Ουρί, Καμέλ Νταούντ
Το Ουρί, του Καμέλ Νταούντ, είναι μια ιστορία αφιερωμένη στη μνήμη και στη διττή έννοια που παίρνει η λήθη στις ιστορίες των ανθρώπων. Το θέμα του μυθιστορήματος αφορά ιστορικά τον δεκαετή εμφύλιο πόλεμο της Αλγερίας μεταξύ 1991-2002, που αναφέρεται εναλλακτικά και ως Μαύρη Δεκαετία.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Ο Νταούντ συμπορεύεται με την ηρωίδα του, τη Φαζρ, στα ελληνικά Αυγή, και εξιστορεί μέσα από την εσωτερική της φωνή τη δική της ιστορία αλλά και του Αλγερινού λαού στα τραγικά χρόνια της εμφύλιας διαμάχης μεταξύ των στρατιωτικών και των εξτρεμιστών ισλαμιστών. Οι ταραχές που ξέσπασαν μετά την ακύρωση των εκλογών του 1991 στις οποίες νικητής ήταν το Ισλαμικό Μέτωπο Σωτηρίας εξελίχθηκαν σε ανεξέλεγκτη βία στην οποία πάνω από διακόσιες χιλιάδες άνθρωποι σφαγιάστηκαν, κακοποιήθηκαν βασανίστηκαν από ένοπλες ισλαμιστικές ομάδες.
Η αιματηρή περίοδος που στοίχησε τη ζωή σε απλούς ανθρώπους, παιδιά, γυναίκες, δημοσιογράφους, διανοούμενος και ανθρώπους των γραμμάτων έληξε γύρω στο 1999, όταν ο πρόεδρος της χώρας έδωσε αμνηστία στις περισσότερες ομάδες ισλαμιστών. Μεταξύ των όρων που προέκυψαν στη «Συνθήκη εκεχειρίας και λήξης του εμφυλίου πολέμου» ήταν και ο όρος κανένας από τον αλγερινό λαό να μην επαναφέρει μνήμες και μαρτυρίες από εκείνη τη μαύρη περίοδο. Οποιοσδήποτε αναφερόταν σε γεγονότα της εμφύλιας διαμάχης φυλακιζόταν.
Στις 31 Δεκεμβρίου του 1999 οι επαναστάτες θα επιτεθούν σε ένα χωριό της Αλγερίας, το Χαντ Τσεκάλα και θα δολοφονήσουν με τρόπο φρικτό σχεδόν όλο τον πληθυσμό του χωριού. Η οικογένεια της Φαζρ θα σφαγιαστεί, το μικρό πεντάχρονο κορίτσι, προσποιούμενη τη νεκρή, θα σώσει τη ζωή της, με ένα τίμημα βαρύ και τραγικό. Μια χαρακιά από το ένα αφτί της έως το άλλο, με κατεστραμμένες χορδές και ένα σωληνάκι τραχειοτομής που θα τη βοηθάει να ζει.
«Είμαι το αληθινό αποτύπωμα, το πιο απτό τεκμήριο που επικυρώνει όλα όσα ζήσαμε στην Αλγερία επί δέκα χρόνια. Κρύβω την ιστορία ενός ολόκληρου πολέμου, χαραγμένου πάνω στο πετσί μου από τα παιδικά μου χρόνια. Όσοι ξέρουν να διαβάζουν θα καταλάβουν, όταν συναντηθούν με το σκάνδαλο των ματιών μου και την τερατομορφία του «χαμόγελού» μου. Όσοι ξεχνούν ηθελημένα θα με φοβηθούν, θα φοβηθούν να με κοιτάξουν.»
