Αμαλία, μια πόρνη στα αζήτητα, Βασίλης Τζανακάρης
Ποια είναι η «Αμαλία» που ο Βασίλης Τζανακάρης αποτύπωσε πάνω στο χαρτί σαν μια αφήγηση ζωής; Το μυθιστόρημα πραγματεύεται τη ζωή μιας πόρνης. Η Αμαλία πέρασε τη ζωή της σε οίκους ανοχής, στη Σμύρνη, την Αλεξάνδρεια, την Αθήνα και τέλος στη Θεσσαλονίκη, εκεί που θα αφήσει και την τελευταία της πνοή, μόνη. «Μια πόρνη στα αζήτητα».
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Ο Βασίλης είναι δημοσιογράφος Θα βρεθεί στην Θεσσαλονίκη που μετατρέπεται σε κυρίαρχο πολιτικό σκηνικό μετά τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη και τον τραυματισμό του Γιώργου Τσαρουχά από τους παρακρατικούς το 1963.
Στο γραφείο ενός φίλου του θα δει την Αμαλία, μια ηλικιωμένη γυναίκα που δουλεύει σαν καθαρίστρια. Ο φίλος του θα του εκμυστηρευτεί πως πρόκειται για μία από τις πιο διάσημες πόρνες και η ιστορία της έχει πολύ ενδιαφέρον. Του προτείνει να γράψει για τη ζωή της, ενώ πείθει την Αμαλία να του μιλήσει.
Στο ιστορικό ξενοδοχείο «Αστόρια», στο δωμάτιο με τον αριθμό 25, το δωμάτιο που έμενε ο δολοφονημένος Αμερικανός δημοσιογράφος Τζορτζ Πολκ, μένει ο Βασίλης και συναντάει την Αμαλία στο διάσημο ζαχαροπλαστείο του «Φλόκα».
Μέσα στο ασταμάτητο ανθρωπομάνι που μπαινοβγαίνει στο ζαχαροπλαστείο, η Αμαλία, με τη γεύση του πικρού καφέ και του τσιγάρου στο στόμα ανοίγει την ψυχή της. Μοιράζεται σε έναν άγνωστο τα κατάστιχα της ύπαρξής της, ενώ παράλληλα περιγράφει τη σκοτεινιά μιας Ελλάδας που κρύφτηκε και αποσοβήθηκε προς όφελος της ηθικής και του ευπρεπούς προσωπείου.
«…αυτή τη φορά η Αμαλία έπρεπε να ξεγυμνώσει όχι το κορμί, αλλά την ψυχή της, να μιλήσει για τα όσα ανείπωτα και συφοριασμένα της ζωής της· να φυσήξει την ανάσα της πάνω τους και να τα ξαναζωντανέψει.»
Η Αμαλία γεννιέται σε ένα χωριό της Μικράς Ασίας, πριν από την Καταστροφή. Μένει ορφανή, όταν Τούρκοι μπαίνουν στο σπίτι της οικογένειάς της. Βιάζουν τη μάνα της, κόβουν τα στήθια της και τη σταυρώνουν στην πόρτα του στάβλου τους. Στη συνέχεια βιάζουν και σκοτώνουν και τον πατέρα της. Η Αμαλία θα βρεθεί στα χέρια ενός θείου της. Εκείνος θα την κακοποιεί μέχρι να την πουλήσει σε κάποιον κερχανέ της Σμύρνης.
Το μικρό κοριτσάκι θα μάθει να ζει μέσα στον κόσμο της πληρωμένης ηδονής, του στιγμιαίου έρωτα, της εκμετάλλευσης του σώματος, της ψυχής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Θα ζήσει μέσα στον βούρκο, μια ζωή χωρίς αύριο, με την απειλή των νταήδων και τη μυρωδιά του «Περμαγκανάτ, του απολυμαντικού που δεν θα φύγει ποτέ από τη μνήμη και την όσφρησή της μέχρι το τέλος της. Μαλαφράντζα, σκουλαμέντο, οι λαϊκές λέξεις για τη σύφιλη και τη βλεννόρροια, οι φιέστες με τους ναργιλέδες και τα σιρόπια της χαύνωσης και της μαστούρας. Η ομορφιά της, το λευκό και αμόλυντο χρώμα του δέρματος της θα της δώσουν το πιο οξύμωρο προσωνύμιο: «Χιονάτη».
Χιονάτη τη φώναζαν. Μόνο που εκείνη είχε στη ζωή της εφτά νάνους δικούς της που την αγαπούσαν και τη φρόντιζαν, ενώ εγώ αμέτρητους εφτά, αλλά κανέναν σαν εκείνους. Γι’ αυτό και κανένας δεν έκανε αυτό που ήθελα εγώ, παρά μόνο ο, τι ήθελαν εκείνοι. Και ήταν αμέτρητες οι στιγμές που ήθελα να τους σπρώξω από πάνω μου έτοι όπως τους άκουγα να αγκομαχούν και να τρέχουν τα σάλια τους…»
Από τη Σμύρνη στον Πειραιά κι αποκεί στην Αλεξάνδρεια, στην κόλαση και στη βρομιά της αμαρτίας. Και στην Αθήνα, της προσφυγιάς, της ανέχειας και της απόγνωσης.
