Επί σκοπώ πλουτισμού, Ελισάβετ Χρονοπούλου
Στο «Επί σκοπώ πλουτισμού» η Ελισάβετ Χρονοπούλου δίνει στο παρελθόν την αξία που του αναλογεί στο παρόν και το σημειολογικό μήνυμα που του εμπίπτει στο μέλλον. Ο χρόνος περιπλέκεται, χάνει την υπόστασή του. Οι ήρωες υπάρχουν, αναγεννούνται και δίνουν απαντήσεις σε ιστορίες ανείπωτες, κρυμμένες πίσω από μυστικά που δεν αντέχουν στη σιωπή. Προκαλούν για να αποκαλυφθούν και να αποκαλύψουν.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Ο Γιώργος ζει στο σπίτι που κληρονόμησε από τους δικούς του μαζί με τον σκύλο του. Η ζωή του δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον, μέχρι που ένα τηλεφώνημα θα αλλάξει την πορεία και την ουσία για όσα ήξερε μέχρι εκείνη τη στιγμή.
Ο Δημοσθένης Σαρίκας, ένας άγνωστος για τον Γιώργο, μέχρι εκείνη τη στιγμή, άνθρωπος τον καλεί κοντά του, λίγο πριν πεθάνει. Περνάει μαζί του τις τελευταίες του μέρες, χωρίς να καταφέρει να δώσει κάποια εξήγηση για την επιθυμία του γερασμένου ανθρώπου. Ο Γιώργος αρχίζει να αποκτά περίεργα, πρωτόγνωρα συναισθήματα για έναν άνθρωπο άγνωστο. Ή μήπως όχι;
Η συμβολαιογράφος που θα τον καλέσει για να του διαβάσει τη διαθήκη του Σαρίκα, θα του δώσει και ένα γράμμα από τον θανόντα, ένα γράμμα που απευθύνεται σε αυτόν. Ο Γιώργος έχει το επώνυμο Ασλανίδης, αγνώστου πατρός. Το επώνυμό του προέρχεται από τη μητέρα του. Εκείνος έχει μεγαλώσει με τη γιαγιά του. Τον παππού του τον γνωρίζει από τη μοναδική φωτογραφία του που υπάρχει στο σπίτι που μεγάλωσε. Ο Σαρίκας τον ενημερώνει πως εκείνος σκότωσε τον παππού του. Κι έτσι ξεκινάει μια τραγική ιστορία, αποδέκτης της θα είναι ο Γιώργος, ο μοναδικός απόγονος που του ορίζεται το χρέος της γνώσης.
Η συγγραφέας εμπνέεται από μια εποχή που έχει γράψει μελανές σελίδες στην Ιστορία της Ελλάδας. Μέσα από ένα «κουβάρι» που ξεμπλέκεται στις σελίδες ενός μπλε τετραδίου, ο Γιώργος ανακαλύπτει ένα χαμένο κομμάτι από την οικογένειά του και την ίδια τη ζωή του.
Μια κοπέλα ελεύθερη αγωνίζεται στα χρόνια της Κατοχής και αντιστέκεται στη γερμανική λαίλαπα που βασανίζει τον ελληνικό λαό. Μέσα στην καταχνιά και τον φόβο κανείς δεν γνωρίζει τις προθέσεις και τις ζωές των ανθρώπων. Οι φιλίες γίνονται αμφίβολοι δρόμοι, οι σχέσεις δοκιμάζονται και τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Ο θάνατος της Αμαλίας θα γίνει αφορμή για να αποκαλυφθούν άνομες και ανίερες πράξεις. Να ξεσκεπαστούν μυστικά που κανείς δεν φάνηκε δυνατός να τα φέρει στο φως.
Η συγγραφέας εξερευνά, μέσα από τα αρχεία του Ειδικού δικαστηρίου των δωσίλογων, των μαυραγοριτών και των μελών της Ειδικής Ασφάλειας Αθηνών, τις συνθήκες και τις περιπτώσεις ανθρώπων και οικογενειών που έπεσαν θύματα εκμετάλλευσης, δολοφονήθηκαν και βασανίστηκαν με τρόπο τραγικό.
