Θεόφιλος και Κασσιανή, Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου
Η Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου γράφει το μυθιστόρημα «Θεόφιλος και Κασσιανή» δημιουργώντας ένα βιογραφικό και ιστορικό μυθιστόρημα, παράλληλα όμως είναι και ένας φόρος τιμής για τη σπουδαία βυζαντινή μελωδό την Κασσιανή. Μέσα από την εξιστόρησή της ο αναγνώστης ανακαλύπτει την αληθινή ιστορία για τη θρυλική αγάπη του αυτοκράτορα Θεόφιλου και της Κασσιανής, δίνοντας όμως και στοιχεία για την εποχή της Εικονομαχίας, των υπαρκτών προσώπων της βυζαντινής περιόδου που διαδραματίζεται το έργο που παίζουν ρόλο πρωταγωνιστικό, αφού είναι ήρωες μιας εμβληματικής εποχής για το Βυζάντιο.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης ψάλλεται το κατανυκτικό τροπάριο της Κασσιανής που η ιστορία της μετατρέπεται σε μύθο. Η συγγραφέας «ξεναγεί» σε έναν κόσμο μακρινό από το σήμερα τον αναγνώστη και ξεκινάει την ιστορία από την αρχή για να πλέξει ένα εγκώμιο για την «κραταιά αγάπη» και τις συνθήκες που μετέτρεψαν την Κασσιανή σε μία από τις σπουδαιότερες μελωδούς μετά των Ρωμανό.
Ο Θεόφιλος στέφεται συναυτοκράτορας με τον ετοιμοθάνατο πατέρα του Μιχαήλ Β΄ τον τραυλό, το 829 μ.Χ. Η παιδεία του και η βαθιά επιρροή του δασκάλου του Ιωάννη Γραμματικού θα τον κάνει έναν από τους πιο ισχυρούς εικονομάχους. Ο πατέρας του ήδη έχει ξεκινήσει την Εικονομαχία αλλά όχι με θέρμη. Η Κασσιανή είναι κόρη του τουρμάρχη Ευσέβιου και της Πουλχερίας και κατάγεται από σημαντική βυζαντινή οικογένεια. Ο Θεόφιλος, που έχει δει την Κασσιανή στο παλάτι, την ερωτεύεται, Η Εικασία (όπως είναι το όνομά της) είναι μια όμορφη κοπέλα, με μόρφωση, καλλίγραμμη, ιδανική για να γίνει αυτοκράτειρα στο πλευρό του Θεόφιλου. Η μητριά του αυτοκράτορα Ευφροσύνη θα διοργανώσει τη γιορτή για να επιλεγεί η γυναίκα για τον Θεόφιλο. Παρ΄ όλα αυτά, γνωρίζοντας τον έρωτα που τρέφει γι΄ αυτήν ο προγονός της, θα ενημερώσει την οικογένεια της Κασσιανής, ώστε να είναι προετοιμασμένη για την επιλογή του Θεόφιλου.
Δώδεκα νέες και όμορφες κοπέλες θα σταθούν μπροστά τον αυτοκράτορα, από όλες τις περιοχές του Βυζαντίου. Ο Θεόφιλος, κρατώντας ένα χρυσό μήλο θα παρατηρήσει καλά τις κοπέλες και θα κάνει από μια τυπική ερώτηση στην καθεμιά. Την Κασσαινή θα της πει: «Ὡς ἂρα διά γυναικός ἐρρύη τὰ φαῦλα», (Από τη γυναίκα προκαλούνται όλα τα άσχημα), υπονοώντας την Εύα. Η Κασσιανή θα απαντήσει: «Ἀλλά καὶ διά γυναικός πηγάζει τά κρείττω» (και από τη γυναίκα όλα τα καλά του κόσμου), εννοώντας την Παναγία. Πάνω σε μια στιγμή εγωισμού και εκνευρισμού του αυτοκράτορα για την απάντηση της Κασσιανής θα δώσει το χρυσό μήλο στη διπλανή κοπέλα, τη Θεοδώρα. Έτσι χάνεται για πάντα η ευκαιρία να ζήσουν οι δύο νέοι τη μεγάλη αγάπη που ονειρεύτηκαν.
