Σωτηρία, Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης
«Νοσοκομείο Σωτηρία», τίτλος μυθιστορήματος που σου προκαλεί a priori μια αίσθηση περίεργη, μια πρόσκληση ή προτροπή που δεν γνωρίζεις τους ακριβείς λόγους που νιώθεις ότι σε καλεί να το διαβάσεις. Γιατί το μυθιστόρημα του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη είναι μια φωνή σε πτώση κλιτική, ένα καλειδοσκόπιο που κανείς δεν είναι σίγουρος τι εικόνες, τι σχηματισμούς θα διαμορφώσει η αφήγηση. Μικρές ιστορίες, σαν κομμάτια γυαλί, αντανακλώνται και γυρίζουν πίσω, για να σε καθηλώσουν, να σε νιώσουν, να τις αισθανθείς.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Ο Μωυσής Παναγιωτίδης είναι ο ήρωας, έτσι φαίνεται τουλάχιστόν στην αρχή της ιστορίας. Ένας άντρας του οποίου η ζωή παίρνει τροπή δραματική, όταν του γνωστοποιείται πως έχει καρκίνο, επιθετικής μορφής. Κανένα αίσθημα απώλειας, τρόμου, αγωνίας δεν προκύπτει να μετουσιώνει στην αφήγησή του. Ο Μωυσής θα γράψει το μυθιστόρημα της ζωής του, μέσα στο «Νοσοκομείο Σωτηρία», ενώνοντας τον πόνο, τον άνισο ανθρώπινο αγώνα με τον θάνατο και τη μνήμη. Έτσι δημιουργεί μια ιστορία με κεντρικούς ήρωες ωσεί παρόντες όλους όσοι πέρασαν από το νοσοκομείο. Το νοσοκομείο της «φθίσης», των περασμένων χρόνων, γίνεται ένας έγκλειστος τόπος, με όλες τις συνέπειες που έχει στον ανθρώπινο ψυχισμό η αναγκαστική ιδρυματοποίηση. Το παρόν σε απόλυτη συνέργεια με το παρελθόν, η μνήμη σε ισοστάθμιση με το κοινό τέλος, το παράπονο για το άδικο με την τραγική ειρωνεία για το τετελεσμένο.
Ένας βιβλιοπώλης είναι ο Μωυσής, που η ρομαντική του θέαση για τα βιβλία τον καθηλώνει σε ένα υπόγειο με παλιά λογοτεχνικά έργα· σκοπός του να καταφέρει να τα οργανώσει και να τα πουλήσει μέσα από μια ηλεκτρονική πλατφόρμα. Η ζωή του περιέχει την καθημερινότητά του, τις άριστες σχέσεις με τον γιο της καρδιάς, όπως θα ανακαλύψει, και την πίκρα για την αυτοχειρία της γυναίκας του Αγγελικής.
Προσπαθώντας να βρει απαντήσεις σχετικά με την ξαφνική αυτοκτονία της γυναίκας του, ανακαλύπτει σκόρπιες σημειώσεις της, για τη Μαρία Πολυδούρη και τη Φιλισία Στάθη-Πουλιοπούλου. Σελίδες από ένα εγχείρημα να γράψει ένα μυθιστόρημα. Ο τίτλος: «Δεν σιώπησαν ματαίως». Ο Μωυσής θα μετατραπεί σε εντολέα – συγγραφέα, σε εκείνον που θα ολοκληρώσει την κρυφή επιθυμία της γυναίκας του.
Πατώντας στα χνάρια της ιστορίας του νοσοκομείου και στις προσωπικές του σκέψεις και βιώματα δημιουργεί ένα απείθαρχο μωσαϊκό που αποτελείται από προσωπικές μαρτυρίες, επιστολές και γράμματα, ιστορικές αναδρομές, συναισθήματα και εικόνες της εποχής που το «Σωτηρία» αποτελεί το καταφύγιο εκείνων που νοσούν από φυματίωση.
Ο Μωυσής θα γειτνιάσει τον αναγνώστη με τη σκοτεινή περίοδο του Μεσοπολέμου έως και την αιματηρή εμφύλια διαμάχη της ελληνικής ιστορίας, μέσα από εκείνους που έζησαν με τη θανατηφόρα ασθένεια, αλλά και εκείνων που θυσιάστηκαν και εκτελέστηκαν στον βωμό των ιδεών και της πάλης τους για ελευθερία.
Το «Νοσοκομείο Σωτηρία» θα γίνει ένα ιδεατό εφαλτήριο για να αναμετρηθεί ο προσωπικός πόνος του ήρωα με την αιμάτινη πορεία όσων πέρασαν από το νοσοκομείο. Τρεις επιστολές του παππού του είναι το μοναδικό ενθύμιο από τη γενιά του. Ο συνονόματός του θα περάσει από τη Λέρο ως εξόριστος στο «Σωτηρία» και μετά στο Δρομοκαΐτειο.