Στα είκοσι έξι της χρόνια είναι κάτοικος του Οράν και η δεύτερη μάνα της, εκείνη που την έσωσε από τον όλεθρο που έζησε, της χαρίζει μια νέα ζωή. Η Φαζρ θα αφηγηθεί με τη μόνη φωνή που της έχει απομείνει, την εσωτερική, την ιστορία της, αλλά και αυτή ενός ρημαγμένου λαού που αποδεκατίστηκε από τον εμφύλιο σπαραγμό. Στην κοιλιά της ζει ο σπόρος μιας σχέσης χωρίς αίσιο τέλος. Θα την αποκαλεί «Ουρί», τη λέξη που ορίζει την ευτυχή μεταθανάτια ζωή στον μουσουλμανικό κόσμο. Η Φαζρ φοβάται να φέρει στη ζωή την κόρη που νομίζει πως κυοφορεί. Η διήγησή της είναι σκληρή, παίρνει μορφή μνήμης, ανασκαλεύει το πονεμένο παρελθόν της και μάχεται να δικαιολογήσει τη απόφαση που η μοίρα τής καθορίζει.
Ο Νταούντ, επηρεασμένος από την ανατολίτικη λογοτεχνική δομή, εκείνη από τις « Χίλιες και μια νύχτες», δημιουργεί ήρωες με ζωές παράλληλες, αλληλένδετες με τη «Μαύρη Δεκαετία», οι οποίες δημιουργούν αυτοτελείς ιστορίες, ενώ ένα έμβρυο περιμένει τον θάνατό του. Στην πραγματικότητα, δίνουν χρόνο σε ένα αγέννητο πλάσμα να συνεχίσει να ζει.
Ο συγγραφέας δημιουργεί εικόνες που προκαλούν τη μνήμη. Ζωντανές, τραγικές, με ανθρώπινο πόνο και απόγνωση. Τα πρόσωπα συμβολίζουν, μέσα από τις σκληρές τους αφηγήσεις, την αναγκαστική λήθη την οποία υπέστησαν. Πώς διαμορφώνονται τα χαρακτηριστικά ενός λαού σε μια χώρα που εξαναγκάζεται σε ιστορική λησμοσύνη;
Ο φόβος έρχεται αντιμέτωπος με την υποβόσκουσα θαρραλέα φωνή των ηρώων, εκείνων που βρίσκουν μέσα από την καινούρια ή υφιστάμενη ζωή τους έναν τρόπο να μη χαθεί η αλήθεια στη λησμονιά.
Ο Αΐσσα, με ένα σακατεμένο πόδι και ένα κατεστραμμένο μάτι από την οργή των ισλαμιστών, οδηγεί ένα φορτηγό γεμάτο βιβλία συνταγών και θρησκευτικού περιεχόμενου. Είναι τα μοναδικά που του επιτράπηκε να εμπορευτεί, όταν το βιβλιοπωλείο της οικογένειάς του καταστράφηκε από το μένος των επαναστατών. Διανύει την Αλγερία και κάθε αριθμός για εκείνον είναι ένα αιματηρό γεγονός από τον εμφύλιο. Η μνήμη του τηρεί ένα άλμανακ, είναι μια πολύτιμη βάση πληροφοριών σε απαγορευμένη περιοχή.
«Δύο βιβλία πουλάνε πολύ στην Αλγερία: το βιβλίο μαγειρικής και το Κοράνι. Το Κοράνι υποστηρίζει ότι τρώμε καλύτερα μετά θάνατον και τα βιβλία του πατέρα μου απαντούν ότι καλό είναι να πάει κανείς χορτασμένος. Η χώρα ετούτη ταλαντεύεται με το ένα πόδι εδώ και το άλλο εκεί, οι πιστοί τσιμπολογάνε πότε απ’ το ένα και πότε απ’ το άλλο πιάτο, που τα χωρίζει ο μέγας θάνατος, κοπελιά!»
Το χωριό της Φαζρ κατοικείται από ανθρώπους που άλλαξαν ονόματα αποκλείοντας την προηγούμενη ζωή τους. Μπορεί να είναι απόγονοι θυμάτων ή θυτών που η απάθεια και η μάταιη συνύπαρξη είναι ο τρόπος υπεκφυγής του παρελθόντος.
