Τέλη 3ου αιώνα μ.Χ. Ψηφιδωτή τοιχογραφία που δείχνει κορίτσια να φοράνε...μπικίνι! Έπαυλη Villa Romana del Casale, Πιάτσα Αρμερίνα, Επαρχία της Έννα, Σικελία.
Το Καλοκαίρι οι μέρες είναι πλατιές και κερδίζουν το σκοτάδι της νύχτας, ο ήλιος είναι πιο κοντά στα ανθρώπινα και προκαλεί χαρά. Αυταπάτη είναι στην πραγματικότητα, αλλά δεν πειράζει -σάμπως η μόνη είναι; Νιώθεις πως κερδίζεις χρόνο, ακόμα και αυτή η ψευδαίσθηση είναι μια πολύτιμη ευδαιμονία. Ξέρεις, το καλοκαίρι δε λεγόταν πάντα έτσι. Και καλά είναι να ακολουθούμε την εξέλιξη, στη γλώσσα, στις συνήθειες, στα περάσματα που κάνει ο χρόνος από την ιστορία του ανθρώπου, αλλά, καλύτερο είναι να ξέρεις και πώς έλεγαν παλιά, πολύ παλιά, όλα όσα τώρα τα λες όπως τα λες. Λοιπόν, θα σου γράψω μια ιστορία για τα πρώτα καλοκαίρια στην Ελλάδα και τους μύθους που οι πρόγονοί μας δημιούργησαν.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Το Θέρος ήταν μια θεότητα με φτερά. Αδελφές του ήταν οι Εποχές, Έαρ, Οπώρα και Χειμών -γιατί είχαν ονόματα αρσενικά, θηλυκά και γενικότερα όλα τα γένη δεν το γνωρίζω, αλλά μύθος είναι, όλα επιτρέπονται! Ήταν παιδιά του Απόλλωνα, του Ήλιου. Οι περίοδοι που η κάθε Εποχή κατείχε ήταν διαφορετική από σήμερα. Το Θέρος και ο Χειμών είχαν μήνες τέσσερις, οι δε Έαρ και Οπώρα από δύο. Σοφό! Ακόμα κι αν σήμερα λέμε πως χάθηκαν οι Εποχές, στην πραγματικότητα πάντα χαμένες ήταν. Οι αρχαίοι το ήξεραν, απλώς χώριζαν τις Εποχές σύμφωνα με τις εργασίες και τις ανάγκες τους. Το καλοκαίρι και ο Χειμώνας, όμως, πάντα κράταγαν τη μερίδα του Λέοντος. Τέλος πάντων!
Το Θέρος κρύβει από τα παλιά χρόνια μια περίοδο μελανή. Ναι! Ο καύσωνας δεν είναι μια καινούρια συνθήκη που ο σύγχρονος τρόπος ζωής μάς έκανε να ζούμε. Οι αρχαίοι τον ονόμαζαν «καύμα», και ήταν η περίοδος που ο Σείριος, το φωτεινό αστέρι, ανέτειλε μαζί με τον Ήλιο -μεγαλώνει η μέρα είπαμε! Τότε, βέβαια, ξεκινούσε λίγο αργότερα και οι μέρες με το «καύμα» είχαν επίσης ονομασία. Λέγονταν «Κυνάδες Μέρες». Και αυτό έχει εξήγηση και, όταν εξηγείς τα πάντα, μπορείς και ξεχνάς το κακό που σε βρήκε και έτσι το περνάς λίγο πιο ανώδυνα…

Ο Ωρίωνας, λοιπόν, γιος του Ποσειδώνα και της Γης, πήγε να βιάσει τη θεά Άρτεμη -ω, τι περίεργο! Οι θεοί και οι θεότητες δεν έκαναν ποτέ τέτοιες πράξεις (ψέματα! Συνέχεια βίαζαν και αρπάζανε). Η θεά, όμως, τον τιμώρησε και έστειλε έναν σκορπιό και του τσίμπησε τη φτέρνα -η φτέρνα ήταν πάντα αδύνατο σημείο, φαίνεται- έτσι ο Ωρίωνας, ο σκορπιός και ο σκύλος του Γίγαντα Ωρίωνα έγιναν αστερισμοί που ανήκουν στον Σείριο. Η Ανατολή του Σείριου φέρνει κακοτυχίες στους ανθρώπους. Πυρετούς, αρρώστιες, άσχημη αίσθηση στο ανθρώπινο σώμα. Όλα παίρνουν, όμως, μια όμορφη θέση στα δεινά της ζέστης του καλοκαιριού. Και δικαιολογούν και όλα όσα συμβαίνουν.
