Δον Κιχώτης, Μιγκέλ ντε Θερβάντες
Από τη μικρή μας ζωή γνωρίσαμε τον Δον Κιχώτη, του Θερβάντες. Σαν έναν αλλόκοτο ήρωα κινουμένων σχεδίων, σαν έναν περίεργο καβαλάρη, λίγο μοναχικό, με τη συνοδεία ενός μικρόσωμου στρουμπουλού συνοδοιπόρου, σε αυτοτελή εικονογραφημένα περιοδικά ή σε ζωγραφιστά παραμύθια. Ο Δον Κιχώτης του Μιγκέλ ντε Θερβάντες όμως είναι ένα από τα πιο πρωτοποριακά μυθιστορήματα, μια καινοτομία στη δυτική λογοτεχνία για την εποχή που γράφτηκε, το 1605 το πρώτο του μέρος και το 1615 το δεύτερο και τελευταίο μέρος του. Να ένα μικρό αφιέρωμα για να γνωρίσουμε τον ονειροπόλο Δον Κιχώτη…
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Ο Δον Κιχώτης ακολουθεί τις περιπέτειες του Αλόνσο Κιχώτη, ενός ηλικιωμένου άνδρα από τη Λα Μάντσα στην κεντρική Ισπανία. Παθιασμένος με ιπποτικά ειδύλλια, από τις πολλές ιπποτικές ιστορίες που έχει διαβάσει, ο Κιχώτης χάνει τα λογικά του και αποφασίζει να γίνει ένας περιπλανώμενος ιππότης ονόματι Δον Κιχώτης. Προσλαμβάνει έναν απλό αγρότη, τον Σάντσο Πάντσα, σαν βοηθό του. Ο Αλόνσο βρίσκει μια παλιά πανοπλία και ετοιμάζει ένα γέρικο άλογο από τον στάβλο, το οποίο ονομάζει
Ροσινάντε. Στην παραληρηματική του κατάσταση, ο Δον Κιχώτης μπερδεύει τους ανεμόμυλους με γίγαντες, τα πανδοχεία με κάστρα και τις αγρότισσες με ευγενείς κυρίες. Ξεκινά μια σειρά από αποστολές για να κερδίσει φήμη, να διορθώσει τα λάθη και να κερδίσει την καρδιά της αγρότισσας που φαντάζεται ότι είναι η όμορφη Δουλτσινέα.
Οι περιπέτειες του Δον Κιχώτη οδηγούν σε συχνούς ξυλοδαρμούς και ταπεινώσεις. Επιτίθεται σε ανεμόμυλους, επιτίθεται σε ένα κοπάδι πρόβατα που πιστεύει ότι είναι στρατός και απελευθερώνει μια ομάδα καταδικασμένων εγκληματιών. Ταυτόχρονα, μέσα στην ονειροφαντασία του, ο Σάντσο Πάντσα παρέχει ένα ρεαλιστικό και κωμικό αντιστάθμισμα στον ιδεαλισμό του Δον Κιχώτη.
Ενώ όλοι έχουν καταλάβει πως έχουν να κάνουν με έναν ονειροπόλο που έχει χάσει τα λογικά του, εκμεταλλεύονται την κατάστασή του κάνοντάς του μια φάρσα. Ένας δούκας και μια δούκισσα στήνουν ένα σχέδιο ώστε να περιγελάσουν τον Δον Κιχώτη, προσποιούμενοι ότι τον αντιμετωπίζουν ως πραγματικό ιππότη. Ο Σάντσο διορίζεται κυβερνήτης ενός φανταστικού νησιού ως μέρος της φάρσας τους. Αφού αποτυγχάνει στις μάχες που δίνει αποφασίζει να γυρίσει πίσω στην πόλη που γεννήθηκε. Αρρωσταίνει, απαρνείται την ιπποσύνη και ανακτά τα λογικά του λίγο πριν πεθάνει.
