεθεί αντιμέτωπος με το πένθος που δεν κατάφερε να εκφράσει και να νιώσει, να ανδρωθεί στη «Λήθη», το απόκοσμο και σκοτεινό μέρος που αναγκάστηκε να ζήσει προκειμένου να μετανιώσει για την ανάγκη του να ελευθερωθεί. Ο Τζόζεφ θα γνωρίσει τον έρωτα, σαν μια ανήθικη και τιμωρητική πράξη. Η Ροζ θα γίνει η μούσα, η αιτία και ο προορισμός του. Ο Αγνώστου Πατρός, ο Ανακατωσούρας, ο Σινάτρα, ο Μόμο, ο Έντισον, ο Ντάννυ θα γίνουν οι σύντροφοι στο ταξίδι αυτογνωσίας του ήρωα. Είναι οι σύντροφοί του στο ταξίδι του στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού. Ο Τζόζεφ θα θυμάται πάντα την προσσελήνωση στις 20 Ιουλίου του 1969 . Ο ήρωας του θα είναι ο Μάικλ Κόλινς, εκείνος που ταξίδεψε στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού. Εκείνος που έζησε μόνος του στην απόλυτη σιωπή, στο απόλυτο σκοτάδι. Όπως ο Τζόζεφ.
Αυτά τα παιδιά –τα αποκαλώ «παιδιά» αλλά με εξαίρεση τον Αγνώστου Πατρός ήταν σχεδόν άντρες πια– ποτέ δεν είδαν κανέναν να προθυμοποιείται να τα κουβαλήσουν την οργή τους. Τα άφηναν όλοι να σκοντάφτουν στα πεζοδρόμια, στρέφοντας το βλέμμα τους αλλού. Κι αν έπεφταν και τσακίζονταν, τόσο το χειρότερο. Καλύτερα αυτό παρά να τους συντρίψει το φορτίο που μετέφεραν.
Ήταν σκληροί, ήταν αστείοι, ήταν πάντα οι χαμένοι.
Ήταν οι φίλοι μου.
Η «Μεθόριος» είναι ένα παλιό μοναστήρι, με όλα τα στοιχεία εκείνα που το καθιστούν ακατάλληλο για διαβίωση μικρών παιδιών. Ο αβάς Σενάκ, που διοικεί το ορφανοτροφείο, είναι ένα σκοτεινός χαρακτήρας, άτεγκτος, χωρίς παιδαγωγική συνείδηση και με μυστικά που τον μετατρέπουν σε τιμωρό, φύλακα μιας αρρωστημένης ηθικής και εκπρόσωπο ενός Θεού τιμωρού και απάνθρωπου.
Ο Αντρεά δημιουργεί ένα ιδανικό σκηνικό με βασικούς ήρωες παιδιά με διαφορετικές προσωπικότητας που έχουν ξεχαστεί σε ένα περιβάλλον σαν εκείνο των μυθιστορημάτων του Ντίκενς. Η δεκαετία του ΄60 φαντάζει στα μάτια των παιδιών σαν ιστορία επιστημονικής φαντασίας και τη γνωρίζουν με μέσα που ο καθένας με τη φαντασία του μπορεί να δημιουργήσει. Οι χαρακτήρες είναι σημαντικοί και εναρμονισμένοι ώστε να ερμηνεύσουν τον τίτλο του μυθιστορήματος. Αν και κάτω από τη σκληρή και βάναυση επιτήρηση ενός απόστρατου από τον πόλεμο του Βιετνάμ, τον Βάτραχο, που κακοποιεί με οποιαδήποτε ευκαιρία τα αγόρια της «Μεθορίου» με σκληρές και απάνθρωπες τιμωρίες, εκείνα δημιουργούν μια ομάδα, την «Επιφυλακή» και ονειρεύονται, ζουν παράλληλα, ξεχνιούνται, νιώθουν ανθρώπινα πλάσματα.
Ο συγγραφέας δημιουργεί έναν ήρωα που γεννιέται ξανά μέσα από τη συντριβή του στα δεκαέξι του χρόνια. Η συνθήκη που είναι αναγκασμένος να βιώσει τον μετατρέπει σε μια οντότητα που προσπαθεί να ανασυντάξει τη δύναμη του, να εξωραΐσει όσα του προκαλούν τύψεις και να πιστέψει στον εαυτό του.
Ποιοι είναι διάβολοι και ποιοι άγιοι; Ο Αντρεά αποδομεί την αξιωματική έννοια του εκ φύσεως κακού. Στη συνθήκη της «Λήθης» , ο ήρωας συνομιλεί με τον αβά Σενάκ, πίσω από μια πόρτα σιδερένια και άχρονη. Δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει αν είναι αληθινή αυτή η συζήτηση ή μέρος μιας προσπάθειας να μην χαθεί η λογική και η σκέψη του Τζόζεφ.
«Sympathy for the Devil των Ρόλλινγκ… ε… Ρόλλινγκ Στόουνς»
«Δεν είναι καθόλου το ίδιο. Δεν τρέφω καμία συμπάθεια για τον διάβολο, αλλά νιώθω συμπόνια γι’ αυτόν».
