Συνοικία το όνειρο
Συνοικία το Όνειρο…Για τα όνειρα που καθηλώθηκαν στην πραγματικότητα της Ελλάδας και έζησαν στις φτωχικές γειτονιές της… Γράφει η Σοφία Σιγάλα.
Το 1961, σε μια περιοχή κοντά στον λόφο του Φιλοπάππου και τα Ανω Πετράλωνα, τον Ασύρματο, βρίσκεται μια παραγκούπολη. Οι άνθρωποι που ζουν εκεί θεωρούν πως είναι το κέντρο του κόσμου τους, θυμίζουν τους Μοιραίους, του Κώστα Βάρναλη. Προσπαθούν να βγουν από τη φτώχεια και τη μιζέρια, χωρίς να χάσουν την αξιοπρέπεια τους.
Ανάμεσά τους ο Ρίκος (Αλεξανδράκης), πρώην κατάδικος, νυν μικροκομπιναδόρος, αλλά με καλή καρδιά. Η αγαπημένη του η Στεφανία ( Αλίκη Γεωργούλη ), που φλερτάρει με πλούσιους και με την ιδέα να ξεφύγει μια και καλή από τη φτωχογειτονιά. Ο ασκητικός «Νεκροθάφτης» ( Μάνος Κατράκης ), που σέρνεται ενώ προσπαθεί να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον εφιαλτικό, όπου ακούς μωρά να κλαίνε και επιθετικές γυναίκες να φωνάζουν. Μια τουαλέτα και ένα τηλέφωνο υπάρχουν για ολόκληρη την περιοχή. Νερό, στου διαόλου τη μάνα…
Αυτό είναι το σκηνικό της ταινίας του Αλέκου Αλεξανδράκη, ΣΥΝΟΙΚΙΑ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ, ένας τίτλος με όλη την ειρωνεία που θα μπορούσε να τη διακρίνει, όταν στον αντίποδα της, οι ταινίες που βγαίνουν εκείνη την εποχή δείχνουν διαμερίσματα με όλες τις ανέσεις, ανθρώπους χαρούμενους που αντικατοπτρίζουν ένα ψεύτικο πρότυπο μιας κοινωνίας των λίγων. Οι φτωχικές γειτονιές δεν έχουν χάσει τίποτα από την ύπαρξή τους. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν «ο ένας πλάι στον άλλον».
Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο Αλέκος Αλεξανδράκης και η τότε σύντροφός του Αλίκη Γεωργούλη αναζητούσαν μια φτωχή περιοχή για τα γυρίσματα της ταινίας τους. Δεν γνώριζαν τον Ασύρματο, μια συνοικία που ονομαζόταν έτσι επειδή εκεί ήταν τοποθετημένος ο ασύρματος των Γερμανών επί Κατοχής. Κάποιος είπε στον Αλεξανδράκη να δει την περιοχή. Το έκανε και είδε στις παράγκες, τις φτιαγμένες από κωνσταντινουπολίτες πρόσφυγες, το ιδανικό σκηνικό του. Θα μπορούσες να πεις ότι βρήκε το ντεκόρ της ταινίας… στο πιάτο. Το ίδιο συνέβη και με τους κομπάρσους. Οι ίδιοι οι ντόπιοι κάτοικοι της περιοχής, αυτοί που διέμεναν στις παράγκες, έπαιξαν στη «Συνοικία».
