Η βίβλος της Ιώβ, Ελένη Πριοβόλου
«Η βίβλος της Ιώβ» της Ελένης Πριοβόλου, το τελευταίο της μυθιστόρημα, δημιουργεί ένα μανιφέστο για τη γυναικεία φύση, τη δύναμη της αντίστασης, την ελευθερία της σκέψης και την αξιοπρεπή διαχείριση κάθε αντιξοότητας της ανθρώπινης ζωής. Ο τίτλος παραπέμπει στον βιβλικό Ιώβ και τις προκλήσεις στις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπος. Όσες κι αν ήταν οι δύσκολες και προκλητικές συνθήκες που βίωσε δεν έπαψε ποτέ να συμπορεύεται με τις δικές του αξίες και με όσα πίστεψε. Η θηλυκή ταυτότητα του Ιώβ στον τίτλο του μυθιστορήματος παραπέμπει στο ερώτημα της ηρωίδας: γιατί ο άνθρωπος να μην καλείται και η άνθρωπος; Ποιος καθορίζει την αρσενική ή θηλυκή υπόσταση της ανθρώπινης φύσης; Ποιος ορίζει την αξία και τη θέση της στη ζωή;
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Η Αλεξάνδρα Παπαδόπουλου, λόγια συγγράφισσα του 19ου αιώνα από την Κωνσταντινούπολη, σπουδαία πεζογράφος από τις πρώτες του αιώνα που καθόρισε τα γράμματα και τον λογοτεχνικό κόσμο στα δύσκολα χρόνια της αποδοχής της δημοτικής γλώσσας είναι η ηρωίδα του έργου.
Η ζωή της αντικατοπτρίζει το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο – η Αλεξάνδρα είναι ενεργό μέλος του κοινωνικού συνόλου και οι αγώνες που έδωσε το αποτύπωμά της- μέσα στο οποίο λαμβάνουν χώρα αλλαγές και ανακατατάξεις ιστορικής σημασίας.
Η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου πεθαίνει το 1902, από καρκίνο του στομάχου, στο Νοσοκομείο του Μπαλουκλί στην Κωνσταντινούπολη. Τις τελευταίες δραματικές μέρες της στο νοσοκομείο περνά η ζωή της σαν μέσα από καλειδοσκόπιο. Το φως από το παράθυρο δίπλα στο κρεβάτι της αντανακλά τις σκέψεις της, μικρά κάτοπτρα που σχηματίζουν εικόνες της πολυτάραχης ζωής της. Η ηρωίδα, ανίκανη να γράψει όλα όσα περνούν από το μυαλό της, με την επίδραση του όπιου που λυτρώνει για λίγο τους πόνους της, και το άρωμα από το μελάνι της πένας της, δημιουργεί μια ιδεατή συνάντηση με τη Γεωργία Σάνδη, την οποία θαυμάζει και θεωρεί πρότυπο. Στη Γαλλίδα συγγράφισσα και επαναστάτρια εξομολογείται τη ζωή της, με λεπτομέρειες που κάνουν τον αναγνώστη να γνωρίσει μια ταραχώδη και σημαντική ιστορική, πολιτισμική και κοινωνική περίοδο. Μέσα από την εξομολογητική της σκέψη, το μοναδικό όπλο που μπορεί ακόμα να διαφυλάξει λίγο πριν φύγει από τη ζωή, δίνει νόημα και φωτίζει τη ζωή και το έργο της μεγάλης Γαλλίδας λογοτέχνιδας. Ό, τι μπορεί κάποτε να της φάνηκε ανοίκειο στον τρόπο της, το εξιλεώνει μέσα από την αυτοκριτική της και το δικαιώνει.
