Το κουμπί, Μαρία Συτμαλίδου
Ένα κουμπί, του οποίου η ύπαρξη χάνεται σε χρόνους ανυπολόγιστους, γίνεται αφορμή για μια ιστορία που πλημμυρίζει τον αναγνώστη συγκίνηση, του χαρίζει μηνύματα και συναισθήματα. Το σπουδαιότερο όλων όμως είναι η εναλλακτική ματιά της Μαρίας Συτμαλίδου, η οποία δίνει μια άλλη όψη στα μυθιστορήματα που έχουν ιστορική αναφορά. Ενώνει το παρελθόν με το παρόν με μια ιστορία ανθρώπινη και τραγικά κοινή.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Η Γενοκτονία των Ποντίων οροθετείται στο «Κουμπί» στη Ματσούκα, περιοχή της Κρώμνης του Πόντου. Η Ησαΐα, δεμένη με τα βουνά και την ελευθερία του τόπου της, αναγκάζεται, στην πρώτη δίωξη του λαού της από τους Νεότουρκους, να πάρει τον δρόμο της φυγής με την οικογένειά της. Στην πορεία θανάτου που θα οδηγηθούν οι Πόντιοι, η ζωή γίνεται ένα παιχνίδι που οι όροι του είναι άνισοι και σκληροί.
«Όταν ετοιμάστηκαν όλα, η Ησαΐα πρόσεξε πως ένα κουμπί χρυσό, μονό, δίχως άλλα κουμπιά που να τους ταιριάζει και να του ταιριάζουν, που το κρατούσαν για την αξία του και σαν οικογενειακό κειμήλιο, είχε παραπέσει πάνω στον πανικό με το ανοιγόκλειμα των σεντουκιών και είχε κυλήσει στο πάτωμα. Σκέφτηκε πως η πιο καλή κρυψώνα γι’ αυτό τον μικρό θησαυρό είναι το προφανές, κι έτσι το πήρε και το έραψε με λευκή κλωστή που ασήμωνε κάπως το κάτω μέρος του, όπως ασημώνει το φεγγάρι το νερό, πάνω στο ζακετάκι του μωρού, που ήταν έξι μηνών βρέφος, αβάπτιστο.»
Μια πορεία μέσα στη νύχτα οδυνηρή, αμφίρροπη αν θα μετατραπεί σε επιβίωση ή θάνατο, θα πάρει μορφή αρχαιοελληνικής τραγωδίας. Η Ησαΐα θα αναγκαστεί να σκοτώσει το σπλάχνο της για να γλυτώσουν από τη μανία των διωκτών τους, η οικογένειά της και όλοι όσοι προσπαθούν να σωθούν. Το κουμπί που είναι ραμμένο πάνω στο μωρό, θα βρεθεί στα χέρια του πατέρα του. Θα κατευθύνει τη ζωή των μετέπειτα γενεών. Ένα κουμπί με δύναμή μεταφυσική, ένα χρυσό σημάδι θα καθορίζει το μέλλον των αρσενικών απογόνων του Μοδέστου, του μικρού αδικοχαμένου μωρού, που το μνήμα του θα γίνει ένας βράχος στην άκρη ενός ποταμού.
Η Κάλι είναι η τελευταία απόγονος της οικογένειας της Ησαΐας. Η ηρωίδα είναι μια γυναίκα του σήμερα, κακοποιείται από τον σύντροφό της, χάνει την αξιοπρέπεια και την υπόστασή της. Πέφτει θύμα εκμετάλλευσης του Τζώρτζη, ενός άντρα χωρίς ηθικές, αξίες, που θεωρεί τη γυναίκα μέσο εκμετάλλευσης.

Το «Κουμπί» γίνεται για εκείνη μέσο αφήγησης, λύτρωσης και αυτογνωσίας. Της δίνει τη γνώση και το δικαίωμα να επέμβει στην ανθρώπινη ζωή. Η μεταφυσική δύναμη που ακολουθεί το χρυσό κουμπί είναι μια φοβική ερμηνεία που το ακολουθεί στο πέρασμα του χρόνου και το μεταδίδουν μυστικά οι γυναίκες της γενιάς της Κάλις.