Από το νοσοκομείο θα περάσουν καλλιτέχνες, άνθρωποι του Πολιτισμού, αλλά και χιλιάδες απλού λαού. Άλλοι θα πεθάνουν αβοήθητοι, σε μια από τις παράγκες που στήθηκαν για να χωρέσει όλος ο άρρωστος κόσμος, θα ταφούν ομαδικά χωρίς όνομα σε λάκκους. Αγωνιστές της Αντίστασης που θα εκτελεστούν στον τοίχο πίσω από το νοσοκομείο, άλλοι, άρρωστοι από τη φυματίωση θα αγωνιστούν μέσα στο Σωτηρία για τα πιστεύω τους και την ελευθερία.
Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης γράφει το «Σωτηρία» σαν να δημιουργεί ένα προσκύνημα τόσο στο παρελθόν και τη τραγική πορεία της ανθρώπινης ύπαρξης όσο και στο παρόν, προσπαθώντας να εξωραΐσει τον πόνο και το αναπόφευκτο τέλος. Η διηγηματική φόρμα που χρησιμοποιεί, αν και όχι έμμετρη, εμπεριέχει έναν χαρακτήρα ποιητικό, μια ιδιάζουσα λυρικότητα που εκφράζει έντονα υποκειμενικά συναισθήματα, μια εσωτερική αναζήτηση και μια οικεία εξομολόγηση που καθηλώνει και μαγνητίζει τον αναγνώστη.
Στο μυθιστόρημα υπάρχουν δύο εξαιρετικές αναλύσεις για το ποίημα της Μαρίας Πολυδούρη «Περηφάνεια» και τα «Κενοτάφια» της Φιλησίας Στάθη-Πουλιοπούλου. Είναι δύο αναλύσεις που συνταράζουν την ψυχή του αναγνώστη, γιατί ο συγγραφέας εξυμνεί με τρόπο κατανυκτικό την αρχαία τραγωδία σαν να βρίσκεται μέσα στο γονιδίωμά του, παράλληλα με τον δέκτη, εκείνον που διαβάζει.
Ο συγγραφέας βρίσκει τα κοινά σημεία που προκύπτουν στο πέρασμα του χρόνου από τον τρόπο που ο άνθρωπος αντιμετωπίζει την ασθένεια, όποια κι αν είναι αυτή και σε όποια μορφή κι αν παρουσιάζεται. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις διαμορφώνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά και τον χαρακτήρα των νοσούντων, αλλά και το αντίκτυπο στην κοινωνία της επώδυνης συνθήκης. Η ασθένεια δημιουργεί έναν πυρήνα γύρω από τον οποίο κινούνται κατά πρώτο λόγο όσοι νοσούν. Καταθέτει, άλλοτε με χιούμορ και σαρκασμό, άλλοτε με μια ζωντανή και γλαφυρή καταβύθιση την ουσία του πόνου και της μοναχικότητας. Έτσι δημιουργεί μια γραφή «θεραπευτική», αποκαλύπτοντας τον τρόπο διαχείρισης του τραύματος.
Ο Μωυσής παλεύει μες στα κύματα της αμφιβολίας, της αγωνίας, της προσωπικής του ιστορίας, της αβεβαιότητας και της ελπίδας με συνοδοιπόρους τους ήρωες μιας εποχής που βίωσαν το σκοτάδι αλλά έγιναν αγγελιοφόροι του εσωτερικού τους φωτός, καλοί αγωγοί μιας διαλυμένης Ιστορίας. Φέρνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με τον πόνο, τη μάχη και τη δικαίωση, τη λύτρωση και την ευθύνη της μνήμης.
Μέσα από τη διήγηση ο Μωυσής υπάρχει, αυτοπροσδιορίζεται, φέρει και κοινωνεί το στίγμα του στη ζωή και τη μετάβαση του στο επέκεινα. Εκεί που θα συναντήσει τους συντρόφους της ιστορίας του. «Δεν υπάρχει τίποτα ερήμην της αφήγησης». Το «Νοσοκομείο Σωτηρία» δικαιώνει τον χαρακτηρισμό της αυθεντικής γραφής, του επιτυχημένου εναρμονισμού ιστορικής πραγματικότητας και ρεαλισμού. Η αλήθεια είναι πως κάποιες στιγμές οδυνηρές ο αναγνώστης θα θυμηθεί το σκηνικό της «Αστροφεγγιάς», του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου, και την αγωνιώδη μάχη του ήρωά του Άγγελου Γιαννούζη, το τέλος του οποίου σηματοδοτεί την τραγική μοίρα της γενιάς του Μεσοπολέμου.
Άραγε υπάρχει τρόπος να ελευθερωθεί η ψυχή; Να δικαιωθεί, Να λυτρωθεί και να ανατάξει; Το «Νοσοκομείο Σωτηρία» φιλοξενεί την ανθρώπινη δύναμη, την ιστορική αναδρομή, την τραγικότητα της κάθε εποχής, τις πολύτιμες τελευταίες στιγμές της βροτής υπόστασης και τα χνάρια όσων λευτερώθηκαν μαχόμενοι και «δεν σιώπησαν ματαίως».