Το διάσημο έργο του Θερβάντες είναι μια σπουδαία πραγματεία για τη μάχη του φανταστικού με την πραγματικότητα, την ψευδαίσθηση απέναντι στον ρεαλισμό, αλλά και τη δύναμη της φαντασίας, που είναι ικανή να μετασχηματίσει οτιδήποτε απτό και ορατό. Ο Δον Κιχώτης προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ τρέλας και λογικής, μετατρέπεται σε ένα ονειροπόλο ιδεαλιστή και αρνείται οτιδήποτε πραγματικό. Μέσα από τον κόσμο που έχει δημιουργήσει εξάρει την ιπποσύνη και τον ρομαντισμό, ενώ μάχεται με πρότυπο τον ηρωισμό.
Κάτω από το χιούμορ που διανθίζει όλο το έργο κρύβεται ένας βαθιά ανθρώπινος στοχασμός πάνω στα όνειρα, την απογοήτευση και τη θολή γραμμή μεταξύ ψευδαίσθησης και πραγματικότητας. Η ομορφιά και η τραγωδία της πίστης σε κάτι μεγαλύτερο από ό,τι επιτρέπει ο κόσμος και η φαντασία του Δον Κιχώτη καταρρέει.
Το αριστούργημα του Θερβάντες διαδραματίζεται στα τέλη του 16ου αιώνα στην Ισπανία, κυρίως στην κεντρική περιοχή της Λα Μάντσα. Αυτή η ξερή και άνυδρη περιοχή χρησιμεύει ως ένα ειρωνικό σκηνικό για τις φανταστικές αυταπάτες του πρωταγωνιστή για ιπποτικό μεγαλείο. Το μυθιστόρημα ξεδιπλώνεται στις σκονισμένες πεδιάδες και τα μικρά χωριά της Λα Μάντσα, με ιδιαίτερη έμφαση στην κομάρκα (κομητεία) του Κάμπο ντε Μοντιέλ. Τον 16ο αιώνα η πολιτική στην Ισπανία βρίσκεται σε κρίση. Ο Θερβάντες τοποθετεί τον ήρωά του μέσα σε μια φθίνουσα αυτοκρατορική δύναμη που παραπαίει. Στο κοινωνικό και πολιτικό σκηνικό η ιπποσύνη χάνει τα ηνία και η Ισπανία βαδίζει σε μια πιο ρεαλιστική εποχή, κάτι που αφήνει να εννοηθεί ο συγγραφέας μέσα από τις ιστορίες του ήρωά του.
Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες αποτελεί μια περίεργη περίπτωση λογοτέχνη. Εισπράκτορας οφειλών και επομένως ένα γρανάζι στον τροχό του άτονου ισπανικού γραφειοκρατικού κράτους, είχε τελικά γίνει συγγραφέας. Είχε δοκιμάσει το θέατρο, την ποίηση, ακόμη και ένα ποιμενικό μυθιστόρημα, αλλά μέχρι το 1605 δεν είχε δημοσιεύσει τίποτα για είκοσι χρόνια και βρισκόταν σε καλό δρόμο προς τη λογοτεχνική λήθη. Κατά ειρωνικό τρόπο, η επιτυχία του προήλθε από ένα ξεπερασμένο, αν και ακόμα δημοφιλές είδος: το ιπποτικό ρομαντικό μυθιστόρημα. Εύκολος στόχος σάτιρας την εποχή του Θερβάντες, τα βιβλία ιπποτισμού ήταν γεμάτα με εκπληκτικά περιστατικά, μαγείες, ρομαντικές ιστορίες και αλληλένδετες ιστορίες, όλα για τη δόξα της περιπέτειας και του έρωτα. Ο Θερβάντες μεταμορφώνει αυτό το υλικό χρησιμοποιώντας τη μαγεία ως καταλύτη, προκειμένου να δημιουργήσει όχι μόνο φαινομενική έκπληξη, αλλά και τις αυταπάτες και τις προβολές της επιθυμίας που αποτελούν την άλλη όψη της μαγείας.
Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες πεθαίνει στις 22 Απριλίου του 1616 στη Μαδρίτη. Ο Θερβάντες έλαβε μέρος στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου (Λεπάντο), πολέμησε θαρραλέα, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές και κατά τη διάρκεια της μάχης τραυματίστηκε δύο φορές στο στέρνο, ενώ ένας τρίτος τραυματισμός προκάλεσε μόνιμη βλάβη, αχρηστεύοντας το αριστερό του χέρι.