Βιβλίων Γη
Για την ιστορία της Τρούμπας γράφει η Σοφία Σιγάλα
Ο Αλέκος Γαλανός, όταν έγραφε το 1963, τους στίχους για τα «Κόκκινα φανάρια» περιέγραφε με αμεσότητα και σε «πρώτο πρόσωπο» την Τρούμπα. Στη δεκαετία του ‘ 60 τα γνωστά σακάκια του Πειραιά βρίσκονταν στο απόγειο της δόξας τους. Ένας ολόκληρος κόσμος έσβησε στις 12 Σεπτεμβρίου του 1967, με την απόφαση του τότε δήμαρχου Πειραιά Αριστείδη Σκυλίτση. Η οδός Νοταρά μετονομάζεται σε οδός Λήθης -λες και θα υπήρχε τρόπος να ξεχαστεί η ιστορία της Τούμπας…
Του λιμανιού το καλντερίμι όσοι δε ζήσαν
Να που δεν ξέρουν τι ‘ναι πόνος και καημός
Πώς κλαίει ο άνθρωπος που τα όνειρά του τώρα σβήσαν
Πόσο πικρός του κόσμου ο κατατρεγμός…
Η ιστορία
Το όνομα «Τρούμπα» το πήρε από μια αντλία, βρύση που υπήρχε στο δυτικό τμήμα της Τερψιθέας απ΄ όπου για πολλά χρόνια μετά την τοπόθετησή της τη δεκαετία του 1860, τροφοδοτούνταν τα ατμόπλοια του Πειραιά. Τα όρια της θρυλικής Τρούμπας εκτείνονταν ανάμεσα στις δύο εκκλησίες, Άγιο Σπυρίδωνα και Άγιο Νικόλαο και η καρδιά της ήταν η οδός Νοταρά. Σε εκείνον τον δρόμο βρίσκονταν οι οίκοι ανοχής που χρέωναν με την ώρα, αλλά και τα ιατρεία για τα αφροδίσια νοσήματα. Στις Φίλωνος, Σκουζέ και Κολοκοτρώνη, κοντινοί δρόμοι μεσουρανούσαν τα καμπαρέ και τα μπαρ.
Η Τρούμπα, από τις αρχές του 20ου αιώνα αποτελεί σημείο προσέλευσης για όσους ναυτικούς σταματούσαν στο μεγάλο λιμάνι του Πειραιά. Αυτές ήταν οι ανάγκες ενός μεγάλου λιμανιού και πολύ περισσότερο των εξοδούχων ναυτών της εποχής, που συνήθιζαν να ζητούν «συντροφιά» και αλκοόλ.
Η Τρούμπα ήταν μια γειτονιά του κόσμου. Βαριετέ, μιούζικαλ, μπαρ για ξεφάντωμα, σώματα για μια νύχτα. Η κοινωνική σύνθεση του Πειραιά αλλάζει στις αρχές του 20ου αιώνα. Αρχίζουν μα καταφθάνουν στο λιμάνι Χιώτες, Μανιάτες, Κρητικοί, Θρακιώτες, Πόντιοι, Νησιώτες, Μακεδόνες, Ρουμελιώτες, Θεσσαλοί, Ηπειρώτες. Με την καταστροφή της Σμύρνης η ανθρωπογεωγραφία διαμορφώνεται. Ο Πειραιάς αποκτά τον δικό του κοινωνικό χαρακτήρα. Στους «Πειραιώτες» υπεισέρχονται οι Σμυρνιοί και οι Κωνσταντινοπουλίτες. Το κράμα που δημιουργείται καθορίζει τη μορφή του Πειραιά.

