Ας μιλήσουμε για τη δικαιοσύνη της αγάπης. Ή καλύτερα για το αν η αγάπη είναι αυτονόητη. Θα ήθελα πολύ να μπορούσα να το συζητήσω μαζί σου, αλλά είναι ανέφικτο, αφού ο δικός σου χαρακτήρας είναι εξομολογητικός και όχι διαλογικός. Από την Παλαιά Διαθήκη, είχαμε μάθει την ιστορία του Σολομώντα που έπρεπε να δώσει λύση σε μια παράξενη ιστορία μεταξύ δυο γυναικών και ενός παιδιού. Και οι δυο διεκδικούσουν ένα παιδί ως δικό τους. Ο Βασιλιάς Σολομώντας, λοιπόν, έπρεπε να δώσει τη λύση. Αποφάσισε να κόψει το παιδί στη μέση και να έχουν και οι δυο γυναίκες παιδί, αφού καμία δεν έκανε πίσω στο ζήτημα της μητρότητας. Η συνέχεια είναι γνωστή. Η φυσική μητέρα του δε δέχτηκε ποτέ αυτή τη λύση, έτσι αποδόθηκε δικαιοσύνη.
Στην Ελβετία, κατά τη διάρκεια του Τριακονταετούς Πολέμου, ένας πλούσιος Ελβετός προτεστάντης παντρεύεται μια νέα και αποκτούν ένα αγοράκι. Όταν τα αυτοκρατορικά στρατεύματα επιτίθενται και λεηλατούν την περιοχή, δείχνοντας ιδιαίτερο μένος στους προτεστάντες, σκοτώνουν με φριχτό τρόπο τον κύριο Τσίνγκλι. Η γυναίκα του, έντρομη, το σκάει από την πίσω πόρτα, παρατώντας το μωρό μέσα στην κούνια του. Μια μικρή υπηρέτρια, η Άννα, που βρίσκεται στο σπίτι, κρύβεται καλά, και, όταν οι στρατιώτες φεύγουν, αμφιταλαντεύεται αν πρέπει να πάρει μαζί της το μωρό. Τελικά, η ανθρωπιά της υπερισχύει του φόβου και, έπειτα από μία αποτυχημένη προσπάθεια να έρθει σε επαφή με την κυρία Τσίνγκλι -αφού η μητέρα κρύβεται και απαρνιέται το μικρό- αποφασίζει να το μεγαλώσει η ίδια σαν δικό της. Παρ’ όλες τις δυσκολίες και διάφορα αλλόκοτα γεγονότα, όπως έναν πλαστό γάμο με έναν ετοιμοθάνατο που τελικά δεν πεθαίνει, ώστε να εξασφαλίσει στο παιδάκι οικογένεια, κατορθώνει και επιβιώνει δίχως να του στερεί τίποτα, αλλά κυρίως δίχως να του στερεί την αγάπη.
Κάποια στιγμή, εμφανίζεται η πραγματική μητέρα του παιδιού και, ενώ η Άννα λείπει από το σπίτι, της το παίρνει. Απαρηγόρητη εκείνη, πηγαίνει στον τοπικό δικαστή και του ζητάει δίκαιη λύση σε αυτό που έχει συμβεί. Ο δικαστής, αφού ακούει και τις δύο πλευρές, ζητάει μια κιμωλία, Φτιάχνει έναν κύκλο και τοποθετεί το παιδί στη μέση του. Ζητάει τότε από τις δυο γυναίκες να τραβήξουν το παιδί και όποια το φέρει κοντά της, θα είναι δικό της. Η Άννα, φοβούμενη μη σπάσει και διαμελίσει το χέρι του παιδιού σταματάει να τραβάει, πράγμα που δεν κάνει η άλλη γυναίκα, που με λύσσα και μανία τραβάει προς το μέρος της τον κληρονόμο μιας μεγάλης περιουσίας και όχι το παιδί της στην ουσία. Ο δικαστής τότε αποφασίζει να πάρει το παιδί η Άννα.
