Περί Τυφλότητος, Ζοζέ Σαραμάγκου
Το «Περί τυφλότητος», του Ζοζέ Σαραμάγκου είναι ένα βιβλίο σπουδαίο -στην πραγματικότητα σπουδαίο είναι το μυαλό που αποφάσισε να ασχοληθεί με ένα τέτοιο θέμα- που, αν και πραγματεύεται μια υποθετική κοινωνική συνθήκη που μπορεί να προκύψει από μια επιδημία τύφλωσης, οι συσχετισμοί και η αλληγορία του είναι αποτέλεσμα του πραγματικού κόσμου.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Σε ένα σημείο του βιβλίου υπάρχει ένας διάλογος, θα χρησιμοποιήσω ένα του απόσπασμα:
«Πιθανότατα, μόνο σ΄ έναν κόσμο τυφλών τα πράγματα γίνονται αυτό που πραγματικά είναι», είπε ο γιατρός.
«Και οι άνθρωποι;» ρώτησε η κοπέλα με τα σκούρα γυαλιά.
«Και οι άνθρωποι το ίδιο, αφού δε θα υπάρχει κανείς για να τους δει».
Είναι ένα φαινόμενο των τελευταίων χρόνων, μπορεί να βρίσκεσαι εκτεθειμένος πλέον μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους που δε γνωρίζεις, ούτε εκείνοι βεβαίως, και να περιγράφεις τη δική σου αλήθεια, που κανείς δεν ξέρει αν όντως είναι η αλήθεια, αλλά το χειρότερο είναι ότι κι εσύ ο ίδιος να έχεις πειστεί ότι αναπαράγεις κάτι αληθινό. Έτσι, η κατάσταση της ολικής τύφλωσης δεν είναι πια ένα μακρινό υποθετικό θέμα ενός βιβλίου, αλλά ένα δεδομένο που βιώνεται. Και, μάλιστα, με την έγκριση και την προτροπή ενός παράγοντα που είναι κυρίαρχος, σε μια κοινωνία που θα μπορούσε να βλέπει, αλλά οδεύει προς την τύφλωση με ακρίβεια μαθηματική.
Το «Περί Τυφλότητος» δημοσιεύτηκε το 1995. Θα μπορούσε να είναι ένα σενάριο φαντασίας όταν το έγραψε ο Ζοζέ Σαραμάγκου. Μια επιδημία που οι άνθρωποι λίγο λίγο χάνουν το φως τους, εγκλωβίζονται σε ένα στρατόπεδο, προκειμένου να μην κολλήσουν τους υγιείς με την ασθένεια, απειλούμενοι με όπλα ώστε να μη δραπετεύσουν και προσπαθούν να επιβιώσουν σε συνθήκες αντίξοες κι απάνθρωπες. Να βρουν την αλήθεια τους σε έναν κόσμο τυφλό, να προσανατολιστούν σε όσα χάθηκαν και σε όσα δεν διέκριναν ποτέ όσο έβλεπαν. Η αλληγορία και ο συμβολισμός μπορεί τη δεκαετία του 90′ να ήθελε πολλή προσήλωση και αναγνωστική εμπειρία για να γίνει συμπέρασμα στο μυαλό εκείνου που το διάβασε. Σήμερα όμως;
Με το Περί τυφλότητος ήθελα να θυμίσω σε όσους μπορεί να το διαβάσουν ότι διαστρέφουμε την ίδια την έννοια του ορθού λόγου όταν εξευτελίζουμε την ανθρώπινη ζωή, ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια προσβάλλεται κάθε μέρα από τους ισχυρούς αυτού του κόσμου, ότι το παγκόσμιο ψέμα έχει αντικαταστήσει τις περισσότερες (και διαφορετικές) αλήθειες (που βιώνουν οι πολίτες στην καθημερινή τους ζωή), ότι ο άνθρωπος σταματάει να σέβεται τον ίδιο του τον εαυτό, όταν χάνει το σεβασμό των συνανθρώπων του. Τότε σα να προσπαθούσα να εξορκίσω τα τέρατα που γεννούσε η τυφλότητα της λογικής, άρχισα να γράφω τις πιο απλές απ’ όλες τις ιστορίες: ένας άνθρωπος ψάχνει για έναν άλλο άνθρωπο συνειδητοποιώντας ότι στη ζωή δεν είναι τίποτα άλλο περισσότερο σημαντικό από την επικοινωνία με τον άλλο άνθρωπο.
Αυτά είπε, μεταξύ άλλων, στον λόγο του, όταν τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το βιβλίο του, το 1998.
Μπορεί να είναι σκληρό ή απάνθρωπο το θέμα ενός μυθιστορήματος, τίποτα δεν είναι πιο σκληρό, όμως, από την ίδια τη ζωή. Ο τρόπος που μπορεί ένας συγγραφέας να αποτυπώσει μια αλήθεια -και όχι μια ιστορία για να ξεχαστείς- είναι ένα στοίχημα. Ο Σαραμάγκου το κέρδισε, δίνοντας ένα μήνυμα: Πόση είναι η ικανότητα της κοινωνίας να αντικρίσει τον εαυτό της και του ανθρώπου να στραφεί ξανά προς τον άλλο άνθρωπο, σε μία σύγχρονη πραγματικότητα που στηρίζεται σε έναν τυφλό αγώνα επιβίωσης και προσπάθειας εκμετάλλευσης στο όνομα του κέρδους;