Το προσφυγικό ρεύμα φέρνει τους ήχους του ρεμπέτικου στα σοκάκια του λιμανιού, μαζί με αυτό, οι τεκέδες, τα μπαρμπουτατζίδικα, τα καφέ σαντάν, και τα Βούρλα. Μια περιχαρακωμένη έκταση με καταγώγια, πληρωμένη ηδονή, ναρκωτικά, μουσική ανατολίτικη, ζωή περιθωριακή. Τα τρία μεγάλα κτίρια στα Βούρλα φιλοξενούν τις πόρνες της εποχής, ανάλογα με την ηλικία τους.
Ο Μεσοπόλεμος καθορίζει το λιμάνι του Πειραιά. Σιγά σιγά ξεφυτρώνουν χαμετυπεία, καφενέδες, τεκέδες σε κάθε γωνιά της πόλης. Οι κάτοικοι αντιδρούν. Όλο λοιπόν το σινάφι περιορίζεται στα Βούρλα, την ελώδη περιοχή της Δραπετσώνας. Οι απόκληροι, οι μάγκες και οι ρεμπέτες αλλά και οι εκδιδόμενες μαζεύονται στην περιοχή που γίνεται σήμα κατατεθέν της χαμερπούς ζωής. Στην πραγματικότητα η περιοχή παίρνει τη φήμη της κακόφημης ήδη από το 1867, όπου ο Δήμος κατασκευάζει την περιφραγμένη κατασκευή που στεγάζονται τα πορνεία και μάλιστα υπό την εποπτεία της Χωροφυλακής.
Όλα αλλάζουν το 1937, όταν η περιοχή επιλέγεται για εγκατάσταση σωφρονιστικού ιδρύματος και οι εκτοπισμένες πόρνες συγκεντρώνονται πέριξ της Τρούμπας -όπου λειτουργούν ήδη μπαρ και καμπαρέ- στήνοντας εκεί, αυτήν τη φορά με ιδιωτική πρωτοβουλία, ένα άλλο ανθηρό βασίλειο… η σεξεργασία μεταφέρθηκε από τη μια άκρη του αστικού ιστού του Πειραιά στην άλλη, στον ίδιο του τον πυρήνα, το λιμάνι, μεταμορφώνοντας την Τρούμπα και δίνοντας της την φήμη που την ακολουθεί μέχρι σήμερα. Στην Τρούμπα μεταφέρεται όλη η νυχτερινή ζωή. Μετά την Κατοχή παίρνει άλλη μορφή.

Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της εποχής, τη δεκαετία του ΄50 «περισσότερες από 500 δηλωμένες γυναίκες όλων των ηλικιών -μαρτυρούν τα αρχεία της Αστυνομίας- πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους κατά την εξαιρετικά ανθηρή δεκαετία του 1950 στα «σπίτια» της Τρούμπας».
Στα στενά του Πειραιά γύρω από τη Νοταρά όμως κυκλοφορούσαν και περιστασιακές. Γυναίκες, αδήλωτες, ενίοτε νοικοκυρές, σύζυγοι και μάνες με οικονομικά προβλήματα, που σε περιόδους μεγάλης ζήτησης (όταν ερχόταν ο στόλος) … εμπλούτιζαν με την παρουσία και τη δουλειά τους την «πρώτη ύλη» των «σπιτιών» για να ενισχύσουν και το δικό τους εισόδημα. Το σίγουρο, πάντως, είναι πως εκεί όλες ήταν «σπιτωμένες». Δεν πατούσε «καλντεριμιτζού» στην Τρούμπα. Κι αν έκανε το λάθος, ο «προστάτης» των κοριτσιών την έστελνε από κει που ΄ρθε. Εκεί όλοι ζούσαν για μια μπέσα. Ο λόγος του άντρα στον άντρα ήταν ιερός κι αν κάποιος τον βρόμιζε, ήξερε τη συνέχεια… Μόνοι θα καθάριζαν. Στην Τρούμπα υπάρχει άγραφος νόμος. Η αστυνομία δεν κυκλοφορεί πουθενά, οι άντρες καθαρίζουν μόνοι τους.