Αν και η Ιστορία λέει πως η Κασσιανή έγινε μοναχή μετά από αυτή την άρνηση, η Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου δίνει πολλά περισσότερα στοιχεία για την εξέλιξη της σχέσης των δύο ηρώων. Η βασιλεία του Θεόφιλου είναι σημαντική για την εποχή. Οργανώνει τη Ζ΄ Οικουμενική Συνέλευση και απαγορεύει ρητώς τις εικόνες από τα μοναστήρια, τις εκκλησίες και τα σπίτια. Αποκαλεί ξυλολάτρες τους εικονόφιλους, τους κατηγορεί πως τρώνε κομμάτια από το ξύλο της εικόνας για να γιατρευτούν και η πράξη του αυτή ξεσηκώνει αντιδράσεις από τους εικονολάτρες. Τις εικόνες στηρίζει και η Κασσιανή η οποία πιστεύει πως « δεν είναι το ξύλο που λατρεύει ο πιστός. Είναι ο ίδιος ο άγιος που διοχετεύει την αγιότητά του μέσα στις ίνες του ξύλου και το ζωοποιεί! Το θεώνει! Το αγιοποιεί! Γι’ αυτό και το άψυχο ξύλο μπορεί να κάνει θαύματα.»
Ο Θεόφιλος, αν και η περίοδος που θα βασιλεύσει είναι σχετικά μικρή, αφού πεθαίνει στα είκοσι οκτώ του χρόνια, είναι ένας αυτοκράτορας που νοιάζεται για την παιδεία του λαού του, που μέχρι τότε αποτελεί προνόμιο μόνο των εύπορων οικογενειών. Δημιουργεί ξανά το Πανδιδακτίριο για να μορφωθούν όλα τα παιδιά της Κωνσταντινούπολης. Αντιδρά με το παράνομο δουλεμπόριο και καταδιώκει όσους εκμεταλλεύονται μικρά κορίτσια και αγόρια, παλεύει για τη δικαιοσύνη δημιουργώντας νέους νόμους που δικαιώνουν τον λαό και ο κόσμος τον θεωρεί έναν ικανό αυτοκράτορα. Δίνει μάχες και βγαίνει νικητής εναντίον των Αράβων.
Η μεγάλη αγάπη του για την Κασσιανή δεν θα πάψει ποτέ, μέχρι την τελευταία του πνοή. Η Κασσιανή, προσπαθώντας να ξεχάσει εκείνον που αγάπησε, δεσμεύεται με έναν από τους καλύτερους φίλους του Θεόφιλου, τον Φλαβιανό, που θα την αγαπήσει βαθιά και αληθινά. Κανείς όμως από τους δύο δεν θα μπορέσουν να απαρνηθούν τα δεσμά που τους δένουν.
«ότι κραταιά ως θάνατος αγάπη…»
Ο παράφορος έρωτας του Θεόφιλου για την Κασσιανή είναι ανυπέρβλητος. Θα τη βρίσκει πάντα και θα της εξομολογείται τον έρωτά του, θα προσπαθεί να την πείσει να στείλει τη Θεοδώρα, τη γυναίκα του, στο μοναστήρι για να την παντρευτεί. Η Κασσιανή, μια κοπέλα με αξίες και μόρφωση, εκπαιδευμένη με τις χριστιανικές αρχές αλλά και με την παιδεία της στην αρχαία ιστορία θα παλέψει για να αντισταθεί σε αυτό που και η ίδια νιώθει.
Σπουδαίες είναι οι στιχομυθίες τους που αποτελούν στίχους; από το «Άσμα Ασμάτων» του Σολομώντα. Οι συναντήσεις τους που κρύβουν μια αγάπη δυνατή και αιώνια.
Η Κασσιανή, γνωρίζοντας πως δεν θα γίνει ποτέ γυναίκα του Θεόφιλου, πιστή στις αξίες της και στην αγάπη της για την ποίηση και τους ύμνους, θα αποφασίσει να καρεί μοναχή.
Η Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου περιγράφει με συναισθηματική ένταση τη μεταβολή της νέας κοπέλας και την απόφασή της. Στη Μονή Στουδίου, σε ένα κομμάτι λίγο πιο μακριά από το εμβληματικό μοναστήρι θα της παραχωρηθεί από τον ηγούμενο ένα κομμάτι γης ώστε να χτίσει το μοναστήρι της:
«Το τεμάχιο γης ήταν σε μια θαυμάσια πλαγιά, στον έβδομο λόφο της Βασιλεύουσας, χαμηλά, στη δυτική μεριά του βοσπόριου τριγώνου, και είχε μια θαυμάσια θέα προς την Προποντίδα, ενώ προς τα δεξιά απλωνόταν η πεδιάδα του ποταμού Λύκου. Η θρακική πεδιάδα, όπως την έλεγαν, ανάμεσα στις στρατιωτικές πύλες: της Στουδίου, που συνόρευε κιόλας με το απέραντο κτήμα της Μονής Στουδίου, και της Χρυσής Πύλης, από τη μεριά της θρακικής πεδιάδας.»