Στο «Κρυστάλ», στην πλατεία Βικτωρίας, ένα από τα κέντρα της Κόλασης τόσων ανθρώπων, στο άντρο των αιμοσταγών δημίων, ανοίγει η τραγική αυλαία. Από τους βασανισμούς, τους ξυλοδαρμούς, τις δραματικές ανακρίσεις στα χέρια της Ειδικής Ασφάλειας και από εκεί στις εκτελέσεις στο Χαϊδάρι, στα χέρια των Ες Ες. Όσοι είναι μέλη της Ειδικής Ασφάλειας συλλαμβάνουν ανθρώπους και, εκμεταλλευόμενοι την αγωνία και τον φόβο των οικογενειών τους, ζητούν αντίτιμο για την ελευθερία τους. Λίρες, κοσμήματα, περιουσίες που χάνονται σε μία νύχτα, ζωές που καταδικάζονται «εις θάνατον» στυγερά και απάνθρωπα.
Το Ειδικό Δικαστήριο Δωσίλογων Αθηνών, που συστάθηκε μεταξύ 1945-1946, καταδίκασε κάποιους εξ αυτών που ενήργησαν εναντίον της πατρίδας και των Ελλήνων. Αρκετοί από αυτούς αφέθηκαν ελεύθεροι.
Η ιστορία του Δημοσθένη Σαρίκα είναι η δική του πράξη δικαίωσης. Ένα δεδικασμένο από τη δική του τελεσίδικη απόφαση. Με τη μαρτυρία του, για τις πράξεις του παρελθόντος φέρνει τον Γιώργο, εγγονό του Ασλανίδη, αντιμέτωπο με την αλήθεια που εκείνος αγνοούσε.
Η Ελισάβετ Χρονοπούλου δημιουργεί μια χρονοκάψουλα, μια «κιβωτό μνήμης», με αποδέκτη έναν νέο άνθρωπο που ζει εν αγνοία της ιστορικής του υπόστασης. Τον κάνει μάρτυρα γεγονότων που έλαβαν χώρα σε προηγούμενες από αυτόν ζωές και που όμως αφορούν τον ίδιο, τον τρόπο σκέψης, τον χαρακτήρα του και τον τρόπο που αντιμετωπίζει ή δεν θέλει να εξηγήσει όσα έχουν συμβεί στη ζωή του. Ο νεότερος Γιώργος Ασλανίδης συγκρούεται με το αίσθημα δικαίου που του προκαλεί η εξομολόγηση του Δημοσθένη Σαρίκα. Ταυτόχρονα έρχεται αντιμέτωπος με όλα όσα έχουν συμβάλει στη σύσταση του χαρακτήρα του. Δίνει απαντήσεις σε αμφιβολίες και σκοτεινά σημεία της ζωής του που κανείς δεν του φανέρωσε. Λύτρωση; Συνειδητοποίηση; Η γιαγιά του, πρωταγωνίστρια και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα στην ιστορία του Σαρίκα, δεν δίνει ποτέ απαντήσεις στον μικρό Γιώργο, που ψάχνει τις ρίζες του, την αρχή του και το παρελθόν του. «Μην τα σκαλίζεις τα παλιά». Όσο τραγική είναι η ιστορία του νέου του γνώριμου, του Δημοσθένη, άλλο τόσο τραγική είναι και η ευθύνη του ίδιου του Γιώργου για την αποκάλυψη της αλήθειας που ανακύπτει.
«Γιώργο, παιδί μου,
Δεν είμαστε παρά οι πράξεις μας. Εμείς περνούμε αλλά οι πράξεις μας μένουν για πάντα σ΄ αυτόν τον κόσμο.»
Η εξομολόγηση του Σαρίκα είναι από τη μία μια πράξη εξιλέωσης για τον ίδιο λίγο πριν από το τέλος της ζωής του, ένα ανάθημα προς τη νεκρή αδελφή του, αλλά και για όλους όσους χάθηκαν «επί σκοπώ πλουτισμού». Από την άλλη όμως αποτελεί και μια σπουδαία παρακαταθήκη προς τους επόμενους από εκείνον, χρέους και μνήμης, όλων όσων έγιναν αλλά δεν πρέπει να ξεχαστούν ποτέ. Το μυθιστόρημα «Επί σκοπώ πλουτισμού» αποτελεί μια πολύτιμη πηγή μνήμης και απελευθέρωσης. Κρύβει μέσα στις λέξεις της ιστορίας του μια Ελλάδα που πόνεσε και βασανίστηκε από τον εμφανή και δεδομένο εχθρό, αλλά ένιωσε το βάρος της προδοσίας και του εξευτελισμού από τους ίδιους τους Έλληνες, που τάχθηκαν υπέρ του εχθρού και της ίδιας της πατρίδας τους, με μόνο σκοπό τους τον πλούτο…