Ο Κύκλος με την Κιμωλία του Άουγκσμπουργκ είναι η νουβέλα που έγραψε ο Μπέρτολντ Μπρεχτ, μετά το θεατρικό έργο Ο Καυκασιανός κύκλος με την κιμωλία. Όταν γράφτηκε το έργο, κατά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα πάντα έχουν γκρεμιστεί και κανένα πράγμα δεν είναι κανενός. Οι ελπίδες των καιρών ξεσπάνε και παντού τα βλέμματα είναι εχθρικά. Ο Μπρεχτ γράφει την κατάλληλη στιγμή ένα έργο για να ασκήσει σκληρή κριτική στα μέσα εξουσίας, χλευάζοντας τις μεθόδους και τις σκληρές τους τακτικές, αφήνοντας όμως να εννοηθεί η καλοσύνη και η αγάπη, η ελπίδα των ανθρώπινων συναισθημάτων που δεν έχουν σβήσει. Τα ηθικά διλήμματα που προκύπτουν θέτουν σε κατάσταση προβληματισμού κάθε αναγνώστη ή θεατή (αφού θεατρικό έργο είναι στην ουσία). Η δοκιμασία έχει να κάνει με την εξουσία και την ανθρώπινη καλοσύνη, είναι μια δοκιμασία ανάμεσα στην άτεγκτη μορφή της υστεροβουλίας και της ψυχρής ιδιοτέλειας, απέναντι στην αγάπη, την καλοσύνη και την απλή θεώρηση των πραγμάτων. Όταν ο δικαστής, με τρόπο που σε τίποτα δε θυμίζει το κύρος και τη θέση του, ζητά μια κιμωλία για να λυθεί ένα σοβαρό πρόβλημα που έχει προκύψει, στην ουσία ο Μπρεχτ καταδικάζει και ασκεί κριτική στους λειτουργούς των θεσμών (μέσω του δικαστή σε όλους τους πολιτικούς, τους στρατιωτικούς, όσους άρχουν). Το έργο του είναι ένα είδος λαϊκού θεάτρου, αφού μεταφορικά, οι δύο αντίπαλοι σε αυτόν τον κύκλο είναι η ανθρώπινη καλοσύνη και η εξουσία που της ασκείται και ο θεατής ή αναγνώστης είναι εκείνος που θα οδηγηθεί στη λύση του προβλήματος, καθώς θα θέσει τον εαυτό του αντιμέτωπο με την ηθική, το σωστό και το λάθος, το καλό και το κακό. Τελικά νικητής είναι η αγάπη και η ανιδιοτέλεια. Ο Κύκλος με την κιμωλία είναι ένα τρυφερό παραμύθι αγάπης και μάχης για το δίκαιο.
«-Αυτή τη δοκιμασία, που θα γίνει εδώ, τη βρήκα σ’ ένα παλιό βιβλίο και θεωρείται πολύ αποτελεσματική! Η βασική ιδέα του κύκλου με την κιμωλία είναι πολύ απλή: Απλώς η πραγματική μητέρα μπορεί μ’ αυτό τον τρόπο να δείξει την αγάπη στο παιδί της. Λοιπόν, η δύναμη αυτής της αγάπης πρέπει να δοκιμαστεί. Κλητήρα, βάλε το παιδί μέσα στον κύκλο.
Ο δικαστής συνέχισε τώρα απευθυνόμενος στην κυρία Τσίνγκλι και την Άννα:
-Πηγαίνετε κι εσείς μέσα στον κύκλο και πιάστε η καθεμιά από ένα χέρι του παιδιού. Μόλις σας πω «μπρος!» ας προσπαθήσει η καθεμιά από σας να τραβήξει το παιδί έξω απ’ τον κύκλο. Όποια έχει τη μεγαλύτερη αγάπη για το παιδί θα το τραβήξει προς τη μεριά της με μεγαλύτερη δύναμη.
την αίθουσα έγινε θόρυβος. Οι θεατές σηκώθηκαν στις μύτες των ποδιών του και άρχισαν να μαλώνουν με τους μπροστινούς τους.
Μόλις όμως οι δυο γυναίκες μπήκανε μέσα στον κύκλο και η καθεμιά έπιασε το ένα χέρι του παιδιού, έγινε νεκρική ησυχία. Το παιδί στεκόταν επίσης σιωπηλό, λες και καταλάβαινε περί τίνος πρόκειται. Το προσωπάκι του που ήταν γεμάτο δάκρυα ήταν στραμμένο προς την Άννα.
Και τότε ο δικαστής φώναξε «εμπρός!».
Με ένα μοναδικό, δυνατό τράβηγμα η κυρία Τσίνγκλι έβγαλε το παιδί από τον κύκλο με την κιμωλία Η Άννα έχοντάς τα χαμένα κοίταζε το παιδί. Από το φόβο της μήπως πάθει τίποτα αν το τραβάγανε και οι δυο συγχρόνως, το άφησε αμέσως.
O γερο-δικαστής σηκώθηκε.
-Και έτσι τώρα ξέρουμε, είπε δυνατά, ποια είναι η πραγματική μητέρα. Πάρτε το παιδί μακριά από αυτή την βρομιάρα. Θα μπορούσε με εντελώς κρύα καρδιά να κάνει το παιδί κομμάτια.
Κι αφού ένευσε στην Άννα βγήκε γρήγορα-γρήγορα από την αίθουσα για να πάρει το πρωινό του».
«Κανένα πράγμα δεν είναι κανενός, αλλά σ’ αυτόν που το ‘χει μεράκι και η γη σ’ αυτούς που τη πονούν και τη δουλεύουν».
Ο Κύκλος με την Κιμωλία του Άουγκσμπουργκ , Εκδόσεις Ζαχαρόπουος 1992. Σελ 218 (απόσπασμα}