Ο Βασίλης Τζανακάρης σκιαγραφεί με ρεαλιστικές και άγνωστες πτυχές την Αθήνα του Μεσοπολέμου. Η αφήγηση της Αμαλίας φανερώνει μια εποχή με παράλληλες ευθείες. Πέρα από τη χαρούμενη ατμόσφαιρα που επικρατεί με το τέλος των πολέμων, την ελπίδα που αναγεννιέται, την εμφάνιση νέων τεχνολογικών και πολιτιστικών επιτευγμάτων οι κοινωνικές συνθήκες για την πλειονότητα έχει άλλη όψη. Η προσφυγιά και η εσωτερική αστυφιλία θα φέρει στην πρωτεύουσα πλήθος νέων ανθρώπων που, ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή, θα πέσουν θύματα εκμετάλλευσης, σωματεμπορίας, εξαπάτησης.
Η Αμαλία θα μιλήσει για τη δεκαετία του ΄30 με όλα εκείνα που δημιούργησαν ανθρώπους μοιραίους, χωρίς μέλλον και προοπτική. Τα μεγαλύτερα ποσοστά πορνείας καταγράφηκαν στην Αθήνα και τον Πειραιά τον καιρό του Μεσοπολέμου σε σχέση με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη.
Η φτώχεια και η απόγνωση οδηγεί πλήθος γυναικών στην πορνεία, χιλιάδες είναι δηλωμένες στα κατάστιχα της αστυνομίας και άλλες τόσες αδήλωτες. Τα Βούρλα, ο κρατικός οίκος ανοχής, μια φυλακή σκληρή και τραγική για όλες τις αδήλωτες πόρνες. Το Νοσοκομείο του Συγγρού, μια άλλη εφιαλτική περιπέτεια για όσες κολλούν αφροδίσια νοσήματα, η άγνοια και οι περιπέτειες των γυναικών που δεν περιμένουν τίποτα από κανένα. Τα ζυθοπωλεία που, με την ταμπέλα αυτή, καλύπτουν τη σκληρή αλήθεια της εμπορίας σάρκας, σε βρόμικα καταγώγια, μικρές αποθήκες που μυρίζουν ηδονή και απόγνωση.
Οι σκληρές και ανίατες τις περισσότερες φορές ασθένειες που αφήνουν εκτεθειμένες και για πάντα καταδικασμένες πόρνες και όλους όσους πληρώνουν για λίγα λεπτά ηδονής. Η φυματίωση και η Πεντέλη, με τις σπηλιές και τις παράγκες του θανάτου. Το «Σωτηρία», η κόλαση λίγο πριν το προδιαγεγραμμένο τέλος και οι απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης όσων νοσούν.
Η Αμαλία θα βρεθεί στη Θεσσαλονίκη και θα βιώσει τη σκληρή Κατοχή. Την πείνα, το απάνθρωπο παζάρι των μαυραγοριτών, την τραγική δίωξη των Εβραίων, αλλά και τα μαγαζιά που ζει το ρεμπέτικο. Τις πρώτες νότες και μελωδίες του Τσιτσάνη, εικόνες από τα «Κούτσουρα» του Δαλαμάγκα, το «Ουζερί του Τσιτσάνη», το τέλος μιας εποχής και την αρχή της εμφύλιας διαμάχης.
Μέσα από την αφήγηση της Αμαλίας περνάνε όλες οι περίοδοι που στιγμάτισαν την Ελλάδα και τη νεότερη Ιστορία του τόπου. Τα μάτια και η αντίληψη της Αμαλίας είναι η ερμηνεία του απλοϊκού λαού που έζησε κάτω από τραγικές συνθήκες και επιβίωσε. Χρόνια σκληρά που δείχνουν μια άλλη κοινωνική πτυχή, ανθρώπους που έζησαν και βίωσαν τη σκοτεινή και απάνθρωπη πλευρά της κοινωνίας.
Η ηρωίδα είναι μια ύπαρξη που ζει με τη μοναξιά της. Τα συναισθήματα είναι μια ναρκοθετημένη περιοχή για ανθρώπους σαν κι εκείνη. Ο έρωτας είναι η μάχη για την επιβίωση, και τα όνειρα μια χαμένη υπόθεση για μια γυναίκα όπως αυτή. Η τραγικότητα της Αμαλίας δεν φαίνεται παρά μόνο προς το τέλος της αφήγησής της. Όσες μέρες περιγράφει όσα έζησε ο λόγος της είναι λιτός, χωρίς συναισθηματισμούς, με μια στωικότητα με την οποία εξομολογείται δεινά και τραγωδίες.
Σε έναν συγκλονιστικό επίλογο αφήνει όλη την τραγικότητα και τη δραματική της φύση να αποκαλυφθεί. Για τα παιδιά που δεν έκανε, για τα παιδιά που θέλησε να νιώσει δικά της. Για το εφτά της ζωής της. Για το τέλος της που ο χρόνος, μπλεγμένος στις δαγκάνες ενός παραμυθιού που δεν ειπώθηκε, γίνεται το δικό της ανείπωτο παραμύθι.