Μόρα, Σκιές στο σκοτάδι, Ευαγγελία Γιάννου
Το τελευταίο μυθιστόρημα της Ευαγγελίας Γιάννου, «Μόρα, σκιές στο σκοτάδι» παρασύρει τον αναγνώστη σε μια μυσταγωγία που περιγράφεται δύσκολα, αφού ο αναγνώστης βιώνει έντονα συναισθήματα εξαρχής, αλλά ταυτόχρονα περιέρχεται σε ένα περιβάλλον γοητευτικό, μυστηριακό, που προκαλεί να γνωριστεί και να ερμηνευτεί.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Η συγγραφέας οροθετεί τις ιστορίες στα μυθιστορήματά της πάντα σε κάποιον χρόνο, χωρίς να τον προσδιορίζει, αλλά αφήνοντας να εννοηθεί από τις ζωντανές περιγραφές της. Έτσι και στη «Μόρα» ο τόπος είναι ένα απομονωμένο χωριό στους πρόποδες ενός βουνού στην Ελλάδα, το Λιοχώρι, σε μια εποχή σίγουρα όχι σημερινή, αλλά και όχι τόσο παλιά, κάπου στον 20ο αιώνα. Το χωριό είναι φτωχικό, δεν έχει ακόμα ρεύμα και οι μετακινήσεις γίνονται με άλογα και άμαξες.
Οι κάτοικοι είναι συνηθισμένοι άνθρωποι, ένας μικρόκοσμος ενός μικρού χωριού. Η Αμαλία και ο Έκτορας έχουν το μπακάλικο, είναι ένα ζευγάρι που αγαπήθηκε πολύ μέσα από μια παράδοξη ιστορία. Η Αμαλία, κοπέλα της αστικής τάξης, γόνος μιας εύπορης οικογένειας της πόλης θα βρεθεί στο Λιοχώρι, ερωτευμένη και απόλυτα αφοσιωμένη στον άνδρα που διάλεξε.
Όταν ο Έκτορας θα φύγει για να φέρει προμήθειες από την πόλη, μαζί με τον Λεωνίδα, τον γραμματικό του χωριού, μια χιονοστιβάδα στον δρόμο της επιστροφής θα αφήσει νεκρό τον Έκτορα. Ο Λεωνίδας θα γυρίζει στο χωριό κομίζοντας την τραγική είδηση και τότε όλα θα αλλάξουν. Ο θάνατος του Έκτορα θα γίνει η αφορμή για όλα όσα θα εξελιχθούν στο Λιοχώρι. Τίποτα δεν θα παραμείνει ήσυχο και σε αρμονία, όπως φαινόταν ότι είναι…
Η Ευαγγελία Γιάννου συνθέτει ένα μοναδικό σκηνικό στο οποίο οι ήρωες βιώνουν όλα όσα επέλεξαν ή όσα αναγκάστηκαν να καθορίσουν τη ζωή τους. Αντιμέτωποι με τις εσωτερικές τους φωνές, τις βαθιές τους ανεκπλήρωτες επιθυμίες, και την αδυναμία τους να εκφράσουν όλα όσα επιθυμούν γίνονται έρμαια μιας σκοτεινής δύναμης που αναμετράται με τις σκέψεις, τα θέλω και τις τραγικές τους επιλογές.
Οι κρυμμένες αλήθειες του καθενός, οι φόβοι και οι αμφίβολες αποφάσεις της ζωής τους γίνονται ο εφιάλτης τους.
Η Άννα χάνει τον άντρα της και μεγαλώνει μόνη της τα παιδιά της, Ο Λεωνίδας παγιδεύεται σε μια ζωή που αποφάσισαν γι΄ αυτόν οι δικοί του, παντρεύεται μια γυναίκα που δεν αγαπάει και κουβαλάει στη σιωπή του τον χαμό της Λευκής, της μόνης που αγάπησε και έχασε. Ο παπα-Γεράσιμος νιώθει το βάρος της γνώσης, προσπαθεί να διδάξει τη θρησκεία και να λυτρώσει τις πληγές του ποίμνιού του. Μ΄ ένα μπουκάλι κρασί αμφιταλαντεύεται για το δίκιο και το άδικο του κόσμου και αναρωτιέται για την αλήθεια όσων πρεσβεύει. Η Αμαλία κλείνεται στον εαυτό της και ζει με εκείνο που επιθυμεί, σε ένα μυαλό ταραγμένο και αλύτρωτο.