Η Κασσιανή, που παλεύει με τα συναισθήματά της και την επιθυμία της να δοθεί στον Κύριο, γίνεται μοναχή και γράφει μεταξύ άλλων ένα από τα πιο σπουδαία τροπάρια, το οποίο και μελοποιεί μόνη της με το πληκτροφόρο αερόφωνο που της έχει δωρίσει ο ηγούμενος της Μονής Στουδίου.
Το «Τροπάριο της Κασσιανής» είναι ένας ύμνος για την αμαρτωλή γυναίκα που σώζει από τον λιθοβολισμό ο Ιησούς. Η γυναίκα, μετανιωμένη για τη ζωή που έκανε, δίνει όλα της τα λεφτά για να αγοράσει το πολύτιμοι μύρο και να πλείνει τα πόδια του Ιησού και να τα στεγνώσει με τα μαλλιά της.
«Αυτή η άγνωστη ιερόδουλη την ενδιέφερε τώρα. Έψαξε στα κείμενα των Ευαγγελιστών και βρήκε τα χωρία όπου την αναφέρουν. Ήταν οι γραμματείς και φαρισαίοι που την είχαν σύρει στο σημείο όπου βρισκόταν ο Ιησούς και μιλούσε στους συγκεντρωμένους ανθρώπους.
«Ήθελε να γράψει έναν ύμνο της μετάνοιας, που θα αφορούσε την αμαρτωλή του Ευαγγελίου, όμως και την κάθε ψυχή που μετανοεί για κάποια δόλια σκέψη.
Και άρχισε να ψάχνει τις λέξεις η Κασσία. Δεν κρατιόταν να γράψει τον ύμνο της. Να κλάψει μαζί με την αμαρτωλή. Να ξεσκίσει τα σωθικά της από την ικεσία της μετάνοιας. Και ας ήταν τα αμαρτήματα μιας άλλης άγνωστης.
Και το κοντύλι της άρχισε να τρέχει πάνω στην περγαμηνή που είχε απλώσει στο αναλόγιό της, με τα ωραία καλλιγραφικά της γράμματα:»
Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα,
μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη μῦρα σοι,
πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι, λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει,
οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης τε
καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύω
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων, τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ·
κάμφθητί μοι, πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει·
καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου
Βοστρύχοις»
Ο Θεόφιλος δεν έπαψε ποτέ να επισκέπτεται την Κασσιανή. Ακόμα και στο ιδιωτικό της μοναστήρι ήταν πάντα με τη σκέψη αλλά και με την παρουσία του κοντά της. Οι τελευταίοι στίχοι από τον ύμνο της Κασσιανής γράφτηκαν από τον ίδιο τον Θεόφιλο, σε μια προσπάθεια απόγνωσης να τη δει. Εκείνη, κρυμμένη για να μην συναντηθεί μαζί του, αφήνει το ποίημα πάνω στο τραπέζι που το γράφει. Ο Θεόφιλος, διαβάζοντας τα σπαρακτικά λόγια της αγαπημένης του, γράφει :
«ὧν ἐν τῷ παραδείςῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
Κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη»
Κι έτσι τελειώνει ο σπουδαίος ύμνος, πέντε αιώνες πριν. Ακόμα βρίσκεται στα χείλη όσων ακούν τη Μεγάλη Εβδομάδα το υπέροχο τροπάριο.
Ο Θεόφιλος θα πεθάνει το 842 από δυσεντερία, όταν θα βρεθεί σε ένα σοκάκι της Πόλης που το ακατάλληλο νερό έχει προκαλέσει δυσεντερία. Ο αυτοκράτορας θα πάει ο ίδιος να ανακαλύψει τι συμβαίνει και να δώσει διαταγή να καθαριστεί το νερό και να περιθάλψουν όσους μπορούν.
Η Κασσιανή είναι εκείνη που θα βοηθήσει τη Θεοδώρα να αναστηλώσει τις εικόνες, λίγο μετά τον θάνατο του Θεόφιλου, αλλά ποτέ δεν θα αφοριστεί ο Θεόφιλος ως εικονομάχος. Η Κασσιανή, η Θεοδώρα αλλά και μία θεραπαινίδα θα ορκιστούν πως είδαν τον αυτοκράτορα, λίγο πριν το τέλος της ζωής του να ασπάζεται την εικόνα της Παναγίας του Ευαγγελιστή Λουκά.