Χάνεμ, Βαλερί Αγγέλου
«Χάνεμ», μια λέξη αλεξανδρινή, σαν προφορά που ακολουθεί αναστεναγμό, σαν να την παρασέρνει ο σιμούν και ηχεί στα σοκάκια και στις πλατείες της αρχαίας πόλης. Η Βαλερί Αγγέλου χρησιμοποιεί την προσφώνηση «Χάνεμ» ως τίτλο του νέου της μυθιστορήματος, με θέμα που ασκεί γοητεία στον αναγνώστη: Την Αλεξάνδρεια. Κυρά, τιμώμενη, υποταγμένη σε έναν κόσμο έρωτα, σεβάσμια. Ενώ εκ πρώτης όψεως φαίνεται να αναφέρεται στη Σμαραγδή, την πρωταγωνίστρια της ιστορίας, στην εξέλιξη φαίνεται να χαρακτηρίζει και την ίδια την πόλη. Μια λέξη που κρύβει το μυστήριο της Αλεξάνδρειας.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Το 1869 γίνονται τα εγκαίνια ενός εκ των πιο θαυμαστών έργων του κόσμου, της διώρυγας του Σουέζ. Όνειρο του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, που δεν ευοδώθηκε στα χρόνια του, έγινε πραγματικότητα όταν χεδίβης της Αιγύπτου ήταν ο Ισμαήλ πασάς, με κύριο ενορχηστρωτή τον Γάλλο διπλωμάτη Φερντινάντ Λεσέπς.
Η ιστορία του « Χάνεμ» ξεκινάει με αυτό το σημαντικό γεγονός, για να αποκαλύψει το κοινωνικό, ιστορικό και πολιτικό προσκήνιο που προκάλεσε τον βομβαρδισμό της Αλεξάνδρειας από τον αγγλικό στόλο και τη συνθήκη κατοχής της Αιγύπτου από την Αγγλία, το 1882.
Η συγγραφέας «πλέκει» σε μια γοητευτική ιστορία την αλήθεια με τη μυθοπλασία, με κύρια πρωταγωνίστρια της Σμαραγδή, μια γυναίκα ελεύθερη, απαγκιστρωμένη από τα ηθικά πλαίσια που καθορίζουν την γυναικεία υπόσταση και τον τρόπο συμπεριφοράς. Με καταγωγή από την Κάσο και τον πατέρα της αρχιμηχανικό στο έργο της διάνοιξης της διώρυγας, η Σμαραγδή έρχεται κοντά, από μικρή ηλικία, με τα σημαίνοντα πρόσωπα της Αλεξάνδρειας. Γίνεται φίλη με τον διάδοχο του χεδίβη, Ταουφίκ, και ο έρωτας δεν αργεί να χτυπήσει στις καρδιές των δύο νέων.
Το 1882, σε τίποτα δεν θυμίζει τις όμορφες μέρες που η Σμαραγδή βίωσε. Η Αλεξάνδρεια, υποτελής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που φθείρεται μέρα τη μέρα, παίζει πολιτικά παιχνίδια για να διασώσει ο,τι μπορεί, ασφυκτιά. Η Αγγλία εξαναγκάζει σε υπέρογκο δανεισμό τον χεδίβη, ο οποίος ανίκανος να ανταποκριθεί στο μεγάλο χρέος, γίνεται υποχείριο της Μ, Βρετανίας, που πλέον ορίζει τα πάντα.
Οι φελάχοι, που αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού της Αλεξάνδρειας, ζουν υποτυπωδώς, αντιμέτωποι με την πείνα και την ένδεια. Οι Ευρωπαίοι πολίτες νιώθουν την απειλή της οικονομικής αστάθειας. Η Σμαραγδή παίρνει ενεργό μέρος στην αφύπνιση του λαού, προκειμένου να ελευθερωθεί από όλα όσα απειλούν την ελευθερία του. Γίνεται μέλος του μεγάλου κατασκοπευτικού δικτύου που έχει δημιουργηθεί. Άλλοτε σαν καθηγήτρια ελληνικών στα παιδιά του Άγγλου πρόξενου Μάλετ, προσπαθώντας να εκμαιεύσει πληροφορίες κι άλλοτε, ντυμένη με την παραδοσιακή γκελαμπάγια, σε συναντήσεις με τον διωκόμενο Γιακούμπ Σανού, φίλο της από την προηγούμενη ζωή της, να μεταφέρει το επαναστατικό υλικό προς μετάδοση στον απλό λαό.

