Ρεβέκκα, Δάφνη ντι Μωριέ
Το 1938 θα εκδοθεί το μυθιστόρημα «Ρεβέκκα», της Δάφνης Ντι Μωριέ. Το μυθιστόρημα θεωρήθηκε μάλλον αδιάφορο στην αρχή. Ίσως γιατί οι επιρροές του από το «Ανεμοδαρμένα ύψη» και το «Τζέιν Έυρ» το έβαζε σε σύγκριση, που εκ των πραγμάτων θα το έδειχνε σαν ένα αντίγραφο πολύ αγαπημένων μυθιστορημάτων. Κι όμως, η «Ρεβέκκα» είναι ένα αριστούργημα της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας και η έμπνευση της Δάφνης Ντι Μωριέ, όπως και ο τρόπος που δημιουργεί μεθοδικά την ιστορία της δεν μπορεί παρά να μαγνητίσουν τον αναγνώστη μέχρι την τελευταία του σελίδα. Η κορύφωση και το μυστήριο δεν θα αφήσει κανέναν ασυγκίνητο. Θα αποδειχθεί το 1940, όταν ο Άλφρεντ Χίτσκοκ θα το μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη και θα το καταστήσει μία από τις μεγαλύτερες κινηματογραφικές του επιτυχίες. Το «Ρεβέκκα» θα γίνει αγαπημένο μυθιστόρημα για πολλά χρόνια αργότερα έως και σήμερα.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Ψες το βράδυ ονειρεύτηκα ότι επέστρεψα στο Μαντερλέι…
Έτσι ξεκινάει το μυθιστόρημα της Δάφνης Ντι Μωριέ, Ρεβέκκα…
Σε μία υπέροχη έπαυλη της Κορνουάλης, στο Μαντερλέι εξελίσσεται η ιστορία και η τοποθεσία από μόνη της δημιουργεί από την αρχή ένα δέλεαρ, μια γοητεία και ένα μυστηριακό πλαίσιο. Η θάλασσα, πάντα φουρτουνιασμένη και απειλητική, λειτουργεί σαν μουσική υπόκρουση, αλλά και επαναληπτική προοικονομία για ένα μυστικό που θα αποκαλυφθεί στο τέλος -ευρηματικό συγγραφικό στοιχείο.
Ο Μαξίμ ντε Γουίντερ φέρνει στο αρχοντικό του τη δεύτερη γυναίκα του, μια ευαίσθητη και ταπεινή κοπέλα που θα πάρει τη θέση της πρώτης που έχει πεθάνει. Της Ρεβέκκας. Η νέα σύζυγος θα αντιμετωπίσει την παγερή στάση του προσωπικού του σπιτιού, την απαξίωσή τους, και την απάθειά τους, ενώ η σύγκριση με την πρόσφατα χαμένη Ρεβέκκα, θα γίνει μια συνεχής απειλή και μορφή ψυχικού εκφοβισμού για τη νέα κυρία Γουίντερ. Η μεγαλύτερη και πιο βασανιστική παρουσία για τη νέα σύζυγο (δεν μαθαίνουμε ποτέ το όνομά της), είναι η κυρία Ντάνβερς, οικονόμος του σπιτιού και πιστή της Ρεββέκας, της πεθαμένης συζύγου, από τότε που ήταν μωρό. Πόρτες κλειστές, μυστικά και αθόρυβα σχόλια, επικριτικές ματιές, μονογράμματα σε οτιδήποτε πιάνει ή βλέπει η κοπέλα, με περίτεχνα «R» θα της προκαλέσουν ζήλεια, εμμονή και τη θέληση να γνωρίσει και να μοιάσει στην προκάτοχό της. Σκοπός της είναι να πάρει τη θέση που της ανήκει μέσα στο αρχοντικό, μαθαίνοντας από τη Ρεβέκκα, που δεν γνωρίζει, τον τρόπο. Σύμβουλος, «καταλύτης» με πολλές εκδοχές θα γίνει η η κυρία Ντάνβερς, που στην πορεία θα αποκαλυφθεί η πρόθεση και ο ψυχισμός της. Η Δάφνη Ντι Μωριέ θα δημιουργήσει μια ευρηματική ιστορία, που τον ρόλο της διαλεύκανσης του μυστηρίου θα το δώσει στον αναγνώστη.
Λίγα μυθιστορήματα δημιουργούν μια τόσο έντονη, καταπιεστική ατμόσφαιρα όσο η Ρεβέκκα. Από τις πρώτες γραμμές —όπου η νέα κυρία Γουίντερ ονειρεύεται να επιστρέψει στο Μαντερλέι— το βιβλίο είναι βυθισμένο σε μια αίσθηση ανησυχίας . Η Ντι Μοριέ δημιουργεί αριστοτεχνικά ένταση σε κάθε κεφάλαιο, κάνοντας τον αναγνώστη να αμφισβητεί συνεχώς τι είναι πραγματικό και τι φανταστικό.
