Όταν ένας συγγραφέας -θεατρικός ή μυθιστορηματικός- ξεκινάει ένα έργο, έχει την ικανότητα να κατανοήσει πόσο μακριά θα φτάσει το δημιούργημά του; Πλάθει από την αρχή μια υπόθεση και έχει εξαρχής στο μυαλό του τη διαχρονικότητα που θα το ακολουθεί; Μπορεί, άραγε, να φανταστεί πως, τη στιγμή που το τελειώνει, είναι η αφετηρία για μια αέναη ερμηνεία του; Με ίδια πάντα μηνύματα, σε διαφορετικές μα τόσο ίδιες κοινωνικές συνθήκες, με πρόσωπα-ήρωες μιας στιγμιαίας έμπνευσης που θα εκπροσωπούν παντοτινά ανθρώπους στον χρόνο και όχι στατικούς μιας ιστορίας;
Αν η πραγματικότητα άγγιζε απευθείας τις αισθήσεις μας και τη συνείδησή μας, αν μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε απευθείας με τα πράγματα και με τους εαυτούς μας, τότε η τέχνη θα ήταν περιττή ή όλοι θα ήμασταν καλλιτέχνες.
Τάδε έφη ο Ανρί Μπεργκσόν, ο βραβευμένος με Νόμπελ φιλόσοφος, και απαντά στα ερωτήματα που αφορούν την αναζήτηση, την έμπνευση και την αλήθεια της Τέχνης.
Ο Γουίλι Λόμαν έχει φτάσει στα 63 του χρόνια και έχει αναλώσει το μισό της άχρωμης ζωής του κάνοντας τον πλασιέ. Τα αντικείμενο που πουλά δε θα αναφερθεί ποτέ, ίσως γιατί, στην πραγματικότητα, εκείνο που πουλάει είναι τον εαυτό του. Πιστεύει πως αυτό που πρέπει να πετύχει είναι να πλασάρει με ωραίο τρόπο ένα αγαθό. Γυρίζει σε όλες τις αμερικανικές πολιτείες και πουλάει. Μόνο πουλάει. Και αυτό έχει γίνει ο μοναδικός αυτοσκοπός του. Έτσι, φτάνει στο σημείο να πιστέψει πως το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή του είναι να είναι αρεστός στους άλλους. Οι σχέσεις του οι διαπροσωπικές έχουν γίνει κομμάτι αυτής της εμμονικής σκέψης. Έχει καταφέρει να μιλάει σαν πωλητής, να έχει τα ίδια κίνητρα στους διαλόγους του, στη συμπεριφορά του, με εκείνη της δουλειάς που κάνει. Και απομονώνεται. Προσπαθώντας να αρέσει στους άλλους, δε θα μπορέσει ποτέ να δεχθεί όσα του δίνονται. Η ρεκλάμα του είναι πως πρέπει να δίνει και κάποιος να αγοράζει. Και απολύεται. Το σύστημα που τον έχει γαλουχήσει να πουλάει δεν τον θεωρεί πλέον επιτυχημένο και τον «ξερνάει» ως μη αποδοτικό. Κι εκείνος, προσπαθώντας μια ζωή να ευχαριστήσει και να κάνει ευτυχισμένους τους άλλους, προσπαθεί να αυτοκτονήσει -πιστεύει και την τελευταία του ώρα πως η ασφάλεια που θα δοθεί στην οικογένειά του, θα είναι κάτι περισσότερο από την ίδια του την παρουσία.
Η παραπάνω διήγηση είναι η υπόθεση του σπουδαίου έργου του Άρθουρ Μίλλερ, ο Θάνατος του Εμποράκου. Ο Αμερικανός συγγραφέας γράφει το έργο αυτό το 1949, λίγο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ευαισθητοποιημένος από τις αξίες και τον τρόπο σκέψης του αμερικανικού λαού, που έχει μάθει να συντηρεί το «Αμερικάνικο Όνειρο», με όσες αντανακλάσεις ψυχικές και συμπεριφορικές άφησε το μεγάλο Οικονομικό Κραχ, το 1929, σε έναν κόσμο διαλυμένο και απογοητευμένο από όσα κατάφερε να αποκτήσει και να χαθούν σαν μια τράπουλα που εξανεμίστηκε.