Το πολύτιμο αντικείμενο έχει μια σημειολογική περιγραφή. Στο ένα του τέταρτο υπάρχει ένας σταυρός και γύρω του ένα δυσδιάκριτο στεφάνι ενός φιδιού με τρία κεφάλια. Οι γυναίκες που το είχαν στην κατοχή τους το κρύβουν στη σιωπή και το μετουσιώνουν στις ζωές τους σαν ενοχή. Η Κάλι, η τελευταία γενιά, καταφέρνει να του δώσει την πραγματική αξία και την ευθύνη της συλλογικής μνήμης που του αναλογεί.
Η αξία της ανάμνησης και η ουσία της μνήμης είναι το βασικό μήνυμα του μυθιστορήματος της Μαρίας Συτμαλίδου. Η ηρωίδα του παρόντος τιμά τους νεκρούς της και τους λυτρώνει. Ό, τι ξεχνάμε είναι ένα κομμάτι που κόβεται από την υπόστασή μας, μέχρι να απομείνουμε ένα κενό σαρκίο χωρίς συνειδητότητα και ταυτότητα. Γι’ αυτό οφείλουμε να θυμόμαστε. Οι σκέψεις της την οδηγούν στην αλήθεια. Η μάχη του καλού με το κακό δικαιώνει, η Ιστορία αποκαθιστά και ερμηνεύει.
«Γιατί δεν το σκότωσε μονάχη της η Ησαΐα εκείνη τη νύχτα. Το σκότωσαν και οι άλλοι με τη στάση τους. Όμως όλοι είναι τώρα νεκροί. Και οι νεκροί είναι πιο εύκολοι στις μετακινήσεις απ’ όσο οι ζωντανοί∙ δεν χωρίζονται από ηπείρους, δεν σταματούν σε σύνορα, δεν τους νοιάζει φυλή, θρησκεία, γλώσσα. Συνεννοούνται μια χαρά, δίνουν εξηγήσεις δίχως υπεκφυγές. Και το χώμα ανακατώνεται πολύ εύκολα με μια βροχή, με μια ριπή ανέμου. Το χώμα ευνοεί τους εναγκαλισμούς. Έτσι συγχωρούνται μεταξύ τους. Ακολουθούν μια πανάρχαια λογική για να αποφύγουν την Κόλαση.»
Λογοτεχνικό έργο με λόγο άμεσο, πλαισιωμένο με μια ζωντανή αφήγηση, με ισορροπημένη τραγική χροιά, βαθιά συγκινητικό, έμπλεο συναισθημάτων που προσκαλούν τον αναγνώστη σε μια θυμική συνάντηση δυνατή και καθοριστική. Τα συμπεράσματα της ηρωίδας γίνονται κάλεσμα, προτρέπουν τον αναγνώστη να συμπορευτεί και να μην ξεχάσει.

«Την Ησαΐα, Κάλι, την κατάπιε η ιστορία αμάσητη. Θα χρησιμοποιήσεις την κατάρα, τον θυμό του βρέφους, για. εκδίκησή σου; Όλες, κοίτα τες, είναι παραταγμένες οι γυναίκες φαντάσματα απέναντι από σένα και σε κοιτούν κατάματα.»
Οι ηρωίδες, Ησαΐα, Κρατερή, Συμέλα, Κάλι, είναι ρίζες του ίδιου δέντρου. Είναι φύλακες ενός μυστικού που η ενοχή και ο πόνος το μετουσίωσε στην ίδια τη ζωή τους. Μετατρέπεται στο μυαλό τους σε κατάρα, αποτέλεσμα μιας ανίερης πράξης. Η συγγραφέας καταφέρνει, μέσα από την τελευταία απόγονο, να δικαιώσει και να λυτρώσει τη μνήμη και τον άδικο χαμό. Η Μαρία Συτμαλίδου δημιουργεί ένα ανάθημα για όλους εκείνους που χάθηκαν και βασανίστηκαν, αλλά και για όσους συνεχίζουν να τιμούν τους νεκρούς του Πόντου.