Οι ιστορίες για τις γυναίκες της Τρούμπας είναι εκατοντάδες. Νέες, ηλικιωμένες, Ελληνίδες κάθε ηλικίας, κορίτσια από την επαρχία, ξένες με πικρές ιστορίες που ξέμειναν στου λιμανιού τα σοκάκια. Ο κόσμος της Τρούμπας είναι μια μικρή κοινωνία μέσα στον υπόλοιπο κόσμο με δικούς της νόμους, ηθικές και αρχές. Οι γυναίκες της Τρούμπας αγαπάνε τους νταβατζήδες τους, κάνουν όνειρα πως θα ζήσουν μια ζωή αλλιώτικη, μακριά από τη βρομιά και τον βούρκο, αλλά κάθε βράδυ δίνονται σε άλλο κορμί. Οι τσακωμοί στα σοκάκια του αγοραίου έρωτα είναι συχνοί και έχουν έναν χαρακτήρα αρχέγονο. Όταν ανακαλύπτουν πως τα ίδια όνειρα πουλάνε οι νταβατζήδες σε όλες ρίχνει η μία βιτριόλι στην άλλη, χειροδικούν και μαχαιρώνουν. Άλλες πάλι διώχνουν τα μικρά αγόρια από τον βούρκο της Τρούμπας, τάζουν πρόσφορο για να πάνε στην εκκλησία την Κυριακή. Βάζουν μαύρα πανιά στα κόκκινα φανάρια τη Μεγάλη εβδομάδα.
Η ταρίφα τη δεκαετία του ΄50 στην Τρούμπα είναι 25 δραχμές. Όταν έρχεται ο στόλος διπλασιάζεται. Ο στόλος αποτελεί αφορμή για κέρδος. Ποτά, κονσομασιον, σαμπάνιες πληρωμένες, παπατζήδες. Έως και 40 -πολλές φορές και 50- πελάτες έφτανε να πάρει η κάθε μια σε μια μέρα και ασφαλώς τα έσοδα πολλαπλασιάζονταν. Αλλά κυρίως για τον «προστάτη» που πίεζε για μεγαλύτερη… απόδοση κι αν η προστατευόμενη δεν ανταποκρινόταν, η τιμωρία έπεφτε βαριά. Κέρδος έχει και η τσατσά, μερίδιο από τις 25 δραχμές. Στα κορίτσια μένει το «πουτανόσημο», φαγητό στέγη, ένα μικρό χαρτζιλίκι για τσιγάρα και αυτό είναι όλο.

Η Τρούμπα είναι η περιοχή με τα δύο πρόσωπα. Το πρωί λειτουργούν καταστήματα, αγορά, κόσμος πάει κι έρχεται. Το βράδυ όμως, όταν ανάβουν τα κόκκινα φανάρια όλα αλλάζουν. Υπάρχουν και σπίτια με οικογένειες στην περιοχή, που κλείνουν τα παράθυρα και τις πόρτες σαν πέσει το βράδυ, ενώ βάζουν ταμπέλες στην εξώπορτα πως δεν είναι οίκοι ανοχής.
Η δεκαετία του ΄50 σηματοδοτεί αλλαγές ακόμα και στα πορνεία της Τρούμπας. Οι μεγαλύτερες σε ηλικία πόρνες, εκείνες που δεν μπορούν να ασκήσουν το επάγγελμα πια ανοίγουν ένα σπίτι και έχουν υπό τη διεύθυνσή τους αρκετές νέες κοπέλες που εκμεταλλεύονται.