Αναθρεμμένη σε μια οικογένεια εύπορη, με πατέρα στρατιωτικό γιατρό και μητέρα συντηρητική και ταγμένη στις κοινωνικές ταγές του 19ου αιώνα με αυστηρές σταθερές για τη θέση της γυναίκας, η Αλεξάνδρα φοιτά στο Παλλάδιο Παρθεναγωγείο και από νωρίς δείχνει τα πρώτα σημάδια της ελεύθερης και ανένταχτης στα στενά όρια της κοινωνίας της Πόλης φύση της. Εναντιώνεται σε ό,τι δημεύει και περιορίζει την ελεύθερη βούληση και την αυτοδιάθεση.
Η Αλεξάνδρα θα ξεκινήσει τη συγγραφή διηγημάτων με ηρωίδες που την εμπνέουν από την Ιστορία, και από απλές γυναίκες που οι ζωές τος συγκινούν τη νέα συγγράφισσα. Παράλληλα αρθρογραφεί σε εφημερίδες της εποχής, ενώ δημιουργεί φιλολογικούς συλλόγους με σκοπό την προάσπιση της δημοτικής γλώσσας και την ισότιμη μεταχείριση της γυναίκας στην Τέχνη και στην κοινωνία. Ενάντια στους Φαναριώτες και τους αρχαϊστές που προσπαθούν να διαφυλάξουν τη γλώσσα των λίγων, η οποία απομονώνει τον απλό λαό από τη μόρφωση και την ουσιαστική εκπαίδευση.
Η Ελένη Πριοβόλου, μέσα από τη δραστήρια ηρωίδα της, εξιστορεί τις πρώτες στιγμές της ιστορικής διαμάχης των δημοτικιστών, «μαλλιαρών» κατά τον λαό, ενάντια στους αρχαϊστές. Η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου είναι εκείνη που θα μυήσει τον λόγιο κόσμο της Πόλης με τους Αθηναίους λογοτέχνες, που κάνουν την εμφάνισή τους στα γράμματα μαχόμενοι υπέρ της δημοτικής γλώσσας . Ξενόπουλος, Ψυχάρης, Άγρας, γίνονται γνωστοί στον φιλολογικό κόσμο της Κωνσταντινούπολης ενώ, ταυτόχρονα, η γραμματεία της Πόλης γίνεται γνωστή στην Ελλάδα. Η συνεχής αλληλογραφία της Παπαδοπούλου με τον Ξενόπουλο θα γίνει η γέφυρα ανταλλαγής ιδεών και εντύπων που θα συντελέσουν στη γνώση, την ανάπτυξη και τη διάδοση των νέων ιδεών.
Στο δωμάτιο του νοσοκομείου η Αλεξάνδρα, μεταξύ πνευματικών εξάρσεων και οραμάτων, θα διηγηθεί την απαρχή των ιστορικών εξελίξεων που έλαβαν χώρα στα χρόνια που έζησε, αλλά και τις προσωπικές της συναισθηματικές κι ανθρώπινες στιγμές. Η Αλεξάνδρα, ως γυναίκα, θα νιώσει τον έρωτα και το δράμα του ανέφικτου. Μέσα από την εξομολόγηση στον ίδιο της τον εαυτό, υπό μορφή αυτοκριτικής, θα αποκαλύψει στον αναγνώστη μια γυναίκα πέρα από τα όρια της εποχής της, ελεύθερη, ανικανοποίητη, έτοιμη να παλέψει με κάθε είδους πρόκληση προκειμένου να αναδείξει τα πιστεύω της. Η «Σατανίσκη», προσωνύμιο που της απέδωσαν οι επιτιμητές της θα γίνει για εκείνη εμβληματικό ψευδώνυμο στα άρθρα της και στις γραφές της. Θα το κρατήσει ως το τέλος, χαμογελώντας με την αλήθεια που κρύβει για την πορεία της ζωής της. Η φανταστική συζήτηση με τη Γεωργία Σάνδη φαίνεται σαν τον μοναδικό τρόπο να μιλήσει για τη γυναικεία της φύση, τα συναισθήματά της, τους φόβους και τις επιθυμίες της. Η Αλεξάνδρα είναι μια γυναίκα του σήμερα, άχρονη, ανένταχτη, μαχήτρια και μαθήτρια, με φόβους και διλήμματα, αλλά με ολοκληρωμένη θέση, με αμετάβλητες σταθερές και πείσμα σθεναρό στις απόψεις και τις ερμηνείες τους.
