Άγγελος Σικελιανός
Άγγελος Σικελιανός, για τον ποιητή,
πώς να έζησαν τις καθημερινές τους απλές στιγμές όλοι εκείνοι οι σπουδαίοι που άφησαν βήματα και αποτυπώματα από έργο αιώνιο και παντοτινό; Διαβάζω για γεννήσεις μακρινές, από μανάδες και πατεράδες απλοϊκούς ή με τιμές και αξιώματα, για θανάτους φτωχικούς και άτυχους. Θανάτους που σήμερα μπορεί να μην είχαν συμβεί. Σκέφτεσαι, πόσο εμπλεκόμενοι είμαστε όλοι με τη μοίρα, την τύχη και τη συγκυρία; Ίσως εκείνοι να το είχαν διαπιστώσει πιο γρήγορα στη ζωή τους, γι’ αυτό και κάθε τους δημιούργημα είχε εκτόπισμα. Για να νικήσει η υστεροφημία τους το κοινό τέλος του ανθρώπινου είδους που, όπως και να το κάνεις, το χαρακτηρίζει μια ισότητα που δε σηκώνει διακρίσεις.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Και η διάρκεια της ζωής τους; Πώς γίνεται να είναι μόνο οι πτυχές της δημιουργικότητάς τους; Δύσκολη η απάντηση. Μπορεί, όμως, και να μην είναι τελικά. Ταγμένοι σε μια επιθυμία που γίνεται αποφασιστική επιλογή, γίνονται ένα με το έργο τους και οι βίοι τους προκαλούν τις εμπνεύσεις τους. Ω, είναι ασύλληπτο! Καμώνουν τη ζωή τους έτσι ώστε να παίρνουν από αυτή όλα όσα χρειάζονται για να δημιουργήσουν!
Ο Αλαφροΐσκιωτος
Ακούστε, ακούστε με! Αν ετρέμανε
στην κούνια τα βυζασταρούδια,
εμένα με νανούρισαν,
των αντρειωμένων τα τραγούδια.
Εμέ, λεχώνα η μάνα μου,
στην μπόρα τη μαρτιάτικη
που 'χε τα ουράνια ανοίξει,
εσκώθη και με πήρε στην αγκάλη της
τον πρώτο κεραυνό για να μου δείξει!
Μάνα φωτιά με βύζαξες
κι είναι η καρδιά μου αστέρι;
Τι σημασία έχει πότε γεννήθηκε ο Άγγελος Σικελιανός; Γιατί κάποιος να γράψει τη βιογραφία του, όταν ο ίδιος έχει γράψει μέσα σε λίγους στίχους λυρικούς και γεμάτους με τις αρχαίες καταβολές την ίδια την αρχή του;
Όταν οι δημοσιογράφοι δεν ήταν στημένοι σε κάθε δρόμο με μηχανές φωτογραφικές, όταν δεν τους καλούσαν στο τηλέφωνο για να τους ενημερώσουν πότε θα έβγαιναν για ψώνια, για μπάνιο, για φαγητό για ένα «αυθόρμητο» ενσταντανέ, υπήρχαν κάτι περιγραφές, που άγγιζαν τη λογοτεχνία, για εκείνους.
«Ένα βράδυ, ο Τίμος Μωραΐτίνης καθώς βολτάριζε σ’ ένα ερημικό ακρογιάλι του Ξυλοκάστρου, είδε άξαφνα πίσω από έναν βράχο τον Άγγελο Σικελιανό να κυλιέται ολόγυμνος μέσα στα κύματα και να φωνάζει μερικά από εκείνα τα γνωστά αρχαιολατρικά παραμιλητά του: “Πιάσε με από τον αφαλό, Αναδυόμενη Αφροδίτη, κι έλα να κάτσουμε στον αφρό για να σκάσωμε τον Ποσειδώνα και την Αμφιτρίτη”. Τότε ο Μωραϊτίνης κρύφτηκε πίσω από τον βράχο και υποκρινόμενος τη γυναικεία φωνή του είπε: “Όχι κουκλί μου, δεν θα πιαστώ από σένα, γιατί είμαι αναδυομένη και συ με την κοιλιά που έκαμες είσαι …καταδυόμενος, και θα με βουλιάξεις κι εμένα!”»