Ο Άρθουρ Μίλλερ και ο Τένεσυ Ουίλλιαμ θα προσπαθούν πάντα στα έργα τους να παίξουν με χαρακτήρες δραματικούς, θα εστιάζουν πάντα στα ψυχογραφικά σημεία που προσπαθούν να δικαιολογήσουν τις αφορμές και τα κίνητρα των πράξεων των ηρώων τους και θα γράφουν στο παρελθόν για όσα ζει ο σύγχρονος άνθρωπος στο μέλλον.
Ο Γουίλι Λόμαν θα ήταν σήμερα ένας από εμάς. Θα ήταν ένας μέσος άνθρωπος που δουλεύει σε πολλές δουλειές για να μπορέσει να συντηρήσει την οικογένειά του. Θα αγόραζε με δόσεις αγαθά που ποτέ δε χρειάζεται, θα στεκόταν με τις ώρες μπροστά σε μια οθόνη με σκοπό να ενσωματωθεί σε μια ζωή που δεν είναι δική του -κι εκείνος το γνωρίζει- θα ονειρευόταν με τα όνειρα κάποιου άλλου, θα προσπαθούσε να γίνει αγαπητός στους χιλιάδες «followers» που έχει αποκτήσει στο διαδίκτυο, θα πούλαγε τον εαυτό του και θα πληρωνόταν με την αποδοχή μιας εικόνας ψεύτικης, θα είχε παιδιά που προσπαθούν να πετύχουν σε έναν κόσμο εικονικό, θα φοβόταν να δείξει τα πραγματικά του συναισθήματα και θα εγκλωβιζόταν σε μια πραγματικότητα που δεν είναι δική του, αλλά έχει δημιουργηθεί από άλλους «πλασιέ», γκουρού της τεχνολογίας, που κι εκείνοι με τη σειρά τους πλασάρουν ένα όνειρο επίπλαστο. Θα προβληματιζόταν για τις εργασιακές σχέσεις που έχουν ισοπεδωθεί, ίσως κάποιος να τον πέταγε έξω από το σύστημα, ως μη αποτελεσματικό, θα προσπαθούσε να βρει την ταυτότητά του, αλλά θα φοβόταν να κοιταχτεί στον καθρέφτη της ψυχής του, μιας και θα ήξερε πως αυτό που θα έβλεπε θα τον τρόμαζε. Δε θα είχε καμία σχέση με όσα αποτελούν όνειρο στη σύγχρονη κοινωνία.
Ο «Θάνατος του Εμποράκου» προσπαθεί να φωτίσει τις τραγικές στιγμές ενός ανθρώπου που, στην προσπάθεια του να γίνει αρεστός και επιτυχημένος σε αυτό που του «κόλλησαν» ως οδηγίες επιτυχίας ή χρήσης, καταξίωσης και σπουδαιότητας, καταρρίπτεται. Έτσι, αυτό που στην ουσία κάνει είναι να προσπαθεί να διαχειριστεί την αποτυχία του σε ένα σύστημα που εκείνος ποτέ δεν επέλεξε ως τρόπο ζωής.
Στις 2 Μαΐου του 1949, ο Άρθουρ Μίλερ τιμάται με το βραβείο Πούλιτζερ για το θεατρικό έργο του «Ο Θάνατος του Εμποράκου». Ένα έργο που μέχρι σήμερα αγγίζει την αλήθεια του ανθρώπου και δεν έχει χρονική οριοθέτηση, αλλά μόνο διαχρονικές αλήθειες.