Η Μακεδονία φλέγεται και ο Μακεδονικός Αγώνας παίρνει σάρκα και οστά. Η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου θα βρεθεί στην Σηλυβρία και θα διδάξει σε παρθεναγωγείο αλλά, ταυτόχρονα, θα δημιουργήσει και μια εστία στην οποία οι μητέρες να διδαχθούν έναν τρόπο νέο για την εποχή ώστε να αντιμετωπίζουν τις κόρες τους αλλά και την ίδια την κοινωνία στην οποία ζουν.
Εκεί θα μυηθεί στον «Σκοπό». Οι εξαρχικοί Βούλγαροι έχουν ξεκινήσει με δόλιο τρόπο να εκσλαβίσουν τον μακεδονικό πληθυσμό. Η Αλεξάνδρα θα δώσει τη δική της μάχη, μέσα από τη διδασκαλία της και τη διάδοση του περιοδικού «Διάπλασις των παίδων», που φτάνει στα χέρια της από την Αθήνα.
Θα ζήσει την ένταση και τις πολιτικές διεργασίες του Μακεδονικού ζητήματος στη Θεσσαλονίκη, στο Μελένικο και βάζει σε κίνδυνο την ίδια της τη ζωή. Οι εξαρχικοί βλέπουν σαν απειλή μια ατίθαση γυναίκα που παίρνει μέρος σε έναν επικίνδυνο αγώνα.
Όταν οι εχθρικά προσκείμενοι από το φαναριώτικο συνάφι καταλάβουν την ορμή και την αποφασιστικότητα της γυναίκας αυτής θα προσπαθήσουν να την απομονώσουν από τον πνευματικό κύκλο της Κωνσταντινούπολη. Η Αλεξάνδρα θα πάρει τον αναπόφευκτο δρόμο της εξορίας. Θα βρεθεί στη Ρουμανία, στο Βουκουρέστι και στην επαρχιακή πόλη Αφουμάτσι, σαν οικοδιδασκάλισσα τριών νέων κοριτσιών. Εκεί θα έρθει αντιμέτωπη με το θέμα του βλάχικου ζητήματος και την διακαή επιθυμία των Βλάχων να προσαρτήσουν τμήματα της Ελλάδας ως δικά τους. Μετά από τον ανήλεο αγώνα της ηρωίδας σε όλα τα μέτωπα η υγεία της θα φθαρεί και θα επιδεινωθεί. Οι επίπονες αγωγές με τη νέα θεραπεία με ράδιο δεν θα καλυτερεύσουν την ασθένειά της. Θα σβήσει στα χέρια των αγαπημένων της, λυτρωμένη και ελεύθερη, σίγουρη για τον βίο που διένυσε, αλλά με την πίκρα των «αβόλευτων» ανθρώπων• εκείνων που έχουν ακόμα πολλά για τα οποία επιθυμούν να αγωνιστούν.
Η ζωή της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου μέσα από τη λογοτεχνική ματιά της Ελένης Πριοβόλου γίνεται μια αλληγορική μνεία για όλες τις γυναίκες που συνεχίζουν να παλεύουν μέχρι και σήμερα όχι μόνο για τη θηλυκή τους υπόσταση αλλά και για την ισότιμη μεταχείριση των δύο φύλων. Καταδικάζει τις μονόπλευρες ιδεοληπτικές θεωρίες που ευνουχίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις και υπονομεύουν την ελευθερία της ύπαρξης. Μέσα από τη πολυτάραχη και γοητευτική ζωή της ηρωίδας της, διατρανώνει την αυταπόδεικτη θέση της γυναίκας και τον δύσκολο δρόμο που συνεχίζει να διανύει ώστε να καταφέρει το, στην ουσία, αξίωμα: η γυναικεία φύση ζει σε έναν μόνιμο πόλεμο για την κατοχύρωση της αξιοπρέπειάς της.