Τα ρούχα του αυτοκράτορα, χανς Κρίστιαν Άντερσεν
Για το παραμύθι «Η καινούρια φορεσιά του αυτοκράτορα», του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν
γράφει η Σοφία Σιγάλα
Τα παραμύθια τα παλιά, αυτά που διαβάζαμε ως παιδιά, δεν είχαν καμία σχέση με τα σημερινά παραμύθια. Πάντα είχαν ένα καλό κι έναν κακό. Ένα πλούσιο κι έναν φτωχό ή έναν χαζό κι έναν έξυπνο. Υποτίθεται πως έτσι καταφέρναμε εμείς να διακρίνουμε την πλευρά που έπρεπε να ταχθεί το μικρό μας μυαλό. Πάντα έπρεπε να είμαστε με τον καλό, τον φτωχό και τον έξυπνο, βέβαια! Τα περισσότερα είχαν γραφτεί στις αρχές του 19ου αιώνα γι΄ αυτό τα έλεγαν κλασικά παραμύθια. Τις αλήθειες και τα κεντρικά τους νοήματα μάλλον δεν τα κατανοούσαμε, άσε που όταν ξαπλώναμε στο κρεβάτι μας κουκουλωνόμασταν μέχρι το κεφάλι από τον φόβο. Τέλος πάντων, κάπως έτσι πέρναγε η παιδική μας ηλικία με τα παραμύθια. Τώρα που μεγάλωσα, καταλαβαίνω πως αυτά τα παραμύθια ήταν για τους μεγάλους, που τα διάβαζαν σε εμάς τα παιδιά, αλλά σε εκείνους απευθύνονταν τα μηνύματά τους.
Ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν ήταν πολύ της μόδας στα παιδιά της ηλικίας μας. Ξέραμε όλα του τα παραμύθια κι ας μας γέμιζαν μελαγχολία και σιωπή· μέχρι και ενοχές κάποιες φορές. Το δε χειλάκι μας δεν έσκαγε για να γελάσει ούτε για αστείο με την εξιστόρησή τους. Τα περισσότερα είχαν μία μελαγχολία, λίγη θλίψη και μπόλικα κεντρικά νοήματα που, μέχρι να τα πιάσει το παιδικό μυαλό, είχαμε κοιμηθεί. Για ένα τέτοιο παραμύθι θα σου μιλήσω λοιπόν. Του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Αυτή είναι η υπόθεση:
Κάποτε, σε μία χώρα, ζούσε ένας βασιλιάς που είχε μια πολύ μεγάλη παραξενιά. Του άρεσαν τα ρούχα! Όλη μέρα ασχολιόταν με το τι ρούχα θα φορέσει, ανάλογα με την περίσταση. Τίποτα άλλο δεν τον ενδιέφερε, παρά μόνο η εξωτερική του εικόνα. Δεν τον ένοιαζε αν πείναγε ο λαός του και αν κακοπερνούσε και αν του έκαναν παράπονα ή ζητούσαν ακρόαση, οι αυλικοί του έλεγαν πως είναι σε σύσκεψη, ενώ εκείνος έψαχνε τι ρούχα θα φορέσει.
Έτσι, έφτασε η στιγμή που δεν του άρεσε τίποτα από ό, τι φόραγε. Ό, τι και να έκαναν οι ράφτες του, αυτός ήταν ανικανοποίητος. Έκανε λοιπόν ένα διάγγελμα και ζήτησε να του φτιάξουν τα πιο ωραία ρούχα. Ήρθαν λοιπόν στην αυλή του δύο ξένοι από μακριά. Του υποσχέθηκαν πως θα του φτιάξουν την πιο ωραία ενδυμασία, με τα πιο ωραία σχέδια και τα πιο φανταχτερά χρώματα που όλοι θα θαύμαζαν. Θα είχε και μία ιδιότητα η στολή αυτή. Θα ήταν αόρατη για οποιονδήποτε δεν ήταν ικανός για το αξίωμά του ή ήταν τελείως χαζός.