Το 1956 δίνεται στο «ασθενές φύλο» το προνόμιο του «εκλέγειν» και την ίδια χρονιά η πρώτη γυναίκα υπουργός (Κοινωνικής Πρόνοιας) στην ιστορία της Ελλάδας, η Λίνα Τσαλδάρη της ΕΡΕ, εκδίδει νόμο, σύμφωνα με τον οποίο απαγορεύεται η λειτουργία των οίκων ανοχής ως ομαδικών εταιρισμών. Σε κάθε «σπίτι» επιτρέπεται η εξάσκηση του επαγγέλματος από μόνον δύο ιερόδουλες. Οι «τσατσάδες» χάνουν τη δουλειά τους και οι ιδιοκτήτες ακινήτων (κυρίως μικρών κατοικιών) στην Τρούμπα βρίσκουν ευκαιρία να πλουτίσουν. Συχνά επιλέγουν να αφήσουν την κατοικία τους στην περιοχή για να τη νοικιάσουν στις πεταλούδες της νύχτας με τη μέρα και για εξωφρενικά ποσά.
Ο Πειραιάς μετά τον πόλεμο, τη μετανάστευση και την προσφυγιά παίρνει άλλη μορφή. Το κοινωνικό πλαίσιο καθορίζεται και σχηματοποιείται. Ο Πειραιάς, εκτός από λιμάνι και καταφύγιο διασκέδασης για κάθε ναυτικό μετατρέπεται και σε κοινωνικό ιστό που αποτελείται από οικογένειες λαϊκής προέλευσης. Παρ΄ όλα αυτά, η Τρούμπα συνεχίζει να ανθεί και να αποτελεί μια οικονομική δύναμη που δεν συγκρίνεται με τίποτα. Όσα σπίτια βρίσκονται στη Τρούμπα νοικιάζονται με υψηλά ενοίκια. Το ίδιο και τα μπαρ, τα καμπαρέ και όλα τα κέντρα διασκέδασης. Ο τζίρος από τα μαγαζιά και τις υπηρεσίες της Τρούμπας είναι υπέρογκος.
Τη δεκαετία του ΄60 η συνοικία του Πειραιά βρίσκεται σε πλήρη άνθηση. Αποτελεί το σήμα κατατεθέν το ηχόχρωμα του λιμανιού του Πειραιά., Παράλληλα όμως οι ναυτιλιακές εταιρείες έχουν αρχίσει να στεγάζονται στον Πειραιά. Η ακτή Μιαούλη θα γίνει το άντρο των εφοπλιστών. Είναι αδύνατον να συνυπάρξουν οι δύο κόσμοι τόσο κοντά ο ένας με τον άλλον. Ο Αριστείδης Σκυλιτσης, δήμαρχος του Πειραιά, το 1967 θα βγάλει απόφαση που θα λάβει ισχύ εν μία νυκτί, να κλείσει την Τρούμπα. Ο ίδιος δικαιολογεί την απόφασή του ως αναγκαία λόγω ««αντιχριστιανικής, αντικοινωνικής και εν πάση περιπτώσει απαραδέκτου δια την κοινωνίαν του Πειραιώς καταστάσεως». Η απόφαση για το κλείσιμο των πορνείων παίρνει στο κατόπι και όλα τα μπαρ, τα καμπαρέ και τα συναφή μαγαζιά της Τρούμπας.

Στις 12 Σεπτεμβρίου του 1967 ένας ολόκληρος κόσμος θα βρεθεί στους δρόμους των κόκκινων φαναριών. Οι πόρνες θα πάρουν τον δρόμο, άλλες για τους οίκους ανοχής της Αθήνας και άλλες για τα λιμάνια του εξωτερικού. Η καθαριότητα του δήμου θα καθαρίζει ό, τι απέμεινε από το πάθος, την αμαρτία και τις ερωτικές ιστορίες χιλιάδων γυναικών και ναυτικών που μοιράστηκαν το στρώμα της ηδονής. Η Τρούμπα θα καθαρίσει αλλά δεν θα χάσει ποτέ την ιστορία και τις εικόνες που κουβαλάει.
