Στις 21 Νοεμβρίου του 1955 προβάλλεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα η «Στέλλα,» σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη, στον κινηματογράφο «Ορφέας».
Η Στέλλα δημιουργήθηκε από την πένα του Ιάκωβου Καμπανέλλη ως θεατρική ηρωίδα. Ήταν η «Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» και αποτελούσε μια μεταφορά της «Κάρμεν», του Γάλλου Προσπέρ Μεριμέ, έγινε δε διάσημη με την όπερα του επίσης Γάλλου Ζορζ Μπιζέ. Ο Καμπανέλλης έκανε μια ταιριαστή και εύστοχη μεταφορά στην ελληνική πραγματικότητα. Ο Μιχάλης Κακογιάννης έμελλε να την κάνει τη «Στέλλα» που ξέρουμε όλοι. Την επαναστάτρια, μοιραία και ελεύθερη γυναίκα που σκοτώνεται χαμογελώντας και ζητάει, ως ύστατη επιθυμία, ένα φιλί από εκείνον που της παίρνει τη ζωή.
Η υπόθεση
Η Στέλλα είναι τραγουδίστρια στο λαϊκό κέντρο «Παράδεισος» στον Πειραιά. Ζει μια ζωή ελευθεριότητας, δε δεσμεύεται στα πρότυπα της εποχής, ερωτεύεται, «παίζει» με τους άντρες, ζει έντονα κάθε της στιγμή. Ερωτεύεται τον Αλέκο, γόνο εύπορης οικογένειας. Εκείνος, σε ένα ατύχημα με το αυτοκίνητό του, σκοτώνεται. Η Στέλλα τότε συναντιέται με τον Μίλτο, ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού, ένα λαϊκό παιδί της γειτονιάς. Ο Μίλτος την αγαπάει τρελά και της ζητά να τον παντρευτεί. Εκείνη δέχεται αλλά, μέσα σε λίγες στιγμές το μετανιώνει. Τη μέρα του γάμου εκείνη δεν πηγαίνει στην εκκλησία. Βρίσκεται με κάποιον και πηγαίνει μαζί του. Γυρίζοντας το πρωί στο σπίτι της την περιμένει ο Μίλτος και την απειλεί πως θα τη σκοτώσει. Εκείνη κατευθύνεται προς το μέρος του περήφανη, αγέρωχη και χαμογελαστή. Πέφτει πάνω στο μαχαίρι που κρατάει ο Μίλτος και πεθαίνει στην αγκαλιά του. Το μόνο που του ητά λίγο πριν ξεψυχήσει είναι να τη φιλήσει στο στόμα.
Ο Μιχάλης Κακογιάννης δημιουργεί μια ταινία σταθμό για τα δεδομένα του ελληνικού κινηματογράφου μέχρι τότε. Έναν χρόνο πριν, το 1954, επιτρέπεται για πρώτη φορά η ψήφος στη γυναίκα. Η ηρωίδα του είναι ένα πρόσωπο μιας γυναίκας που απέχει πολύ από τα κοινωνικά δεςδομένα της εποχής. Η Ελλάδα διανύει μια περίοδο μετά τον Εμφύλιο, Ο κινηματογράφος δείχνει νέες και ενάρετες κοπέλες που ονειρεύονται έναν γάμο ευτυχισμένο, γεροντοκόρες αμέμπτου ηθικής που σκανδαλίζονται χωρίς λόγο, γυναίκες μιας ανώτερης κοινωνιής τάξης με πειθαρχημένο ύφος και επιτηδευμένο ύφος. Η Στέλλα είναι μια φιγούρα άλλου είδους από αυτό που μέχρι τώρα είναι οικείο. Είναι ηρωίδα αρχαίας τραγωδίας που αυτοθυσιάζεται για τα πιστεύω της και αντιτίθεται στο κοινωνικό πρότυπο που όλοι προσπαθούν να της επιβάλλουν. Ανοίγει το βλέμμα της στην Ευρώπη, σε έναν κόσμο που έχει ξεγύγει εδώ και καιρό από τη συντηρητική συνθήκη της ακόμα πονεμένης Ελλάδας. Στην πραγματικότητα η Στέλλα σκάει σαν βόμβα μεγατόνων στα στερεότυπα της εποχής προβολής της. Η Μελίνα Μερκούρη είναι ένα πρόσωπο όλο φως. Τα κοντινά πλάνα του φακού του Κακογιάννη φέρνουν το κοινό μπροστά σε μια φιγούρα νέα, δροσερή, αλέγκρα, με κινήσεις και εκφράσεις ζωντανές, αληθινές, με ρεαλισμό που ξεγυμνώνουν τη μέχρι τώρα στητή και κλασική υποκριτική φιγούρα.