Η Βαλερί Αγγέλου δημιουργεί μια μοναδική τοιχογραφία. Κατορθώνει να αναπλάσει με ζωντανές περιγραφές και εικόνες ρεαλιστικές μια πόλη μυθική, λίγο πριν καταστραφεί από την ανοχή του παλατιού και την αδυναμία μιας λύσης στα χρόνια προβλήματα που συσσωρεύονται στις πλάτες του λαού. Στο καρτιέ Γκρεκ οι Έλληνες της Αλεξάνδρειας, ιστορικά πρόσωπα, παίρνουν μέρος και γίνονται πρωταγωνιστές στο «Χάνεμ». Ο Ράλλης, ο Αβέρωφ, ο Ραγκαβής, ο Μπενάκης, προσωπικότητες που άφησαν το αποτύπωμά τους στην αλεξανδρινή κοινωνία. Ο Γιακούμπ Σανού, ο σπουδαίος δημοσιογράφος και θεατρολόγος, που άσκησε αντίσταση στις βλέψεις της Βρετανίας, ο Αραμπί, που αντιτάχθηκε στη βρετανική πολιτική. Ο βομβαρδισμός της Αλεξάνδρειας γίνεται η αφορμή για να αποκαλυφθούν στα μάτια της ηρωίδας τα φριχτά πολιτικά παιχνίδια, οι κρυφές συμφωνίες και η χαμένη μάχη για τη δικαίωση ενός βασανισμένου λαού. Η Σμαραγδή μεταμορφώνεται σε ένα αλληγορικό πρόσωπο που παίρνει τη μορφή της ίδιας της Αλεξάνδρειας, απογοητευμένη από την αγάπη, προδομένη, υποταγμένη σε πολιτικές βουλές, να μετράει πληγές, αλλά να μην χάνει ούτε για μια στιγμή τις αξίες και την αξιοπρέπειά της.
«Γιατί έτσι ήταν η Αλεξάνδρεια. Μια κοσμοπολίτισσα χωρατατζού, που δεν κοιμόταν σχεδόν ποτέ. Ξελογιασμένη από τα λόγια τα αφράτα, άνοιγε τις πόρτες της σε κάθε μορφής μουσαφιραίους και τον κέρναγε φρεσκοψημένο καφέ με κάρδαμο και λουκούμι. Μπέρδευε τις γλώσσες τρυφερά και, φτιάχνοντας δικές της λέξεις, μοίραζε απλόχερα γέλια και δάκρυ. Εξαπατούσε τους πάντες και τα πάντα, ξοδεύοντας σπάταλα το κορμί της μόνο και μόνο για να διαφυλάξει την ψυχή τους για τους λίγους.»
Η Αλεξάνδρεια, στο έργο της Βαλερί Αγγέλου, παίρνει το αναγνώστη μαζί της. Στα σαλόνια των σπουδαίων Ελλήνων που χαράζουν τη μοίρα τους και την Ιστορία, στα παζάρια με τις πικάντικες μυρωδιές του μπαχαριού και της κανέλας, του κάρδαμου και του καφέ, την άμμο που σηκώνει ο σιμούν, ο αγέρας της Αιγύπτου, που δίνει όψη σέπιας στην πόλη, τα χρώματα από τα υφάσματα των παραδοσιακών ενδυμάτων των κατοίκων. Τον μεταφέρει στην κασιώτικη κοινότητα της Αλεξάνδρειας, στους πρώτους Κασιώτες που, μετά την καταστροφή του νησιού τους από τους Οθωμανούς, βρήκαν απάγκιο στην Αλεξάνδρεια και έγιναν βασικοί τεχνίτες στην κατασκευή της Διώρυγας του Σουέζ. Ανοίγει τις επτασφράγιστες πόρτες των δυνάμεων που λαμβάνουν αποφάσεις, αποκαλύπτει τις συνωμοσίες και τις συμφωνίες που γίνονται κάτω απ’ το χαλί, ερήμην του απλού λαού. Ασκεί μια γοητεία μυστηριακή η αρχή του κάθε κεφαλαίου, ένα ταιριαστό προοίμιο, ένα «άνοιγμα» λογοτεχνικό με τις ποιητικές αναφορές του αλεξανδρινού ποιητή, Κωνσταντίνου Καβάφη· ένα ποίημα για κάθε κομμάτι της ιστορίας που ανοίγει αυλαία για να αποκαλύψει την αλεξανδρινή Χάνεμ.
Η συγκλονιστική διαπίστωση της ηρωίδας, μπροστά στη σκόνη και τη στάχτη που αφήνει η καταστροφή της Αλεξάνδρειας είναι η επίγευση μιας ολόκληρης ζωής που χάθηκε μπροστά στο κέρδος και τις άνομες συμφωνίες μιας πολιτικής σκακιέρας που θα κινεί τα πιόνια εσαεί.