Δημόσια και ιδιωτικά, Οδυσσέας Ελύτης
Το έργο «Τα Δημόσια και τα Ιδιωτικά» του Οδυσσέα Ελύτη κυκλοφορεί για πρώτη φορά στις 6 Ιουνίου του 1990. Πρόκειται για μια συλλογή φιλοσοφικών δοκιμίων και ποιημάτων που αφορούν τον ελληνικό πολιτισμό και μια νέα μορφή ανθρώπινης ερμηνείας.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Για τα δημόσια αναφέρεται στην κοινωνική συλλογικότητα, όλα εκείνα τα στοιχεία που ενώνουν και χαρακτηρίζουν τον Έλληνα. Ο πολιτισμός, η τέχνη, η ιστορία, τη φύση, τη λαϊκή συνείδηση που παράγει πολιτιστικό έργο.
Για τα ιδιωτικά ρίχνει το βάρος των σκέψεων του στο πρόσωπο και όχι στο ατομικό επίπεδο. Στην πορεία της ελεύθερης ψυχής, της εσωτερικότητας, στο βαθύτερο νόημα της ύπαρξης.
Με τις δύο αυτές πτυχές καταφέρνει να σφυρηλατήσει μια ανθρώπινη οντότητα, ως μια εναλλακτική λύση στα ελληνικά ανθρωπολογικά δεδομένα. Σύμφωνα με τον Ελύτη, ο αληθινός άνθρωπος είναι εκείνος που, μέσα από την ηθική και την καλλιέργεια θα μπορέσει να συμμετέχει στο «δημόσιο», τη συλλογικότητα, την κοινή δράση, την ευαισθητοποίηση, στον πραγματικό έρωτα και στη γαλήνη.
Ο Ελύτης έχει γράψει δοκίμια με τις σκέψεις του πάνω στον ελληνικό χαρακτήρα που διαμορφώνεται από το τοπίο, το κλίμα και τη γεωγραφική θέση της Ελλάδας. Στο «Ανοιχτά χαρτιά» αλλά και στο «Εν Λευκώ» μπορεί κανείς να ανακαλύψει τη θεώρηση του ποιητή πέρα από την ποίηση. Καταφέρνει μέσα από τα πεζά του να αφυπνίσει εδώ και χρόνια για όσα επέρχονται. Την κρίση του Δυτικού πολιτισμού, την ανθρώπινη αποξένωση αλλά και τον ορθολογικό και τεχνοκρατικό τρόπο σκέψης της Ευρώπης που έρχεται σε αντίθεση με την ελληνική φιλοσοφία. Προειδοποιεί για την πνευματική παρακμή όταν οι άνθρωποι χάνουν τις πολιτιστικές τους ρίζες και την ποίηση που είναι η άλλη διάσταση της ανθρώπινης φύσης.
«… Θέλω να πιστεύω – και η πίστη μου αυτή βγαίνει πάντοτε πρώτη στον αγώνα της με τη γνώση – ότι όπως και να εξετάσουμε, η πολυαιώνια παρουσία του ελληνισμού πάνω στα δώθε ή εκείθε του Αιγαίου χώματα έφτασε να καθιερώσει μια ορθογραφία, όπου το κάθε ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε υπογεγραμμένη δεν είναι παρά, ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε μια καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών, ασπράκια ή κοκκινάκια, εδώ ή εκεί από περιστεριώνες και γλάστρες με γεράνια.
Είναι μια γλώσσα με πολύ αυστηρή γραμματική, που την έφκιασε μόνο του ο λαός, από την εποχή που δεν επήγαινε ακόμη σχολείο. Και την τήρησε με θρησκευτική προσήλωση και αντοχή αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες. Ώσπου ήρθαμ’ εμείς, με τα διπλώματα και τους νόμους, να τον βοηθήσουμε. Και σχεδόν τον αφανίσαμε. Από το ένα μέρος του φάγαμε τα κατάλοιπα της γραφής του και από το άλλο του ροκανίσαμε την ίδια του υπόσταση, τον κοινωνικοποιήσαμε, τον μεταβάλαμε σε έναν ακόμα μικροαστό, που μας κοιτάζει απορημένος από κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας του Αιγάλεω.