Η Χάμτα απήχθη από τους επαναστάτες. Το αγόρι που αγαπούσε το είδε κρεμασμένο στην ελιά που αγαπήθηκαν. Σύρθηκε στα βουνά, έγινε νύφη του Ισλάμ και αναγκάστηκε στους σκληρούς νόμους του Κορανίου για τη γυναίκα. Έγινε τρεις φορές σύζυγος, βιάστηκε, βασανίστηκε και γλύτωσε με ρεαλιστικές παιδί στην αγκαλιά. Θεωρήθηκε τρομοκράτισσα και κατέληξε κλεισμένη στο σπίτι του θείου της, ανίκανη να δει ξανά τον κόσμο, αιχμάλωτη στη σιωπή που άδικα έγινε κοινωνός.
«Μέναμε βουβές, μόλις που είχαμε δικαίωμα να ψιθυρίζουμε· κι έτσι, μετά τα μικρά μας ονόματα, ξεχάσαμε τα πάντα.
Καμιά δεν ήξερε ποια ήταν η άλλη, ούτε ποια ήταν αυτή απέναντι στον καθρέφτη. Ναι, όντως, ο Θεός μάς χάρισε τη λήθη. Κάθε μέρα, χανόμουν όλο και περισσότερο.»
Η Φαζρ, στο ταξίδι προς τη γενέτειρά της, ψάχνει συντρίμμια από μια ζωή που χάθηκε για πάντα από τις σελίδες της Ιστορίας. Ψάχνει τη σφαγμένη αδερφή της Ταϊμούσα, ψάχνει τις βίαια διαλυμένες αναμνήσεις ενός λαού, τις δικές της, των ανθρώπων που επιβίωσαν, των αθώων θυμάτων. Οι αφηγήσεις εκτυλίσσονται την εορταστική περίοδο του Αΐντ, μιας κορυφαίας γιορτής του Ισλάμ, στην οποία, τιμώντας την προθυμία του Αβραάμ να θυσιάσει τον γιο του, οι μουσουλμάνοι θυσιάζουν ένα αρνί και τον μνημονεύουν.
Ο Νταούντ δημιουργεί έναν εύστοχο παραλληλισμό ανάμεσα στο Αΐντ και τα θύματα του εμφύλιου. Η γραφή του είναι καυστική, χωρίς σκοπό εξωραϊσμού, με βλέμμα αντιμέτωπο με τον θρήνο και την κοινωνική και πολιτική υποτίμηση που βιώνει η Αλγερία. Με λόγο καταγγελτικό που ορίζει τον χαρακτήρα της ηρωίδας του, περιγράφει τη δεινή θέση της γυναίκας μέσα στους νόμους που διέπουν την υπόστασή της. Την ανελεύθερη παρουσία της μέσα σε ένα κράτος άτεγκτου θρησκευτικού φανατισμού. Τη χωρίς δικαιώματα παρουσία της μέσα στην κοινωνία, τις διώξεις με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπη περί ηθικής και ευπρεπισμού.
«Υπάρχουν πράγματα που δεν θα επιτρέπεται να κάνεις ποτέ, αν έρθεις τελικά σε τούτο τον κόσμο. Για παράδειγμα, να περιφέρεσαι μόνη κάτω απ’ τη βροχή, να κάθεσαι μόνη σ’ ένα παγκάκι απέναντι σ’ ένα βουνό που αρνείται να σου μιλήσει, σε κάποιον δημόσιο κήπο. Ή να ντύνεσαι όπως σου αρέσει, να γελάς στον δρόμο, ή ακόμα να πεις ευχαριστώ σ’ έναν άγνωστο, που θα κολλήσει πάνω σου νομίζοντας πως είσαι πόρνη επειδή φέρθηκες ευγενικά σαν φυτό εσωτερικού χώρου. Θα βγαίνεις περίπατο με παρέα (μονάχα στις πόλεις, στα χωριά είναι αδύνατον), τις ώρες που οι άντρες προσεύχονται στα τζαμιά, για να επισκεφτείς έναν τάφο ή να παντρέψεις κάποια συγγενή σου. Υπάρχουν πράγματα που ο Θεός μάς τα απαγορεύει: να θάβουμε τους νεκρούς, να στενάζουμε πάνω από ένα μνήμα, να θυσιάζουμε κάποιο ζώο, να κληρονομούμε το ίδιο μερίδιο περιουσίας με τους άντρες, να κάνουμε αποτρίχωση τον μήνα της νηστείας, να εκθέτουμε τα μπράτσα μας σε κοινή θέα ή να υψώνουμε τη φωνή, να τραγουδάμε στον δρόμο, να καπνίζουμε τσιγάρα, να πίνουμε κρασί, να αντιδράμε στις κλοτσιές. Ο δρόμος είναι μακρύς, το ίδιο κι αυτός ο κατάλογος. Κανείς δεν θα πιστέψει την ιστορία μου.»
