Ερεβάν, Ζιλμπέρ Σινουέ
Το «Ερεβάν», του Ζιλμπέρ Σινουέ, είναι μία από εκείνες τις λογοτεχνικές στιγμές που ο αναγνώστης ζει τη φριχτή ιστορία του αρμένικου λαού σε όλο της το εύρος. Στις 24 Απριλίου του 1915 οι Νεότουρκοι συλλαμβάνουν διακόσιους εξέχοντες Αρμένιους της Κωνσταντινούπολης. Είναι η αρχή της γενοκτονίας των Αρμενίων, που στοίχισε τη ζωή σε 1,5 εκατομμύριο ανθρώπους ως το 1923. Για την τραγική γενοκτονία των Αρμενίων έχουν γραφτεί πολλά βιβλία, μυθιστορήματα, ιστορικά συγγράμματα, έρευνες. Έχουν καταγραφεί ζωντανές μαρτυρίες και, όπως όλες οι ιστορικές γενοκτονίες, αποτελεί και αυτή ένα μελανό σημείο της Ιστορίας του κόσμου.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Βρισκόμαστε στο 1914, στην Ανατολία, σε έναν βραχώδη και άγριο τόπο όπου ζει μια οικογένεια Αρμενίων, οι Τομασιάν. Η ιστορία ξεκινάει όταν, το 1914, με την κήρυξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η κυβέρνηση των Νεότουρκων, που ήδη βρίσκεται στην εξουσία, αποφασίζει μέσα στο γενικότερο χάος που επικρατεί, και με την καθοδήγηση των συμμάχων Γερμανών, να αφανίσει τον αρμενικό λαό, με πρόσχημα πως είναι προδότες. Όταν η οικογένεια Τομασιάν φτάνει στο Ερζερούμ, με σκοπό να διαφύγει από τον κίνδυνο, οι Τούρκοι δολοφονούν όλα τα μέλη της οικογένειας εκτός από τα δυο αδέλφια, που ξεκινούν μαζί με χιλιάδες άλλους ομοεθνείς τους το ταξίδι της Κόλασης.
Το «Ερεβάν» είναι ένα σκληρό κι αμείλικτο μυθιστόρημα που παραδίδει στον αναγνώστη δύο παράλληλες συνθήκες δράσης -αυτή των Αρμενίων και την άλλη των Τούρκων- με τρόπο που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, αφού στηρίζεται και δομείται πάνω σε στοιχεία, αποτέλεσμα εμβάθυνσης και πολύ σκληρής έρευνας ιστορικών αρχείων και γεγονότων στοιχειοθετημένων. Καταφέρνει με αυτόν τον τρόπο να δώσει τον «αέρα» που χρειάζεται η μυθιστοριογραφία για να εξελιχθεί, «γατζώνει» τους ήρωές του -φανταστικούς ή ιστορικά πρόσωπα- πάνω στην αλήθεια και τους πλάθει, εξελίσσει με απόλυτη ελευθερία συναισθημάτων και βάθους. Το αποτέλεσμα είναι πάντα μοναδικό.
Η ιστορία των Αρμενίων παίρνει σάρκα και οστά, τη σωστή της διάσταση -ακόμα και αν σε ορισμένα σημεία γίνεται αποτρόπαια- και την ιστορική ακρίβεια που, αρκετές φορές, έχει αμφισβητηθεί. Οι ιστορικές πληροφορίες έχουν μία σχέση διαλόγου με τη μυθιστορηματική πλευρά του, ενώ, ταυτόχρονα, προκαλεί ένα διάλογο σύγκρισης, όχι μεταξύ των ηρώων, αλλά σε μια ευρύτερη έννοια που αφορά πολιτικά και ιστορικά δεδομένα. Το «Ερεβάν» κλείνει το 1921, όταν ο ένας από τους επιζώντες της οικογένειας Τομασιάν σκοτώνει έναν από τους κύριους πρωτεργάτες της θηριωδίας αυτής, τον υπουργό εσωτερικών της Τουρκίας Ταλαάτ Πασά.
Ο Ζιλμπέρ Σινουέ, γνωστός από παλιότερα έργα του που αγαπήθηκαν πολύ από το αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα, έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που δίνουν ένα άρτιο αποτέλεσμα στο είδος με το οποίο ασχολείται. Κατάγεται, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αίγυπτο, με μητέρα Γαλλίδα και γιαγιά Ελληνίδα, αλλά με πατέρα Αιγύπτιο. Όλο αυτό το μωσαϊκό πολιτισμών και τρόπων σκέψης έχει επηρεάσει τη γραφή του, αφού έχει χαρακτηριστικά που θυμίζουν το μυστήριο και τον αισθησιακό χαρακτήρα της Ανατολής, αλλά με καίριες παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής μόρφωσης που έχει πάρει, με αποτέλεσμα τη βαθιά έρευνα της Ιστορίας, του Πολιτισμού, της θρησκείας και της ορθολογιστικής αντίληψης. Αν αναφέρω όλα αυτά, είναι γιατί θέλω να αποδείξω -αν και φαίνεται πάντα από τις πηγές που ακολουθούν ένα πόνημά του- ότι ο Ζιλμπέρ Σινουέ αποτελεί παράδειγμα συγγραφέα που ασχολείται με το ιστορικό μυθιστόρημα με τρόπο που οριοθετεί την ερμηνεία του.
«Ξαφνικά θυμήθηκα τα λόγια που μου είχε πει ο θείος μου ο Οβανές. Πάει πολύς καιρός από τότε. Αγναντεύαμε το τοπίο του Ερζερούμ, Ξέρεις τι μου είπε; ”Μικρέ μου, η Αρμενία δεν είναι μόνο ένας γεωγραφικός χώρος· είναι μία ταυτότητα. Αναλογίστηκες ποτέ πόσοι λαοί πέρασαν από ‘δω; Πόσοι μας υποδούλωσαν; Πόσοι μας τυράννησαν; Και τι βλέπεις σήμερα; Βρισκόμαστε πάντα εδώ, αγκυροβολημένοι πιο γερά από ποτέ στη θρησκεία μας. Και ο ιερός καθεδρικός ναός του Ετσιαμτζίν, ο ωραιότερος καθεδρικός ναός μας, στέκει πάντα όρθιος. Να θυμάσαι πως στους αμπελώνες μας μέθυσε ο πατριάρχης Νώε! Ο ίδιος αυτός Νώε, ο οποίος, βγαίνοντας από την κιβωτό του στην κορυφή του Αραράτ, αναφώνησε: ”Γερεβάν! Φάνηκε!”»