Μαρίκα Κοτοπούλη
Η Μαρίκα Κοτοπούλη γεννιέται στις 3 Μαΐου του 1887 και θα αναδείξει τη σπουδαιότητα της μέσα από τη θεατρική σκηνή. Η Μαρίκα Κοτοπούλη υπήρξε η πιο σημαντική ηθοποιός του 20ου αιώνα. Μια σπουδαία ιέρεια του ελληνικού θεάτρου. Δασκάλα αρκετών από τους μεγάλους μετέπειτα ηθοποιούς, με την έννοια της επίδρασης του υποκριτικού της ταλέντου. Υπάρχουν αρκετές πηγές τόσο βιογραφικές όσο και δημοσιογραφικές, αλλά και αρχεία θεατρικά που αναφέρουν δράσεις της ζωής της. Υπάρχει και μία ζωντανή μαρτυρία από τον άνθρωπο που αγάπησε και την καθόρισε, όσο είναι δυνατόν να καθορίσει κάποιος έναν χαρακτήρα σαν της γυναίκας Μαρίκας Κοτοπούλη. Το ημερολόγιο του Ίωνα Δραγούμη.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Η αλήθεια είναι πως τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως αφήνονται να εννοηθούν. Οι άνθρωποι αρέσκονται να επιμένουν στη λαμπρή πλευρά ενός σημαντικού προσώπου, αγνοώντας με επιτήδευση τη σκοτεινή και ανθρώπινη πλευρά του· είναι σίγουρο πως όλοι έχουμε.
Η Μαρίκα Κοτοπούλη ήταν μία γυναίκα με πάθη και τσαγανό, αν σκεφτεί κανείς την εποχή που δημιούργησε και έδρασε ως καλλιτέχνης. Η θέση της γυναίκας ήταν υποβαθμισμένη και οι ηθοποιοί θεωρούνταν ανήθικες. Η Κοτοπούλη έχαιρε εκτίμησης από το κοινό και σεβασμού. Πάντα όμως κατακρινόταν για τη ζωή της και τις προσωπικές της επιλογές. Είχε πάντα θέση για τα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα του τόπου -υπέρμαχος του Ίωνα Δραγούμη, εχθρικά διακείμενη του Ελευθέριου Βενιζέλου- και αυτό ήταν και η αιτία να καταστραφεί το θέατρό της στον Εθνικό Διχασμό.
Το 1929 δημιουργεί την Ελεύθερη Σκηνή, μαζί με τον Μυράτ και τον Μελά. Τότε εκδίδει Μανιφέστο, το οποίο κυκλοφόρησε στον Τύπο της εποχής στις 31 Μαρτίου:
[…] Ανώτερη καλλιτεχνική και ηθική επιταγή, μας επιβάλλει να μη μείνουμε με οποιονδήποτε τρόπο συντελεσταί και απαθείς θεατές μιας πτώσεως που θα είχε δυσάρεστες συνέπειες…[…]
Πιστεύουμε στην τέχνη των Τεχνών, όπως σε μια θρησκεία της ομορφιάς στην ανώτερη έκφρασή της, που έχει την ακατάβλητη δύναμη ν΄ ανανεώνει αδιάκριτα το συμβόλαιό της…
Ο έρωτάς της για τον Δραγούμη υπήρξε καθοριστικός για τη θεατρική της πορεία. Όταν της ζητήθηκε να πάει στο Παρίσι και να μαθητεύσει δίπλα στη Σάρα Μπερνάρ, εκείνη αρνήθηκε, για να μην αφήσει τον άντρα που αγαπούσε. Γράφει ο Ίων Δραγούμης στο ημερολόγιο του για εκείνη:
«Είπαν και για μένα πολλά οι άνθρωποι και οι σεμνότεροι και οι ηθικολόγοι και οι σκανταλιάρηδες και οι καλοθελητές και οι γυναίκες, που άφησα τις δουλειές μου, πως χάνομαι για μια θεατρίνα, πως χάνομαι για μια θεατρίνα, ανάξια και παιχνιδιάρα που με γελά, πως από το σπίτι μου ενεργούν για να με βγάλουν από δω πέρα, πως δεν ταιριάζει στη θέση μου κι εκθέτω το όνομά μου έτσι, πως κερνώ κάθε μέρα σαμπάνιες και καταξοδεύομαι για τη γυναίκα αυτή, πως εξαιτίας της δεν έχω καλές συναναστροφές, και άλλα πολλά τέτοια που με διασκεδάζουν…»

Έτσι περιγράφει την κοινωνική και ηθική άποψη των καιρών για τη θεατρίνα Κοτοπούλη. Εκείνος όμως, στις προσωπικές του εξομολογήσεις γράφει:
«Έχει φως μέσα της, και το φως αυτό είναι δύναμη που δεν την έχει ο καθένας, και μαζί με την ειλικρίνειά της γίνεται ελευθερία».
Η Μαρίκα Κοτοπούλη, σε φίλους της είχε πει:
«Μόλις αντίκρυσα τον Δραγούμη με καταγοήτευσε. Τον ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά. Ήταν τότε 31 χρόνων, με ανάστημα μέτριο, αλλά πολύ επιβλητική εμφάνιση. Λιγνός στεγνός και κάπως αυστηρός…»
Η σημαντική αυτή γυναίκα του τόπου είχε δύο πλευρές που δύσκολα μπορούσαν να μην επηρεάσουν η μία την άλλη. Ήταν ένα πλάσμα εξαναγκασμένο από τον οικογενειακό της κύκλο, από τις ηθικές επιταγές της εποχής, μεγαλωμένο πρόωρα μέσα σε μία σκληρή ζωή θεατρική, από μωρό παιδί, και το επάγγελμά της της έδωσε δύναμη να αντισταθεί στα πρότυπα που επικρατούσαν στην τότε κοινωνική πραγματικότητα. Η προσωπική ζωή της και αυτή του θεάτρου ήταν το αντίβαρο, η αλήθεια που έκρυβε μέσα της. Η αντίσταση και η άρνησή της να δεχτεί τα δεδομένα μιας εποχής που κατηγοριοποιούσε τη γυναίκα στη χαμηλότερη κοινωνική βαθμίδα.
«Μπορεί η κριτική να μην έχει πάντα δίκιο. Όμως πρέπει να ξέρετε πως περισσότερο ωφελήθηκα από τις κακές κριτικές, παρά από τις καλές. Αν σου γράψουν ”έξοχη”, ”άφθαστη”, ”υπέροχη”, θα ευχαριστηθείς, θα φουσκώνεις σαν τη γαλοπούλα. Κι ύστερα, ποιο το κέρδος σου; Ενώ μία αρνητική κριτική είναι σαν τη γελοιογραφία. Σου επισημαίνει τα ελαττώματά σου, μεγεθύνοντάς τα. Αν η μύτη σου είναι λίγο μεγάλη, θα σε πει μυταρού, αν είσαι λίγο παχουλή, θα σε πει χοντρή».
Όταν της διάβασε ο Δημήτρης Μυράτ την κριτική που της έκανε ο Αιμίλιος Χουρμούζιος στην Καθημερινή, τον είχε λούσει κρύος ιδρώτας, γιατί δεν ήξερε πώς θα αντιδράσει με την κακή άποψη που είχε αποκομίσει. Τελειώνοντας, κούνησε το κεφάλι της και τον κοίταξε στα μάτια. «Έχει δίκιο. Έχει δίκιο», του είπε…