Η Παναγιά η Γοργόνα, Στράτης Μυριβήλης
Λίγες σκέψεις για την Παναγιά Γοργόνα, του Στράτη Μυριβήλη. Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Οι εκδόσεις της Εστίας, περίπου το 1992, σε κάθε βιβλίο από την Παναγιά Γοργόνα, του Στράτη Μυριβήλη είχαν και μια διαφορετική εικονογράφηση, από τον Μάριο Αγγελόπουλο. Τα φύλλα του για να το διαβάσεις, έπρεπε να έχεις έναν χαρτοκόπτη για να κόβεις τις σελίδες του (τότε μου φαινότανε βαρετό και δυσανασχετούσα από μέσα μου, μα σήμερα θυμάμαι τη σκηνή με νοσταλγία).
Η ιστορία
Ένας καπετάνιος, ο Ηλίας Δεδές, φτάνει στη Συκαμιά της Λέσβου, αλλά κανείς δεν ξέρει γι΄ αυτόν. Φτιάχνει με τα σύνεργά του στο ξωκλήσι του χωριού στην άκρη του μώλου, «που τον φυσά ο μπουνέντης» (δυτικός άνεμος) μία αγιογραφία σε έναν τοίχο της. Ζωγραφίζει μία Παναγιά, που το πάνω μέρος της είναι το αγαπημένο πρόσωπο, μελαχρινό, στρογγυλεμένο και με μικρό στόμα, με γαϊτανόφρυδα και σκούρα μάτια. Μα το κάτω μέρος της έχει το σώμα της γοργόνας. Κρατάει ένα καράβι στο δεξί της χέρι και μία τρίαινα στο αριστερό και βγαίνει πάνω από τη θάλασσα. Μετά εξαφανίζεται και κανείς δεν μαθαίνει γι΄ αυτόν.
Μετά από λίγα χρόνια, στη Συκαμιά, έρχονται άνθρωποι από τη Μικρασία, μετά το μεγάλο κακό. Και μέσα από την πικρή και ταλαίπωρη ζωή τους προσπαθούν να αναστηθούν και να επιβιώσουν, με τη μνήμη όμως και την ελπίδα, που τους δίνει ο Αυγουστής, ο δάσκαλος, που ονειρεύεται την εκπλήρωση της Μεγάλης Ιδέας.
Ο Βαρούχος και η Νερατζή έχουν χάσει το κοριτσάκι τους, αλλά το κύμα βγάζει μπροστά στα μάτια του ψαρά ένα παιδάκι όμορφο σαν τον άγγελο που θα μεγαλώσει με όλη την αγάπη και την έγνοια του ζευγαριού. Τη Σμαραγδή. Αιθέρια και γήινη, αμαρτία και πόθος για τους νέους του νησιού, λύτρωση και αγίασμα όμως το κορίτσι.
Στο μεγάλο αυτό έργο της Ελληνικής Λογοτεχνίας, παίρνει μέρος όλη η αλήθεια της Ελλάδας εκείνης της εποχής. Το μικρό χωριό της Συκαμιάς της Λέσβου -Μουριά και η Σκάλα της στο βιβλίο- είναι μία μικρογραφία της Ελλάδας και η πένα του Στρατή Μυριβήλη -μιας και γι΄ αυτόν μιλάμε σήμερα- είναι χειμαρρώδης και ουσιαστική, ρεαλιστική και μεταφυσική, ίσως περισσότερο από τα δύο άλλα έργα της τριλογίας αυτής. Οι ήρωες είναι πρόσωπα αληθινά, η θεία Περμαχούλα κρύβει όλη τη λαϊκή θυμοσοφία, γνωρίζει και μιλάει με τρόπο που έρχεται από την Ανατολή, το κορίτσι είναι μία αλληγορία όλων των κοριτσιών που ζήσαν την ορφάνια σαν προσφυγοπούλες, την κακοποίηση, τη ζήλεια, και τον μύθο που έσερναν πίσω τους για τη μαγεία και το πλάνεμα των εξ Ανατολών θηλυκών. Οι Γκαντζαλήδες, που έχουν το κακό μέσα τους, ο έρωτας και η κακιά η μοίρα όσων ερωτεύονται τη Σμαραγδή.
Λίγες σκέψεις
Η Παναγιά η Γοργόνα είναι ένα μυθιστόρημα της αληθινής Ελλάδας, μία ιστορία για τους Πρόσφυγες της Μικρασίας που αναφέρεται στον αγώνα τους μετά το μεγάλο κακό. Το μέρος εκείνο, που είναι γενέτειρα του συγγραφέα, το αγαπάει ο κάθε αναγνώστης που θα διαβάσει την Παναγιά Γοργόνα. Κρύβει τόσο θαυμαστές και πονεμένες ιστορίες που θα χάνεται σε κάθε σελίδα του σε κάτι αληθινό μα συνάμα ουράνιο.
