Ποίος ήταν ο φονεύς του αδελφού μου, Γεώργιος Βιζύηνός
Ο Γεώργιος Βιζυηνός έφυγε από τη ζωή στις 15 Απριλίου του 1896. Όχι από φυσικά αίτια. Ο σπουδαίος λογοτέχνης έπασχε από σχιζοφρένεια και άφησε την τελευταία του πνοή, μετά από τέσσερα χρόνια εγκλεισμού στο Δρομοκαΐτειο. Το 1892 παρουσίασε φρενοβλάβεια. Έζησε βυθισμένος στις παράλογες εμμονές του για την εκμετάλλευση του μεταλλείου στην πατρίδα του και στο παραληρηματικό, ερωτικό πάθος του για τη μικρή Μπετίνα, μαθήτριά του στο Ωδείο, την οποία ήθελε να παντρευτεί. Έχασε το μυαλό του και σύμφωνα με κάποιες πηγές επιχείρησε να την απαγάγει, ενώ λίγες μέρες πριν κλειστεί στο ψυχιατρείο, η εφημερίδα «Ακρόπολη» αποκάλυψε δύο απόπειρες αυτοκτονίας του.
Ο σπουδαίος λογοτέχνης άφησε μεγάλη κληρονομιά μέσα από τα διηγήματά του. Ένα από αυτά ήταν και το «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου» που δημοσιεύτηκε το 1883, στο περιοδικό της «Εστίας», σε τρεις συνέχειες.
Ξεκινάει στην Κωνσταντινούπολη και ο ήρωας του έργου δεν είναι παρά ο ίδιος ο Βιζυηνός, όπου συναντά τη μητέρα και τον έναν αδελφό του σε ένα ξενοδοχείο, ερχόμενος από την Ευρώπη όπου και σπουδάζει. Μέσα στη μεγάλη χαρά του σμιξίματος, η αφήγηση παίρνει τραγικές διαστάσεις, μιας και ο Βιζυηνός μαθαίνει για τον φόνο του αδελφού του. Ξεκινάει έτσι η πρώτη αφήγηση, της μάνας, για τον τρόπο που σκοτώθηκε ο γιος της, μία μέρα αφού πήρε το ποστάλι, το ταχυδρομείο του χωριού. Αμέσως μετά, η αφήγηση συνεχίζεται από τον ίδιο τον Βιζυηνό, που λέει για τον Τούρκο Κιαμήλ και το πώς γιατροπορεύτηκε για επτά μήνες στο σπίτι της μητέρας του και τον έχει σαν γιο της. Οι τραγικές συγκυρίες που ακολουθούν τους ήρωες, και ιδιαίτερα τον Κιαμήλ εξυφαίνουν μια γοητευτική και δυνατή ιστορία και ο Βιζυηνός δημιουργεί ένα μυθιστόρημα με δομή διηγήματος που αποτελεί πρότυπο ηθογραφήματος, απαράμιλλης τεχνικής, εξαιρετικού τεκμηρίου ως προς τη γλώσσα -μιας και χρησιμοποιεί την καθαρεύουσα στις αφηγήσεις του, τη δημοτική στη διαλογική μορφή, απόδειξη της εποχής που διανύει και του μεταίχμιου από την καθαρεύουσα στη δημοτική.
Ο Κιαμήλ είναι ένας τραγικός ήρωας στο μυθιστόρημα, που ξεπερνά τον αλαφροΐσκιωτο δερβίση που κυνηγούν οι ερινύες λόγω των δύο φόνων και της ανεκπλήρωτης αγάπης του. Είναι η προσωποποίηση του μεγαλείου της μάχης του καλού με το κακό, η μετάνοια και η συγχώρεση ανάμεσα σε δύο λαούς,μια εξαίρετη και ανεπανάληπτη διεργασία που εκτυλίσσεται στο διήγημα του Βιζυηνού και παίρνει μεγαλειώδεις διαστάσεις.
Ο Γεώργιος Βιζυηνός καταφέρνει να δημιουργήσει μια πολυπρόσωπη διήγηση που γίνεται με μορφή παραλληλισμού. Είναι ζωντανή η μεταφορά της ανθρώπινης κοινότητας στην οποία ενυπάρχουν Έλληνες και Τούρκοι και συμπλέουν πολιτισμικά μέσα από τα βιώματα του συγγραφέα. Η πολυπλοκότητα των σχέσεων ανάμεσα στα πρόσωπα, η δυναμική εναλλαγή των ρόλων που διαφέρουν από σκηνή σε σκηνή και συμβάλλουν στην εξέλιξη και κατάληξη της πλοκής, στοιχεία που κάνουν το έργο ζωντανό και έμπλεο ρεαλισμού . Ο Βιζυηνός στα έργα του χρησιμοποιεί πλήθος πολιτισμικών στοιχείων που αποτελούν το μέσο έμπνευσης και παροχής πληροφοριών για να δημιουργήσει το ηθογράφημά του. Ως «Τουρκομερίτης», ζει τη γειτνίαση των αλλοεθνών ταυτόχρονα ως ομοιότητα και ως διαφορά. Έτσι, μέσα από τη μελέτη των πολιτισμικών στοιχείων, ο αναγνώστης βλέπει την πορεία δύο οικογενειών με διαφορετική θρησκεία και εθνότητα που όμως στον πυρήνα τους συμπεριφέρονται με όμοιο τρόπο. Οι χαρακτήρες είναι εμπνευσμένοι από όλα όσα βιώνουν και έχουν γίνει πολιτιστικά και ιδεολογικά στοιχεία για εκείνους. Οι χαρακτήρες των ηρώων παίρνουν αργά και σταθερά μια ώριμη εσωτερικότητα και μια αρχέγονη μορφή.
– Δεν μπορεί να είναι αλλοιώς, έλεγεν. Ο φονιάς πρέπει να ήταν μανιασμένος μαζί του, και πρέπει να το ήξευρε. Αλλέως δεν μπορούσε να τον παραμονεύση αυτή την πρώτη την ημέρα, που πήρε την πόστα πάνου του. Είναι λοιπόν χωρίς άλλο χωριανός μας, ή κανείς από τα περίχωρα. Όταν επήραν αυτόν, που είχε πρώτα την πόστα, στην φυλακή, είπα πως έκαμεν ο Θεός κρίσι. Μα ύστερ’ από δύο ημέραις τον έβγαλαν, γιατί ευρέθη, πως, όταν έγεινε το φονικό, εκείνος ήταν στο χωριό μας. Ποιος το ξεύρει; Ίσως κ’ εψευτομαρτύρησαν… Μα τώρα, που ήρθες πια και συ, παιδί μου, μην αφήστε τον αδερφό σας ανεκδίκητο. Μη με βλέπεις έτσι και σιωπάς! Αν δεν είχα παιδιά στον κόσμο, θενάκοφτα τα μαλλιά μου, θενάβαζα ανδρίκια ρούχα, και με το τουφέκι στον ώμο θενά κυνηγούσα τα ιχνάρια του φονιά, ως που να κδικήσω τον νεκρό μου. Γιατί διές, παιδί μου, ο φτωχός μας ο Χρηστάκης δεν ευρίσκει ησυχία, μόνο παλεύει μέσ’ στο μνήμα του όσαις φοραίς νοιώθει το φονιά του να πατή τα χώματα. Και τον νοιώθει, παιδί μου! στην άκρη του κόσμου να ευρίσκεται, εκείνος τον νοιώθει, σαν να του πατούσε την καρδιά του! Γι’ αυτό εκδίκησι! πρέπει να γενή εκδίκησι!