Οι αντιδράσεις
Ο κόσμος καλωσορίζει τη νέα κινηματογραφική δξμιουργία. Οι πρώτες προβολές της ταινίας δείχνουν τη μεγάλη απήχηση που έχει στο κοινό αυτό το εγχείρημα του σκηνοθέτη. Την πρώτη εβδομάδα η ταινία παίζεται με τεράστια επιτυχία και στους κινηματογράφους «Τιτάνια» «οΚτοπούλη» και «Μαξίμ», ενώ αναδεικνύεται εμπορικότερη της σεζόν 1955-1956 κόβοντας 134.142 εισιτήρια.
Παρόλα αυτά, οι κριτικοί κατακεραυνώνουν την ταινία. Τόσο για το περιεχόμενό της όσο -κι ακόμα περισσότερο- για τον ρόλο που υποδύεται η Μελίνα Μερκούρη, τη Στέλλα.
Η χυδαιότητα και η ξετσιπωσιά παρουσιάζονται σαν ηρωισμός. Η μαγκιά και το σερτιλίκι, σαν παλληκαριά. (…) Το ξετραχηλισμένο αυτό γύναιο, η γυναίκα που δεν θέλει να παντρευτεί για να ‘χει το ελεύθερο να γλεντάει τη ζωή της, είναι ένας χαρακτήρας; Πιστεύουν πως η προσπάθειά της, η “πάλη” της να προασπίσει μιαν ανήθικη, μια διεστραμμένη ασυδοσία, μπορεί να κινήσει τη συμπάθεια ή το θαυμασμό, ή πως το μαχαίρωμά της από έναν αλήτη είναι τραγωδία; Ο κ. Κακογιάννης, ξένος ακόμα στον τόπο μας, χρωστάει να μελετήσει βαθύτερα την ελληνική πραγματικότητα που μπορεί να περιλαμβάνει ακόμα, σ’ έναν κάποιο βαθμό, τα μπουζούκια, δεν κλείνεται όμως σ’ αυτά. Η αισθητική του συνταύτιση με τον θιασώτη των μπουζουκιών και συνθέτη του “Καταραμένου φιδιού” Μάνο Χατζηδάκι είναι το λιγότερο αποκαρδιωτική. Όπως κι εκείνος, δε θα συγκινήσει παρά μόνο τους εστέτ»
έγραψε ο Αντώνης Μοσχοβάκης, στην «Επιθεώρηση της Τέχνης».
«Αυτό που βλέπουμε πάντως, είναι ένα ξεδιάντροπο μελόδραμα, που προβάλλει ό,τι χαμηλότερο, ό,τι πιο “λούμπεν”, ότι πιο χυδαίο και καθυστερημένο στοιχείο υπάρχει στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Είναι ένα καλομελετημένο συνοθύλευμα χυδαίου νατουραλισμού, μοιρολατρίας γαλλικής σχολής (της προπολεμικής εποχής), ψευτοελληνικού λαογραφικού στοιχείου (σερβίρει στους ξένους για Ελλάδα τα τουρκοανατολίτικα μπουζούκια -που κι εδώ πέρασε η μόδα τους-, το νταηλίκι, τη σεξουαλική ασυδοσία, το σουγιάδιασμα, την αλητεία κλπ.) ψεύτικης τολμηρότητας. (…) Λευτεριά λοιπόν στις γυναίκες να πηγαίνουν με τον πρώτο που θα τους αρέσει, και πετύχαμε την ανεξαρτησία μας! Δυστυχώς, θα ‘ναι πολλά τα θύματα της τολμηρότητας του Κακογιάννη».
Κώστας Σταματίου, για την «Αυγή»
Πέρα από τα αριστερά έντυπα, οι περισσότεροι κριτικοί τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, περιέγραψαν την ταινία ως ένα ηχηρό κατηγορητήριο σε βάρος της πατριαρχίας, με την πρωταγωνίστρια να εκπροσωπεί ένα γυναικείο πρότυπο που ήταν αναμφίβολα ξένο προς την ελληνική κοινωνία της εποχής, αλλά και μια διαχρονική ηρωίδα τραγωδίας. Όπως αναφέρει σε σχετικό του κείμενο, ο ιστορικός Γιάννης Σολδάτος, «η Στέλλα εξέφραζε τις επιθυμίες πολλών γυναικών, λίγες από τις οποίες ωστόσο τολμούσαν να ακολουθήσουν το παράδειγμά της. Ειδικότερα, προσωποποιεί τη σύγκρουση των παραδοσιακών αξιών, του ηθικού κώδικα και της τιμής με το ερωτικό πάθος που τελικά δε διασώζεται σε αυτά τα πλαίσια».