Η Παναγιά η Γοργόνα
Ακόμα και αυτή η τοιχογραφία, που, καθώς λένε, ακόμα υπάρχει ένα μέρος της στο μικρό εκκλησάκι της Συκαμιάς, είναι μία μορφή αλλιώτικη. Κανείς δεν ξέρει πώς ξεπετάχτηκε αυτή η έμπνευση γι΄ αυτή την αγιογραφία. Μα όλοι αναλογίζονται πως τέτοιες ζωγραφιές κρύβουν όλη την θεώρηση και τον Πολιτισμό του τόπου αυτού. Ένα τρικέρι, σαν του θεού Ποσειδώνα στο ένα χέρι, μισό κορμί ψαριού να αναδύεται μέσα από τα κύματα. Η φυλή αυτή, η ελληνική, έχει τόσα μικρά κομμάτια μέσα της από το παρελθόν, που η Πίστη της ταυτίζεται με τα παθούμενά της· αγωνίζεται με τη θάλασσα και χάνει παιδιά, τάζει για να γυρίσουν ασφαλή πίσω, προσεύχεται για να σταματήσουν τα θεριά τα κύματα, παλεύει με τη γη και τη θάλασσα, όλα τα χρόνια από τη γέννησή της. Όσοι δεν κατανοούν την τοιχογραφία της Παναγιάς της Γοργόνας, πρέπει να διαβάσουν το μυθιστόρημα του Στρατή Μυριβήλη, γιατί η Σμαραγδή του, είναι όσα σηκώνει η Παναγιά μας από τα πάθη, τα λάθη και τους καημούς μας. Τις αλήθειες και τους φόβους μας, τις επιθυμίες και τα κρίματά μας. Τον αγώνα και τη νίκη μας.
«Το ξωκλήσι δεν είναι να πεις τίποτα παλαιικό χτίσμα, απ’ αυτά τα μικρά αριστουργήματα που μαστόρεψε η βυζαντινή αρχιτεχτονική σ’ όλη την Ελλάδα. Είναι τετράγωνο και γερό, χτισμένο με πολλή ευλάβεια και λίγο γούστο από κάτι θεοφοβούμενους μαστόρους και ναύτες, πάνε τώρα εβδομήντα ή ογδόντα χρόνια.
σελ. 28 κεφαλαιο 1
Περνούσαν με μια μπρατσέρα, κι ο εργολάβος τους μαζί, συμφωνημένοι στα βορεινά του νησιού, σ’ ένα κεφαλοχώρι, να χτίσουν κάποιο σαπουνάδικο. Στο δρόμο τους πήρε αλακάπα ένα άγριο μπουρίνι. Πήγαν να μπατάρουν εκεί απέξω στον κάβο – Κόρακα, σαν αντίκρισαν ξάφνου της Παναγίας τα ράχτα. Γλίτωσε μας, τάχτηκε ο εργολάβος, και μεις θα σου χτίσουμε ένα ξωκλήσι. Μεμιάς καταλάγιασε ο καιρός, οι μαστόροι και το τσούρμο απάγγιασαν στο μικρό λιμάνι της Παναγιάς. Δέσανε πρυμάτσα και κάμαν το τάμα τους. Γι’ αυτό το κλησάκι τούτο μοιάζει τόσο πολύ με μικρό λαδομάγαζο.
Έχει ένα καμπανάκι κρεμασμένο από σιδερένια καμάρα. Από σκέτο σίδερο είναι κι ο διπλός σταυρός πάνω στη σκεπή. Έχει ακόμα κ’ ένα ψηλό κατάρτι για τη σημαία, σιδεροδεμένο με χυτό μολύβι στο βράχο και στις γωνιόπετρες, εκεί πίσω στη ράχη της αχιβάδας. Αυτό το ξύλο είναι λάφυρο από τη ναυμαχία της «Έλλης» και το παρακύλησε το κύμα ως εδώ γύρω. Το περιμάζεψαν οι χωριανοί, και σα λευτέρωσε ο «Αβέρωφ» το νησί, το σήκωσαν εκεί και ισάρισαν μια μεγάλη γαλανόλευκη να παίζει χαρωπά με τον αγέρα κάθε Κυριακή, να τη βλέπουν και να καμαρώνουν»
«Μέσα στο κλησάκι φύλαγε μια μικρή σανιδόκασα. Εκεί μέσα είχε τα σύνεργα του. Ντενεκεδάκια με λαδομπογιές, νερομπογιές και πινέλα. Μια ματσόλα, μια σφήνα, κάτι στουπιά, πίσσες και τέτοια, όλα χρειαζούμενα για το καλαφάτισμα και τα μερεμέτια του σκαριού. Ήτανε την πάσαν ώραν έτοιμος να δώσει ένα χέρι στο παλάμισμα, στο πάστρεμα, στο φόρτωμα της σαβούρας. Όμως η χαρά και το μεγάλο μεράκι του ήταν να ζουγραφίζει γοργόνες και λουλούδια στις μάσκες των καϊκιών που τούδιναν να μπογιαντίσει. Όλες οι γοργόνες του χαμογελούσανε σαν τα αρχαϊκά είδωλα. Και στο δικό του πρόσωπο ήταν το ίδιο το χαμόγελο. Έξαλλου κι όλα τα λουλούδια του είχανε χρώματα αφύσικα. Έβαφε τα τριαντάφυλλα του γαλάζια, πράσινα ή ασημιά, έκανε τα φύλλα βυσσινιά ή μαβιά, ανάλογα με τη μπογιά που του χτυπούσε στο μάτι κατά το κέφι της στιγμής.
σελ 32 κεφαλαιο 1
Τούλεγαν οι ναυτικοί :
-Κόκκινα, μαθές, είναι τα τριαντάφυλλα, καπτά – Λιά. Πώς γίνεται και τα δικά σου είναι πράσινα σαν τα τσάγαλα!
– Έδετσι είναι τα δικά μου, απαντούσε κείνος και χαμογελούσε δίχως να σηκώνει κεφάλι. Κόκκινα κι άσπρα τριαντάφυλλα βρίσκεις σ’ όλα τα περβόλια, γιε μου. Γαλάζια και πράσινα μόνο ετούτα είναι σ’ όλο το ντουνιά».
Ο Στράτης Μυριβήλης φεύγει από τη ζωή στις 19 Ιουλίου του 1969
«Καθένας κι ο νους του. Καθένας κι ο θεός του».