Στο μυθιστόρημα είναι δεδομένο πως δεν υπάρχει φάντασμα. Η αίσθηση όμως και η παρουσία της Ρεβέκκας είναι τόσο έντονη στο σπίτι, ώστε ο αναγνώστης παίρνει μέρος σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περιπέτεια. Η κυρία Ντάνβερς είναι ένας από τους πιο ανατριχιαστικούς, ψυχολογικά χειριστικούς χαρακτήρες που έχουν γραφτεί ποτέ, μια γυναίκα τόσο αφοσιωμένη στη μνήμη της Ρεβέκκας που γίνεται μια σχεδόν υπερφυσική δύναμη του κακού. Ο έλεγχός της πάνω στην νέα κυρία ντε Γουίντερς, η απόκοσμη εμμονή της με τη Ρεβέκκα και η τελική πράξη καταστροφής της την καθιστούν μια από τις καλύτερες λογοτεχνικές φιγούρες όλων των εποχών.
Με την πρώτη ματιά η Ρεβέκκα μοιάζει με ένα γοτθικό ρομαντικό μυθιστόρημα, αλλά είναι πολύ πιο σκοτεινό και πιο περίπλοκο από την πρώτη εντύπωση. Είναι ένα μυθιστόρημα για την εξουσία – ποιος την έχει, ποιος δεν την έχει και πώς οι άνθρωποι την εκμεταλλεύονται. Η αφηγήτρια είναι νέα, αφελής και εντελώς ανίσχυρη στην αρχή, αλλά στο τέλος έχει μεταμορφωθεί. Μπορεί να μην είναι πια εντελώς αθώα, αλλά έχει βρει ένα είδος δύναμης.
Όσο εξελίσσεται η ιστορία, ο αναγνώστης ανακαλύπτει τους χαρακτήρες των ηρώων, που χρειάζονται μια διαφορετική ανάλυση ο καθένας. Η Ρεβέκκα είναι μια ισχυρή παρουσία μετά τον θάνατο της με έναν τρόπο που δεν ήταν ποτέ στη ζωή. Παρόλο που έχει φύγει αρκετά χρόνια πριν, η αύρα της κυριαρχεί σε κάθε σελίδα , ελέγχοντας την αντικαταστάτριά της τον Μάξιμ και όλους στο Μαντερλιέ. Είναι ένας χαρακτήρας που δεν φαίνεται ποτέ πραγματικά, αλλά είναι αξέχαστος, εμφανής και καθοριστικός.
Η αγωνία κορυφώνεται με τρόπο εκπληκτικό, με αριστουργηματική τροπή. Δεν είναι απλώς ένα μυστήριο ή ένα θρίλερ, είναι ένα μυθιστόρημα για τις αναμνήσεις, τις εμμονές και τα πράγματα από τα οποία δεν μπορούμε ποτέ να ξεφύγουμε . Πολύ μετά το τέλος, η εικόνα του Μαντερλέι στις φλόγες και η παρουσία της Ρεβέκκας σαν όραμα είναι μια εικόνα καταλυτική που μένει για πολύ καιρό στο μυαλό του αναγνώστη.
Όταν κάποιος γράφει ένα μυθιστόρημα σε πρώτο πρόσωπο, πρέπει να είναι αυτό το πρόσωπο.
Η Δάφνη Ντι Μωριέ γεννήθηκε στις 13 Μαΐου του 1907. Είχε στενή σχέση με τον πατέρα της, Σερ Τζέραλντ ντι Μωριέ, και αυτός ήταν που την ενθάρρυνε όταν άρχισε να γράφει ιστορίες και ποίηση σε νεαρή ηλικία. Η Δάφνη αγαπούσε την Κορνουάλη, ήταν το μέρος που πέρασε τα καλοκαίρια της από μικρή ηλικία και συνέχισε να επισκέπτεται το Φέρυσαϊντ της Κορνουάλης όποτε μπορούσε, εκεί ήταν που έγραψε το πρώτο της μυθιστόρημα «Το Αγαπημένο Πνεύμα».
Η Δάφνη είχε δύο ισχυρά κίνητρα για να γίνει συγγραφέας. Το ένα ήταν η επιθυμία της να είναι ανεξάρτητη – να αναλάβει τον έλεγχο της ζωής της. Χρειαζόταν να κερδίζει χρήματα και ένιωθε ότι η συγγραφή ήταν το πιο κερδοφόρο ταλέντο της. Κατά συνέπεια, η δουλειά της έπρεπε να είναι επιτυχημένη, έπρεπε να πουλάει βιβλία. Καθώς η καριέρα της προχωρούσε, γινόταν πιο οικονομικά ασφαλής, και αυτό το κίνητρο μπορεί να είχε διαβρωθεί σε κάποιο βαθμό, αλλά πάντα ανησυχούσε για τα χρήματα. Το δεύτερο κίνητρο ήταν η βαθιά της ανάγκη να εκφραστεί, να δημιουργήσει τον δικό της κόσμο στον οποίο θα μπορούσε να επιλυθεί η εσωτερική της αναταραχή.
Η ζωή της ήταν μυθική, με πολλές κρυφές πτυχές. Τα βιβλία της αγαπήθηκαν πολύ από το κοινό και αρκετά από αυτά έγιναν ταινίες που σήμερα θεωρούνται κλασικές.