Όσο όμως κι αν είχε βρεθεί το σκηνικό ζωντανό και χωρίς καμία εξωτερική παρέμβαση και αλλαγή, το πρόβλημα ήταν το έμψυχο υλικό της ταινίας. Εκείνοι οι συντελεστές που θα μπορούσαν να πιάσουν και να υλοποιήσουν την ιδέα που υπήρχε στο μυαλό του ηθοποιού. Οι συντελεστές βρέθηκαν και ήταν όσοι έπρεπε να υπάρχουν για το συγκεκριμένο εγχείρημα. Τα ονόματα είναι σίγουρο πως θα συγκλονίσουν, μιας και αντιπροσωπεύουν την Ελλάδα του Πολιτισμού, και της πνευματικής ιντελιγκέντσιας της εποχής:
Κώστας Κοτζιάς
Τάσος Λειβαδίτης
Αλέκος Αλεξανδράκης
Μάνος Κατράκης
Σαπφώ Νοταρά
Αλίκη Γεωργούλη
Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Ο Μίκης Θεοδωράκης έντυσε με τη μουσική του την ταινία και έκανε κάτι που είναι πολύ δύσκολο. Βρήκε το ισοζύγιο για να αναδείξει την ταινία και όχι τη δυνατή και θαυμαστή του μουσική, αλλά κατάφερε ταυτόχρονα να κάνει τον ήχο από το μπουζούκι να τρυπάει τα αφτιά και να ζωντανεύει όλες τις σκηνές αυτής της υπέροχης ταινίας που, δυστυχώς, κατέβηκε μετά την πρεμιέρα της στους κινηματογράφους, ως προπαγανδιστική και αντίθετη με το ήθος και την πραγματικότητα της κοινωνίας…
Η ΣΥΝΟΙΚΙΑ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ θα μείνει πάντα στις καρδιές μας, μέσα από το εμβληματικό τραγούδι του Τάσου Λειβαδίτη και του Μίκη Θεοδωράκη, με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση…
«…είσαι μικρός και δε χωράς
στον αναστεναγμό μου…»
Στις 10 Αυγούστου του 1961 κάνει πρεμιέρα η ταινία «Συνοικία το Όνειρο» στους κινηματογράφους της Αθήνας. Στις περισσότερες προβολές η Αστυνομία επεμβαίνει και διακόπτει την προβολή της, λόγω της… αριστερής της οπτικής.
Η λογοκρισία είναι ένα σύνηθες φαινόμενο ήδη από την απαρχή της σύστασης του ελληνικού κράτους και εμφανίζεται κατά καιρούς με διάφορες αποφάσεις που έχουν να κάνουν κυρίως με το καλλιτεχνικό και πολιτιστικό κομμάτι του τόπου.
Η δικτατορία του Μεταξά θεσμοθέτησε ως «προστατευτικό μέσο» τη λογοκρισία του Τύπου, των καλλιτεχνών, μουσικών, λογοτεχνών, κινηματογράφου, θεάτρου, προς όφελος της κοινωνικής ευημερίας και της ηθικής της πολιτείας. Ο μηχανισμός λογοκρισίας συνεχίστηκε έως και το 1974 με το τέλος της Χούντας των Συνταγματαρχών. Σε γενικές γραμμές, για την περίπτωση του κινηματογράφου, προβλεπόταν ο διπλός έλεγχος μιας ταινίας πριν βγει στις αίθουσες από τις αρμόδιες επιτροπές της Γενικής Διεύθυνσης Τύπου του Υπουργείου Προεδρίας Κυβερνήσεως. Έτσι, αφού ελέγχονταν το σενάριο, οι σκηνές λήψης της ταινίας δινόταν άδεια προβολής. Η επιτροπή είχε το ελεύθερο να κόψει σκηνές, να επέμβει στο σενάριο, να διακόψει την προβολή με την αιτιολογία πως η ταινία έκανε κακό στη νέα γενιά, διατάρασσε τη δημόσια τάξη, προπαγάνδιζε ανατρεπτικές θεωρίες, δυσφημούσε τη χώρα «από απόψεως εθνικιστικής και τουριστικής», υπονόμευε «τας υγιείς κοινωνικάς παραδόσεις του ελληνικού λαού», καθάπτονταν της χριστιανικής θρησκείας ή στερούνταν καλλιτεχνικής αξίας.
Με αυτά τα δεδομένα, η ταινία του Αλέκου Αλεξανδράκη και της Αλίκης Γεωργούλη έπρεπε να λάβει άδεια από την επιτροπή λογοκρισίας του υπουργείου. Η ταινία, μετά από περικοπές σε πολλά από τα σημαντικότερα σημεία της πήρε άδεια να κάνει avant premiere στο «Ράδιο Σίτυ». Παρ ΄όλα αυτά η ταινία διακόπηκε με επέμβαση της αστυνομίας, ενώ αποτράπηκε από κρατικές υπηρεσίες η συμμετοχή της στο φεστιβάλ κινηματογράφου της Βενετίας, αν και είχε λάβει αρχικά άδεια από τη Γενική Διεύθυνση Τύπου. Οι παρεμβάσεις συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια των προβολών της ταινίας, οδηγώντας σε οικονομική καταστροφή τους παραγωγούς της Αλεξανδράκη και Γεωργούλη. Η ταινία ταυτίστηκε εν τέλει στη συλλογική μνήμη με τις λογοκριτικές πρακτικές του ελληνικού κράτους πριν από τη Μεταπολίτευση