Ταυτόχρονα δημιουργεί ένα λογοτεχνικό αφιέρωμα στη δύναμη της μνήμης και στην αιώνια σύγκρουσή της με τη λήθη και τον ρόλο των αναμνήσεων στη αέναη διαμάχη.
Οι αναμνήσεις κρατούν ζωντανή τη μνήμη και αναμετρώνται με την οδυνηρή στιγμή της λήθης. Για τη δύναμη της μνημοσύνης, ο Μοντιανό παρομοιάζει τις αναμνήσεις με μια παλιά φωτογραφία στην οποία αργοσβήνουν, ξεθωριάζουν τα απαθανατισμένα πρόσωπα. Ο Νταούντ από τη δική του θεώρηση γράφει:
«Οι αναμνήσεις είναι κάπως έτσι: τις κοιτάς, τις παρατηρείς, κι αυτές αρχίζουν να ξεθωριάζουν, να κλέβουν λεπτομέρειες από άλλες ιστορίες που δεν είναι δικές σου, να φουσκώνουν λες κι έχουν παραφάει. Ή να εξαλείφονται κι εσύ να μην ξέρεις τι να κάνεις για να μην τις αφήσεις να χαθούν.»
Στην ιστορία του «Ουρί» οι έννοιες και τα στοιχεία που το αποτελούν βρίσκονται μόνιμα αντιμέτωπα, το καθετί προσπαθεί να δικαιώσει τη θέση του. Ο αναγνώστης ακροβατεί μεταξύ σωστού και λάθους, αλήθειας και παρερμηνείας. Άραγε αξίζει η μνήμη; Μήπως η λήθη είναι λύση; Το ερώτημα που τίθεται είναι διττό, δύσκολη απάντηση: Ποια είναι λιγότερα οδυνηρή η μνήμη ή η λησμονιά; Σε ποια συνθήκη αλλοτριώνεται λιγότερο ο χαρακτήρας και η ανθρώπινη φύση;
Η Φαζρ κατεθύνεται στο παρελθόν για να τρομάξει το σκοτεινό παρόν. Να το καθαιρέσει και να εξαγνίσει την επικείμενη απόφασή της. Μέσα της αντιπαραβάλλονται η παιδική της αθωότητα, η τελευταία παιδική στιγμή της με τη μητρική της κατάσταση, με το μέλλον που θα έχει ένα κορίτσι στην κοινωνία της Αλγερίας. Με το πρόσωπο που κοιτάζει στον καθρέφτη, με το βλέμμα που αντικρύζει σε όποιον έρθει αντιμέτωπος με την αλήθεια που κομίζει.
Το «Ουρί» είναι μια φωτογραφία, τρόπον τινά, λίγο πριν ξεθωριάσει και χαθεί. Μια επικίνδυνη και οδυνηρή αναδρομή, συνάμα όμως συγκινητική, αγωνιώδης και ανθρώπινη. Αν και αποκαλύπτει μια σκιώδη ιστορική περίοδο που αιωρείται σαν φάντασμα πάνω από την αλγερινή πληγή, βρίσκεται αντιμέτωπη με το ελπιδοφόρο μήνυμα εκείνων των φωνών που αντιτάσσονται στη λησμονιά και στην απειλή του αφανισμού της ιστορικής ταυτότητας ενός λαού.