Ο θάνατος του Έκτορα θα φέρει στο χωριό μια αναστάτωση που κανείς δεν είναι έτοιμος να ζήσει. Το χιονισμένο και παγωμένο χωριό θα τυλιχτεί στην ομίχλη και τα βράδια θα γίνουν εφιαλτικά για τους ήρωες. Σκιές ακατανόητες μέσα στο σκοτάδι, φωνές από πρόσωπα γνωστά που δεν υπάρχουν πια, αμφιβολία για το αληθινό και το πραγματικό. Μυστικά που βγαίνουν στο φως και απαιτούν δικαίωση.
Η Ευαγγελία Γιάννου χρησιμοποιεί τη Μόρα και τους μύθους της λαϊκής παράδοσης για την ερμηνεία της και δημιουργεί ένα πολυσύνθετο μυθιστόρημα, φέρνοντας αντιμέτωπη τη λογική με τον μύθο και το παράδοξο. Από τα παλιά χρόνια η Μόρα είναι ένα πνεύμα που εμφανίζεται σαν σκιά κατά τη διάρκεια του ύπνου. Ο λαός λέει πως παίρνει την ανάσα σε όποιου τον ύπνο βρεθεί. Επίσης αρκετοί υποστηρίζουν πως η Μόρα έρχεται στον ύπνο κάποιου όταν κάποιος άλλος σκεφτεί για εκείνον.
Το Λιοχώρι γίνεται το κατάλληλο πεδίο για τη μάχη που θα δώσει ο θάνατος και η ζωή, η αλήθεια και η μεταφυσική υπόσταση της ανθρώπινης ψυχής. Όλοι βρίσκονται αντιμέτωποι με τις κρυφές τους σκέψεις, τους φόβους, τις αλύτρωτες επιθυμίες που καταδιώκουν το μυαλό και τη συνείδησή τους. Το ασυνείδητο μετουσιώνεται σε τρόμο, άλλοτε πάλι σε μια γοητευτική συνθήκη που επιδιώκεται.
Οι ήρωες της ιστορίας λειτουργούν ως φορείς συναισθημάτων και διαφορετικών ανθρώπινων ψυχισμών. Με αυτόν τον τρόπο ο αναγνώστης δεν ταυτίζεται αλλά ερμηνεύει, γνωρίζει και ανακαλύπτει. Στην ιστορία αναλογίζεται κανείς πόσο δυσδιάκριτη και ανερμήνευτη είναι η ανθρώπινη ψυχή. Η γνώση γίνεται ένα ταξίδι στα άδυτα της υπόστασης.
Οι ήρωες είναι τραγικοί, δέσμιοι της μοίρας, έρμαια των ανεκπλήρωτων επιθυμιών τους. Παράλληλα οι νόμοι και ο τρόπος σκέψης, η ηθική συμπεριφορά σε ένα μικρό και οικείο κοινωνικό σύνολο δεν δίνει πολλές ευκαιρίες για ελεύθερη βούληση και αυτοδιαχείριση.
«Οι δεισιδαιμονίες και οι βαθιά ριζωμένες προλήψεις, που κρατούν από την απαρχή του κόσμου, και μετρούν αιώνες σκοταδισμού δεν είναι εύκολο να νικηθούν και να εξαλειφθούν»
Ο κύριος φορέας της γνώσης και αρωγός στη συνθήκη που επικρατεί είναι ο παπα-Γεράσιμος. Είναι ίσως η βασική φιγούρα του μυθιστορήματος. Μέσα από τη μάχη που δίνει με το καλό και το κακό, ισορροπεί σε μια λεπτή κλωστή, έρχεται αντιμέτωπος με όλες τις αλήθειες των ηρώων και είναι εκείνος που πρέπει να δώσει απαντήσεις σε όσα δημιουργούν στο μυαλό του κρίση αρχών και φόβο, αμφισβήτηση σε όσα πιστεύει. Κατανοεί τη δύναμη που έχει η απώλεια, ο πόνος, ο θάνατος σε όσους μένουν πίσω. Την ανεξέλεγκτη προσπάθεια όσων μένουν να συνειδητοποιήσουν τον χαμό και την απουσία.
Σε ποιανού το μυαλό ή τον εφιάλτη είναι η ιστορία από το Λιοχώρι; Ένας από τους γνωστούς μύθους που μπορεί κανείς να βρει σε κάθε χωριό μεταμορφώνεται σε ένα μυθιστόρημα που φέρνει αντιμέτωπα τα δύο στοιχεία της ζωής, το κακό και το καλό. Την αλήθεια και την πραγματικότητα και τη διαφορετική ερμηνεία που έχει η καθεμιά ανάλογα με την περίσταση και τη συνθήκη. Η «Μόρα» είναι βέβαιο πως θα καθηλώσει όποιον διαβάσει την ιστορία της και θα τον ταξιδέψει σε έναν κόσμο που η φαντασία μετουσιώνεται και γίνεται χρόνος, τόπος, συναίσθημα και συναρπαστικό ταξίδι.