Δεν αναφέρομαι σε καμιά χαμένη γραφικότητα. Ούτε θυμάμαι να ‘χω ζήσει σε καμιά καλή εποχή για να τη νοσταλγώ. Απλώς, δεν ανέχομαι τις ανορθογραφίες. με ταράζουν. Νιώθω σαν ν’ ανακατώνονται τα γράμματα στο ίδιο μου το επώνυμο, να μην ξέρω ποιος είμαι να μην ανήκω πουθενά. Τόσο πολύ αισθάνομαι να είναι η ζωή μου συνυφασμένη μ’ αυτήν την «υδρόγεια λαλιά», που δεν είναι παρά η οπτική φάση της ελληνικής λαλιάς, της ικανής με τη διπλή της υπόσταση να ομιλεί και να ζωγραφίζει συνάμα. Και που εξακολουθεί να αθόρυβα όσο και δραστικά, παρά τις άνωθεν επεμβάσεις, να εισχωρήσει ολοένα μέσα στην ιστορία και μέσα στη φύση που τη γέννησαν, έτσι ώστε να μετατρέπονται τεράστιες ποσότητες παρελθόντος χρόνου σε παρόν, και να μετατρέπεται από το παρόν σε οργάνο προικισμένο με τη δύναμη να οδηγεί τα στοιχεία της ζωής μας στην πρωτογενή, φυσική τους αλήθεια. Όμως, για να αντιληφθεί κανείς αυτό, πρέπει να ‘χει περάσει απ’ όλες τις διεργασίες, όπως απαιτείται για να μπορεί να διακριθεί που είναι το καίριο. Το καίριο στη ζωή αυτή κείται πέραν του ατόμου. Με τη διαφορά ότι αν δεν ολοκληρωθεί κανείς σαν άτομο – κι όλα συνωμοτούν στην εποχή μας γι’ αυτό -αδυνατεί να το υπερβεί.
Σ’ αυτό το σημείο σταύρωσης βρισκόμαστε σήμερα, που οι περισσότεροι αδυνατούν, επί παραδείγματι, να εκτιμήσουν την υγεία επειδή δεν έτυχε ν’ αρρωστήσουν, ή επειδή -το χειρότερο- θεώρησαν «καιρία» την αρρώστια. Ο μηχανισμός μιας λειτουργίας όπως αυτή αντανακλά πάνω στη λογοτεχνία μας, την καταδυναστεύει, την υποβάλλει σ’ ένα είδος παραμορφωτικής αρθρίτιδας, που εξαιτίας μιας μακράς και συνεχούς τακτικής εκλαμβάνεται ως η μόνη φυσιολογική.
[…] Το μόνο πράγμα που παίρνει μαζί του πεθαίνοντας ο άνθρωπος είναι το μικρό εκείνο μέρος της περιουσίας του που ίσα ίσα δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο. Κάτι λίγες αισθήσεις ή στιγμές· δυό τρεις νότες κυμάτων, την ώρα που το μαλλί το παίρνει ο αέρας με τα γλυκά ψιθυρίσματα μες στο σκοτάδι, ολίγες μέντες από δυό κοντά κοντά σε βαλμένες ανάσες, ένα τραγούδι βαρύθυμο, σαν βράχος μαύρος, και το δάκρυ, το δάκρυ της για μια φορά, πάντοτε. Όλα όσα, μ’ άλλα λόγια, κάνουν την αληθινή του φωτογραφία, την καταδικασμένη να χαθεί και να μην επαναληφθεί ποτέ.
Αποδίδω μεγάλη σημασία σ’ αυτό το έσχατο του εαυτού μας αντίτυπο. Που, εάν συμβαίνει να διακρίνουμε πίσω του αφρισμένη τη θάλασσα ή το λευκό το σπιτάκι, να προσπερνάμε, τάχατες οι ανώτεροι εμείς, παρά να γονυπετούμε και να κάνουμε το σταυρό μας με δέους. Ένα εικόνισμα είναι κι αυτό το πελαγίσιο κομμάτι που το ξύλο του έχει μαυρίσει από τους καπνούς παλαιών αγώνων αλλά που τ’ αγιωτικό του αναδίδει ακόμη Αναξίμανδρο. Μιλώ μ’ έναν φανατισμό που δεν είναι παρά σωφροσύνη στον κύβο. Να ‘σαι σκληρός απέναντι στο μέλλον σου μαρτυρεί πόσο τρυφερός είσαι ήδη απέναντι στα στοιχεία που κρυφά προσφέρεις για να το συνθέσουν…
(απόσπασμα από «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά» του Οδυσσέα Ελύτη, Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ, 2011)