Μάνος Χατζιδάκις
Για τον Μάνο Χατζιδάκι, 15 Ιουνίου 1994, Αθήνα,
Εμείς οι άνθρωποι συνηθίζουμε , όταν χαθεί κάποιος σπουδαίος και σημαντικός να μιλάμε για το πότε γεννήθηκε, πότε πέθανε και να παραθέτουμε το έργο που μας άφησε. Δεν ξέρω γιατί το κάνουμε αυτό. Λες και καθορίζοντας τη χρονική διάρκεια της ζωής του, θα καταφέρουμε να κλείσουμε μέσα εκεί το έργο και τη δράση του, που έτσι κι αλλιώς δεν τη γνωρίζουμε, αφού ούτε τον ζήσαμε, ούτε κάναμε παρέα μαζί του, ούτε και θα αντιληφθούμε ποτέ την έκταση της προσωπικότητάς του. Κάποιες περιπτώσεις σημαντικών προσωπικοτήτων, στην πραγματικότητα, δεν μπορούμε να τις τιμήσουμε στην ουσία τους. Έχουμε μόνο το δικαίωμα να θαυμάζουμε, αλλά τα λόγια θα είναι πάντα λιγοστά, ακόμα πιο ανούσιες οι πληροφορίες για τις ληξιαρχικές πράξεις γέννησης και θανάτου τους. Ίσως θα έπρεπε απλά να τους μνημονεύουμε κάθε στιγμή, σε χρόνο ανύποπτο, γιατί θα είναι πάντα κομμάτι της εξέλιξής μας.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι μια τέτοια προσωπικότητα. Δεν μπορούμε να κάνουμε ποτέ αφιέρωμά του γιατί, προφανώς, δεν πρόκειται κανένα αφιέρωμα να ανταποκριθεί στο εύρος και το μεγαλείο του. Πόσο μάλλον στο έργο του, που δεν εναπόκειται μόνο στη μουσική παρακαταθήκη του, αλλά στον τρόπο που αντιμετώπισε την Τέχνη στην ουσία της λέξης, αλλά και στην επίδραση της έννοιας στην κοινωνία.
Όταν έδωσε τη διάλεξη για το ρεμπέτικο τραγούδι, μια κίνηση που θορύβησε αρχικά την «καθεστηκυία» μουσική τάξη, είχε δίπλα του τον Μάρκο Βαμβακάρη και τη Σωτηρία Μπέλλου -οι περισσότεροι εκπρόσωποι του ρεμπέτικου τραγουδιού βρίσκονταν σε δυσμένεια και αντιμετωπίζονταν σαν διωκόμενοι- κατάφερε να είναι ο πρώτος που ένωσε το ρεμπέτικο τραγούδι με την ελαφρά ευρωπαϊκή μουσική. Στην ουσία ένωσε την κοινωνία που διχαζόταν, σε μια περίοδο πολιτική που ερχόταν από ένα πόλεμο και έναν εμφύλιο, αναπροσαρμογής και ανασύνταξης. Το ρεμπέτικο τραγούδι είχε βγει στην παρανομία και την προηγούμενη δεκαετία είχε κηρυχθεί ανήθικο, η ίδια η πολιτεία το κατεδίωκε.
Έδειξε με αυτόν τον τρόπο πως ο θεμέλιος λίθος της ελληνικής μουσικής είναι το ρεμπέτικο και προσπάθησε να δημιουργήσει μια γέφυρα μεταξύ των λαϊκών στρωμάτων με τα αστικά και διανοούμενα, που έως τότε καταδίκαζαν οτιδήποτε είχε σχέση με τη λαϊκή μουσική.
Γιατί θα ‘ναι κάπως ανόητο να νομίσουμε ότι ο χασάπικος μπορεί ή προσπαθεί ν’ αντικαταστήσει το ταγκό. Οι λαϊκοί τούτοι ρυθμοί έχουν κάτι περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται για να καλυφθούν οι βραδινές μας διασκεδαστικές ώρες – άσχετα αν αυτός ο χαρακτήρας επιβάλλεται κι επικρατεί στις λαϊκές τάξεις.
Το να θελήσει, λοιπόν, κανείς ν’ αγνοήσει την πραγματικότητα και μάλιστα του τόπου του, μόνο κακό του κεφαλιού του μπορεί να κάμει… Τα χρόνια μας είναι δύσκολα και το λαϊκό μας τραγούδι, που δεν φτιάχνεται από ανθρώπους της φούγκας και του κοντραμπάντου ώστε να νοιάζεται για εξυγιάνσεις και για πρόχειρα φτιασιδώματα υγείας, τραγουδάει την αλήθεια και μόνο την αλήθεια.
Ο Μάνος Χατζιδάκις δεν μπορεί να τιμηθεί με ένα αφιέρωμα. Τιμάται με τα τραγούδια του και τη μουσική του που βρίσκεται σε κάθε στόμα και κάθε καρδιά.
Το βασικό στοιχείο της προσωπικότητας και του έργου του, όπως και του Θεοδωράκη, του Γκάτσου, του Κουν, είναι ότι πάτησαν με σεβασμό πάνω στην ιστορία της μουσικής του τόπου τους. Δεν τη διέγραψαν για να δημιουργήσουν κάτι καινούριο, δεν την αγνόησαν για να παρουσιάσουν το παρθενικό τους δημιούργημα, δεν είδαν απαξιωτικά τι ρίζες πάνω στις οποίες διατρανώθηκαν. Τις σεβάστηκαν. Μαζί και τους ανθρώπους που πορεύτηκαν με τη λαϊκή μουσική. Και έκαναν δικό τους τον λαό και την ιστορία του. Μακάρι να μπορούσε κάθε είδους τέχνη να είναι κοινά αποδεκτή και να μην απευθύνεται σε συγκεκριμένες ομάδες και αντιλήψεις.
Τι τραγούδια να γράψω; Ποια να επιλέξω και ποια να αφήσω απέξω; Τι νόημα θα είχε; Όποιος διαβάσει τι έγραψα σήμερα, θα έχει στο μυαλό του ένα τραγούδι του Μάνου, μια μουσική, μια στιγμή της ζωής του. Αυτή είναι η σημασία της Τέχνης. Να βρίσκεται μέσα σου, να ακολουθεί κάθε στιγμή και κάθε μεγάλη ή μικρή εικόνα της ζωή σου.
Για τον σπουδαίο Μάνο και την αξεπέραστη «Οδό Ονείρων» του…