Και ο έρωτας και η ζωή της αγάπης και της έμπνευσης ήταν αποσπάσματα από μακροσκελή γράμματα που σήμερα φαντάζουν βαρετά και πομπώδη. Ποιος να τα γράψει; Ακόμα χειρότερα, ποιος να τα σκεφτεί; Όλοι όμως θα τα διάβαζαν, μιας και αποτελούν εκμυστηρεύσεις με ομορφιά μοναδική.
21 Μαΐου, 1939, Σαλαμίνα
«Άννα, ουτ’ ο Έρωτάς μου, ούτε ο Γάμος μας μεθαύριο μπορούν να χωριστούν, ο Έρωτάς μας ήταν κι είναι ο πιο μεγάλος Γάμος, όπως αύριο ο Γάμος μας θα είναι ο πιο μεγάλος Έρωτας! Κι αυτή η Αλήθεια, αυτή η ύψιστη Πραγματικότητα (όχι μονάχα για μας, γιατί και ο Γάμος και ο Έρωτάς μας θα ‘ναι το θεϊκό προζύμι για την αναγέννηση ολόκληρου του κόσμου), δεν μπορεί από κανέναν πια να διασπαστεί. Κι αλίμονο, αν εμείς βοηθήσουμε οπωσδήποτε στη διάσπαση αυτή».
Προς την Άννα Σικελιανού, λίγο πριν τον γάμο τους (Από το βιβλίο της Νίκης Ταγκάλου, Έρωτας στα Χρόνια της Λογοτεχνίας, εκδ. Πηγή).
17 Φεβρουαρίου, 1945, Παλαιό Φάληρο
Αν είδες χτες τον ουρανό με το φεγγάρι, έτσι μόνο θα νιώσεις την απεραντοσύνη της αγκαλιάς μου, ολόγυρα από Σε! Έτσι θα νιώθεις πως με το να την κρατάω ολάνοιχτη, όπως την κρατώ, δε μακραίνω τα χέρια μου από Σε, μα καταργώ την απόσταση και τη φωτίζω και τη γεμίζω ολόκληρη με τον παλμό σου! Άρχισα κιόλας να δουλεύω, ζωή μου, τόσο ήταν επιταχτική η ανάγκη αυτή μπροστά στον Θεό που ίσαμε με τούτη τη στιγμή που ήρθε ο Λάκης η ψυχή μου και το χέρι μου δουλεύανε και προχωρούν αβίαστα στον δρόμο που ο ίδιος ο Θεός, χωρίς καμιάν αμφιβολία, μου έταξε να κάμω, για να γενεί και γι’ αλλουνούς στρατί και μονοπάτι. Ζω σ΄ αυτήν την αλήθεια, πως μόνο τότε θα είμαι άξιος του Θεού και άξιος Σου, όταν κάμω το χρέος μου, καθώς το κάνω, με απέραντη περισυλλογή και αγόγγυστα…[…]
Προς την Άννα Σικελιανού, (Από το βιβλίο της Νίκης Ταγκάλου, Έρωτας στα Χρόνια της Λογοτεχνίας, εκδ. Πηγή).
Δεν μπορώ άλλο να αναρωτηθώ πώς θα ήταν η ζωή ενός σπουδαίου και μοναδικού. Και δεν υπάρχει και λόγος, εδώ που τα λέμε. Πώς αλλιώς να ζούσε; Η ίδια του η ζωή είναι το έργο του. Και κάθε λέξη ή σκέψη του είναι έμπνευση για το δημιούργημά του.
Ό Άγγελος Σικελιανός πέθανε στις 19 Ιουνίου του 1951, από ένα τραγικό λάθος! Στις 4 Ιουνίου 1951 η οικιακή βοηθός του αντί για το φάρμακό του, «Νιζόλ», του δίνει το απολυμαντικό «Λιζόλ», με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρά εγκαύματα στα αναπνευστικά του όργανα. Στις 19 Ιουνίου 1951 θα αφήσει την τελευταία του πνοή στην κλινική «Η Παμμακάριστος» της Αθήνας.
Ευτυχώς, τίποτα δεν ήταν λάθος σε ό, τι έζησε. Γιατί το επέλεξε μόνος του. Ο αγαπημένος και παντοτινός του φίλος, Νίκος Καζαντζάκης, θα γράψει:
«…Σαράντα χρόνια φιλία ακατάλυτη μ’ έσμιγε με το Σικελιανό, ήταν ο μόνος άνθρωπος που μπορούσα ν’ αναπνέω, να μιλώ, να γελώ και να σωπαίνω μαζί του. Τώρα η Ελλάδα άδειασε…»