«Δροσίστε τα πνευμόνια σας με κρασί, γιατί το αστέρι του Κυνός, ο Σείριος έρχεται τριγύρω. Η εποχή είναι δύσκολη και όλα διψούν κάτω από τη ζέστη και το τζιτζίκι τραγουδάει γλυκά κάτω από τα φύλλα…οι γυναίκες τότε είναι αρκετά μιαρές και οι άνδρες αδύναμοι, όσο ο Σείριος τσουρουφλίζει τα κεφάλια τους και τα γόνατά τους.»
Αυτά γράφει ο ποιητής Αλκαίος, και δίνει και το ελεύθερο να γιορτάσει ο κόσμος με το κρασί και του Διόνυσου το αμπέλι.
Το Θέρος έχει παράγωγο το θερμός, άρα τη ζέστη, ενώ ο θερισμός είναι αποτέλεσμα εργασίας του θέρους. Το ρήμα θερίζω σημαίνει στην αρχαιότητα περνώ το καλοκαίρι, δηλαδή δρέπω -να και το δρεπάνι! Τώρα, για την ονομασία καλοκαίρι, η ερμηνεία είναι απλή. Προέρχεται από τις λέξεις καλός καιρός. Αρχικά «καλόκαιρος», με επεξήγηση bonus tempum. Οι Βυζαντινοί το έκαναν καλοκαίριον που μετατράπηκε σε καλοκαίρι.
Μη στα πολυλογώ, Το Θέρος είναι λίγο κουραστικό ώρες ώρες, αλλά δεν παύει να είναι η πιο τιμημένη εποχή του χρόνου. Η ποίηση το αγαπάει το καλοκαίρι, το μυαλό φοράει τα καλά του, η ζέστη δίνει μεγάλες ανάπαυλες, το μυαλό «ζωγραφίζει» όσα φαντάζεται. Εκφράζει όσα ζει με μεγαλύτερη ελευθερία, ο νους έχει καλό καιρό και η ψυχή του ανθρώπου μαζί, η Τέχνη γιορτάζει!
«Τόσο το θέρος, τόσα τα πουλιά, και σε μέγα βάθος
Η πάντων και πασών Ελληνίς η θάλασσα»
Λέει ο Οδυσσέας Ελύτης στη συλλογή Εκ του Πλησίον.
«Χάρμα η ξιπολιά σε καλοκαίρια ρωμαίικα!»
Σκέφτεται ο Νίκος Καρούζος
«σκέψου να μην πρόφταινα κι αυτό το καλοκαίρι
να δω το φως ξανά εκτυφλωτικό
να νιώσω την αφή του ήλιου στο κορμί μου
να οσμιστώ δροσερές και χαλασμένες μυρωδιές
να γευτώ γλυκόξινες και πιπεράτες γεύσεις
να ακούω τα τζιτζίκια ως τα κατάβαθα της νύχτας
να καταλαβαίνω τους δικούς μου που αγαπώ
να μην αδημονώ μ’ αυτούς που με στηρίζουν
να αφήνω κι άλλες ζωές να μπαίνουν στη δική μου… »Ο Τίτος Πατρίκιος περιγράφει τα όμορφα καλοκαίρια μας υπέροχα!
Όσα κι αν έρχονται και φεύγουν, όλα όσα ταλαιπωρούν τους ανθρώπους και τους κάνουν σκυθρωπούς και μελαγχολικούς, το καλοκαίρι τα μαγεύει. Τα σταματά λιγάκι, δεν τα εξαφανίζει, αλλά δίνει όμορφα φεγγάρια, μελωδίες από τζιτζίκια, δροσερά φρούτα γλυκά, μια θάλασσα μάγισσα και παίρνει για λίγο τη σκέψη που ασχημαίνει τα μάτια και το χαμόγελο.