Ο βασιλιάς χάρηκε πολύ. Έδωσε λοιπόν το ελεύθερο στους ξένους να του φτιάξουν το υπέροχο αυτό ένδυμα. Οι ξένοι κλείστηκαν σε ένα δωμάτιο και με τον αργαλειό όλη μέρα, έφτιαχναν την εξαίσια φορεσιά. Ζητούσαν συνέχεια από τον βασιλιά. Τα πάντα. Χρήματα, χρυσές κλωστές, μεταξωτά υφάσματα. Μα όποιος κι αν πήγαινε να δει το ύφασμα στον αργαλειό, δεν έβλεπε τίποτα να υφαίνεται. Οι ράφτες θαύμαζαν το δημιούργημα τους και το εκθείαζαν σε όποιον από τους υπουργούς του βασιλιά πήγαινε να το δει. Για να μη φανεί όμως πως ήταν χαζοί, αφού δεν έβλεπαν τίποτα, έβγαιναν από την αίθουσα κι έλεγαν του μονάρχη τους πως το ύφασμα ήταν από τα ομορφότερα και πιο επιτυχημένα είχαν δει στη ζωή τους.
Όταν του πήραν ό, τι είχε και δεν είχε, του έδειξαν το ανύπαρκτο ύφασμα. Ο βασιλιάς άνοιξε διάπλατα τα μάτια του, αφού οι ράφτες ανέμιζαν τα ρούχα με δέος και θαυμασμό, ενώ στην πραγματικότητα δεν έβλεπε τίποτα. Μην μπορώντας όμως να διανοηθεί πως είναι χαζός, θαύμαζε και αυτός την ανύπαρκτη φανταχτερή του φορεσιά. Του έβγαλαν όλα του ρούχα και του έβαλαν τη μαγική βασιλική στολή. Αυτός, καμαρωτός και περήφανος για το επίτευγμα των ραφτών του, βγήκε να κάνει την περιοδεία του στη χώρα του. Κανείς δε μιλούσε από τους υπηκόους του. Ποιος να μιλήσει; Οι υπόλοιποι θα νόμιζαν πως είναι χαζός, αν έλεγε αυτό που έβλεπε. Έτσι, όλοι τον χειροκροτούσαν και τον επευφημούσαν. Μέχρι που ένα μικρό παιδί, βλέποντας το χάλι του βασιλιά, πετάχτηκε όρθιο και φώναξε, «Μα, δε βλέπετε; Ο βασιλιάς είναι γυμνός!»
«Δώστε βάση στη φωνή της αθωότητας!» είπε ο πατέρας του, και από στόμα σε στόμα διαδόθηκαν τα λόγια του παιδιού!
«Μα δεν φοράει απολύτως τίποτα!», έλεγε ο ένας στον άλλο. «Ο βασιλιάς δε φοράει τίποτα, είναι γυμνός!» φώναξε τελικά όλος ο λαός.
Τα άκουγε ο βασιλιάς και του φάνηκε ότι ο λαός είχε δίκιο, αλλά σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να το υπομείνει και να προσποιηθεί ότι δεν συνέβαινε τίποτε. Όταν γύρισε ντροπιασμένος στο παλάτι του, παραδέχτηκε πως η αλήθεια που φώναξε το αγοράκι ήταν το μόνο σημαντικό που έζησε εκείνη τη μέρα.
Για να μη στα πολυλογώ, ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Επειδή πρέπει να σε κλείσω, θα σου πω τι κατάλαβα τώρα που μεγάλωσα, γιατί, όταν ήμουν μικρή και μου έλεγαν αυτό το παραμύθι γέλαγα με τη βλακεία του βασιλιά.
Σε αυτή τη ζωή που ήρθαμε να ζήσουμε, δεν είναι απαραίτητο να βολευόμαστε στη γύμνια της εξουσίας, αλλά ούτε και να πιστεύουμε ό, τι μας ξεφουρνίζει ο καθένας που κυβερνάει ή θέλει να κυβερνήσει. Καλό είναι να βλέπουμε με τα μάτια μας και όχι με τα αφτιά μας. Επειδή κάποιος λέει πως όλα είναι καλά, δε σημαίνει πως είναι κιόλας. Πέρασαν πολλοί βασιλιάδες που μας έκαναν να πιστέψουμε τον άνθρακά τους για θησαυρό. Για να μην πω για το πόσες φορές βασανιζόμασταν και βγήκαμε τρελοί από τα λόγια των βασιλιάδων πως όλα πάνε πολύ πολύ καλά. Σύμφωνα πάντα με τον Κρίστιαν Άντερσεν, ακόμα κι ένα παιδί έχει το δικαίωμα να φωνάξει, «Ο βασιλιάς είναι γυμνός!» Πόσο μάλλον εμείς!