«Και γιατί, παρακαλώ;»
«Επειδή πολύ πιθανόν ο διάβολος να μη ζήτησε απολύτως τίποτα. Επειδή πολύ πιθανόν να μη γεννήθηκε διάβολος, στην αρχή να ήταν ένα ροδαλό μωράκι όπως όλα τα μωράκια. Ίσως να έχασε τους γονείς του και να τον έστειλαν σε ορφανοτροφείο, και τότε να έγινε διάβολος».
Πόσοι «άγιοι» δαιμονοποιήθηκαν για να επιβιώσουν; Πόσοι «διάβολοι» οικειοποιούνται μια κατ’ επίφαση ιερότητα για να κρύψουν την οδύνη που τους κατατρέχει;
Η ιστορία του Τζόζεφ φαίνεται σαν μια ορχηστρική συμφωνία. Ο ήρωας μεγαλώνει σε μια οικογένεια εύπορη και μαθαίνει πιάνο με ένα Πολωνό Εβραίο δάσκαλο που θεωρεί τον Μπετόβεν τον μεγαλύτερο συνθέτη. Ο πόλεμος αφήνει στην ψυχή και στη ζωή του βαριές αναμνήσεις, ο ρυθμός που προσπαθεί να διδάξει στον μαθητή του είναι μια ατέρμονη διαδικασία που δεν βρίσκει έδαφος πρόσφορο στη μονότονη μελωδία που παράγει ο Τζόζεφ.
Ο Ρότενμπεργκ δίδασκε μόνο Μπετόβεν. Σε κάποιο μακρινό παρελθόν, για το οποίο σπανίως μιλούσε, ο σπουδαίος αυτός άντρας –τον οποίο αποκαλούσε με το μικρό του όνομα– του είχε σώσει τη ζωή. Ο Ρότενμπεργκ είχε περάσει τις μέρες του παίζοντας και τις τριάντα δύο σονάτες του Μπετόβεν χωρίς πιάνο μπροστά του, με τα δάχτυλά του να κινούνται στο κενό και τα πόδια του πάνω στα χώματα της Πολωνίας. Έπαιζε πιάνο για να μην τρελαθεί
Ο συγγραφέας «μελοποιεί» κάθε συγκινητική σκηνή, κάθε συναισθηματική κορύφωση, κάθε τραγική σύμπτωση. «Ντο ελάσσονα» , όταν η ομορφιά περιπλανιέται μέσα στην καταιγίδα. «Χωρίς παρελθόν και μέλλον, χωρίς πριν και μετά, ένα ορφανό είναι σαν μια μελωδία που αποτελείται από μία μόνο νότα. Και δεν υπάρχει μελωδία που να αποτελείται από μία μόνο νότα ». Ακόμα και η λέξη «μαμά», που ακούγεται κάποιες φορές μέσα στη «Μεθόριο», είναι κραυγή, λυγμός, έχει μια μελωδία τραγική.
Το «Διάβολοι και άγιοι» είναι ένα μυθιστόρημα που αποκαλύπτει την ανθρώπινη ψυχή και τη μάχη που δίνει για να ελευθερωθεί από τις επίγειες αλυσίδες που την κρατούν δέσμια. Η μουσική γίνεται ισοζύγιο στο σκοτεινό προσκήνιο της ιστορίας και γίνεται μέσο για να κατανοήσει ο αναγνώστης τα συναισθήματα, τον ψυχισμό και τον χαρακτήρα των ηρώων, ακόμα και τη διαφορετική συνθήκη που ο καθένας βιώνει. Αν και ο Τζόζεφ, ως αφηγητής, εξομολογείται όλη τη ζωή του, αποκαλύπτει στον αναγνώστη έναν κόσμο από σπουδαίους ανθρώπινους χαρακτήρες, ματαιωμένα όνειρα , αλήθειες που παρέμειναν μυστικά, και το αναπάντεχο ταξίδι προς την ελευθερία και τη γνώση. Η πορεία της ζωής του, που τυχαία ακολούθησε αυτό τον δρόμο, εκφράζεται μέσα από τον υπαρξισμό του Σαρτρ. Ο ήρωας του Αντρεά βρέθηκε στον κόσμο και κατάφερε να διαμορφώσει τον χαρακτήρα και την υπόστασή του. Ο Τζόζεφ παλεύει ακούσια σε έναν αγώνα που ορίζει τον εαυτό του και γίνεται υπεύθυνος για τις πράξεις και τις επιλογές του. Στη «Ναυτία» ο Σαρτρ «γεμίζει» τον ήρωά του, Αντουάν Ροκεντέν, με τη μουσική που τον λυτρώνει από την αίσθηση ναυτίας:
«Μόλις εξαφανίστηκε η Ναυτία, αυτό συνέβη. Όταν υψώθηκε η φωνή στη σιωπή αισθάνθηκα το σώμα μου να σκληραίνει και τη Nαυτία να χάνεται…Την ίδια στιγμή η διάρκεια της μουσικής διαστελλόταν, φούσκωνε σαν ανεμοστρόβιλος. Γέμισε την αίθουσα με τη μεταλλική της διαφάνεια, συνθλίβοντας στους τοίχους τον άθλιο χρόνο μας. Βρίσκομαι μέσα στη μουσική.»