εν έλλειψαν όμως και οι θετικές κριτικές για το έργο αυτό του Κακογιάννη. Η νεαρή τότε κριτικός Ροζίτα Σώκου εστίασε στο γεγονός ότι με αφορμή την ταινία ο ελληνικός κινηματογράφος συζητήθηκε και θεωρήθηκε επιτέλους υπολογίσιμος παράγοντας στην ευρωπαϊκή καλλιτεχνική παραγωγή. Από την πλευρά της η Ελένη Βλάχου έγραψε: «η “Στέλλα” είναι ένα καλοχτισμένο μελόδραμα που διηγείται με ευφυΐα και αίσθημα την ιστορία μιας ατίθασης, υπερήφανης και αρκετά άτακτης κοπέλας, της “Στέλλας” που ζητεί να συνδυάσει τον έρωτα και την ελευθερία και να βρει μια ευτυχία χωρίς δεσμούς».

Συντελεστές και διακρίσεις
Όσον αφορά τη «χρυσή» ομάδα που έλαβε μέρος σε αυτήν την ταινία, εκτός από τον Μιχάλη Κακογιάννη, η μουσική ήταν μια εκπληκτική συνεργασία του Μάνου Χατζιδάκι με τον Βασίλη Τσιτσάνη, τα σκηνικά δημιούργησε ο Γιάννης Τσαρούχης, την περίφημη αφίσα της ταινίας, φιλοτέχνησε ο ζωγράφος και «μάγος» της γιγαντοαφίσας Γιώργος Βακιρτζής, στη συγγραφή του σεναρίου συμμετείχε και ο Ιάκωβος Καμπανέλλης. Τα κοστούμια ήταν της Ντένης Βαχλιώτη η οποία ήταν υποψήφια για Όσκαρ για τις ταινίες «Ποτέ την Κυριακή» το 1960 και «Φαίδρα» το 1962 με πρωταγωνίστρια και πάλι τη Μελίνα Μερκούρη, ενώ το 1975 κέρδισε το Όσκαρ Ενδυματολογίας για την ταινία «Μεγάλος Γκάτσμπι». Για τους ηθοποιούς τα λόγια είναι περιττά. Μελίνα Μερκούρη, Γιώργος Φούντας, Αλέκος Αλεξανδράκης, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Χριστίνα Καλογερίκου, Κώστας Κακκαβάς Βούλα Ζουμπουλάκη, Τασσώ Καββαδία και βέβαια η σπουδαία Σοφία Βέμπο!
Όσο για τα βραβεία και τις διακρίσεις: Η ταινία προβλήθηκε στο 8ο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Κανών το 1955 και την ίδια χρονιά απέσπασε τη Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξένης Ταινίας από την Επιτροπή Ανταποκριτών Ξένου Τύπου στο Χόλιγουντ και προτάθηκε για το Όσκαρ ενδυματολογίας.
Η Στέλλα «χαρτογραφεί» την παλιά Αθήνα…
Αν και η ταινία, στο σενάριο της, δείχνει να εκτυλίσσεται στον Πειραιά, η αλήθεια είναι πως τα γυρίσματα έγιναν σε πολλούς δρόμους της Αθήνας. Το σημείο που γυρίστηκε η σκηνή του φόνου της Στέλλας, εκείνο το χαρακτηριστικό για εκείνη την εποχή, τρίστρατο, βρίσκεται στη συμβολή των οδών Καλλιδρομίου, Πλαπούτα και Τσαμαδού στα Εξάρχεια. Αρκετές από τις σκηνές είναι γυρισμένες στον Πειραιά, την Καστέλα και το Μικρολίμανο, αλλά υπάρχουν και σκηνές γυρισμένες στην πλατεία Αβησσυνίας, την οδό Ηφαίστου, την πλατεία Μοναστηρακίου, την Πύλη της Ρωμαϊκής Αγοράς, το Α’ Νεκροταφείο και την οδό Αναπαύσεως, την Ερμού, τη νΌθωνος και την Αμαλίας το Σύνταγμα, τη Βουκουρεστίου, την Πανεπιστημίου, τη Χαριλάου Τρικούπη, την Πεσματζόγλου, το Αρσάκειο, τα δικαστήρια της οδού Σανταρόζα, τιςανηφοριές του Λυκαβηττού. Ένα πραγματικό ντοκουμέντο για την Αθήνα της δεκαετίας του ΄50 που δύσκολα μπορεί κανείς να δει έτσι ολοκληρωμένοκ αι τόσο ζωντανό.
Η ταινία «Στέλλα« αποτελεί μια καμπή του ελληνικού κινηματογράφου . Είναι μια νέα εκδοχή, μια πετυχημένη αφετηρία για την πρόοδό του, στα χνάρια της περπάτησαν πολλές άλλες κινηματογραφικές επιτυχίες που άφησαν κοσμήματα, κληρονομιά ανεκτίμητη στη μεγάλη οθόνη.