Τα Πρακτικά της 18ης Συνεδρίας του Δημοτικού Συμβουλίου Πειραιώς, της γενομένης την 15η Ιουλίου 1968, ημέρα Δευτέρα και ώραν 09.30, παρουσιάζουν τα πεπραγμένα του δημάρχου κατά το έτος 1967. Η παράγραφος για την Τρούμπα αναφέρει:
«Απομάκρυνσις κακοφήμων οίκων περιοχής Τρούμπας. Ο κεντρικός τομεύς της πόλεως, περιοχή Τρούμπας ως απεκαλείτο, απετέλη τόπον ακολασίας διά των υφισταμένων κακοφήμων οίκων και της εν αυτή εγκαταστάσεως, παραμονής και εκθέσεως των ασέμνων γυναικών. Οι Πειραιείς οι οικογενειάρχαι και οι υγειώς σκεπτόμενοι πολίται, δεν διήρχοντο των οδών του τομέως αυτού […] Κατόπιν συντόμων ενεργειών μας οι κακόφημοι οίκοι εκλείσθησαν οριστικώς. Άπασαι αι άσεμναι γ Τα Πρακτικά της 18ης Συνεδρίας του Δημοτικού Συμβουλίου Πειραιώς, της γενομένης την 15η Ιουλίου 1968, ημέρα Δευτέρα και ώραν 09.30, παρουσιάζουν τα πεπραγμένα του δημάρχου κατά το έτος 1967. Η παράγραφος για την Τρούμπα αναφέρει: υναίκες απομακρύνθησαν των οδών του εν λόγω κεντρικού τομέως της πόλεως, ούτω δε εξέλειπεν το κοινωνικόν άγος εκ της περιοχής ήτις απαλλαγμένη πλέον εκ των αμαρτιών του παρελθόντος αφέθη ελευθέρα εις τους Πειραιείς».
Η Τρούμπα στην Τέχνη
Η Τρούμπα αποτέλεσε πηγή έμπνευσης τόσο για τη Λογοτεχνία όσο και για τον κινηματογράφο. Οι ζωές των γυναικών της «αμαρτωλής» συνοικίας θα γίνουν πολλές φορές αφορμή για να μετατραπούν σε ηρωίδες λογοτεχνικών έργων αλλά και πρωταγωνιστριών στη μεγάλη οθόνη.
Η «Αγνή του λιμανιού», του Τζαβέλα, τα «Κόκκινα φανάρια», του Βασιλειάδη, με τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, το «Ποτέ την Κυριακή», του Ζυλ Ντασσέν, «Το κάθαρμα», «Το δόλωμα», «Καλώς ήρθε το δολάριο», η «Λόλα». Αλλά και στη λογοτεχνία, «Η Τρούμπα», της Σπεράντζας Βρανά, «Βούρλα – Τρούμπα. Μια περιήγηση στο χώρο του περιθωρίου και της πορνείας του Πειραιά (1840-1968)», του Βασίλη Πισιμίση, καθώς και το «Τρούμπα, Βούρλα, Λιμάνι», του ίδιου. «Το μπουζούκι», του Νίκου μαθέση, «Ο κατάδικος της Τρούμπας», του Παναγιώτη Κουρούπη, «Μάρκος Βαμβακάρης: Αυτοβιογραφία», της Αγγελικής Βέλου-Κάιλ, η «Αργώ», του Γιώργου Θεοτοκά, τα έργα του Καββαδία για τους ναυτικούς και τα βιώματά τους.

Η Τρούμπα θα κουβαλάει πάντα ένα βαρύ αποτύπωμα, θα καθορίζει την ιστορία και τη φύση του λιμανιού του Πειραιά. Οι ιστορίες της θα γίνονται πάντα μια αφήγηση που θα κρύβει την ηδονή, τον έρωτα, τον πόνο και τη χαμένη ζωή των ανθρώπων που έζησαν στα σοκάκια της. Θα γίνεται εικόνα αξέχαστη στα καρέ των αγαπημένων μας ταινιών και στις μουσικές που θα μαρτυρούν μια εποχή ασπρόμαυρη που θα λάμπει πάντα κάτω από το φως των κόκκινων φαναριών…