…] Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φριχτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ιδρώς, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημία των τόπων[…]
Η τραγικότητα ενέχεται στη ζωή, όχι ως όρος, αλλά ως αναπόσπαστο κομμάτι του ανθρώπινου βίου.
Ο Κώστας Καρυωτάκης έγραψε για τους ιδανικούς αυτόχειρες, προοιωνίζοντας το τέλος του.
Δεν ξέρω αν είναι δυνατοί όσοι αποφασίζουν να φύγουν από τη ζωή εκούσια, επίσης δε γνωρίζω αν έχουν αποκτήσει μια διαφορετική ιδιότητα, αν υποθέσουμε πως η πράξη αυτή απαιτεί σθένος -είναι γλυκιά η ζωή- ή είναι αποτέλεσμα της μελαγχολίας και της κατάθλιψης που περιβάλλει τη σκέψη και το μυαλό τους. Ίσως να είναι και ένα γοητευτικό παιχνίδι με τον θάνατο. Δεν είναι η αποδοχή του, αλλά η ιδέα του που συναρπάζει. Ένα παιχνίδι γεμάτο ειρωνεία, με πικρία και απόγνωση.
Είναι πολλοί οι εκπρόσωποι της Λογοτεχνίας που έκαναν το βήμα προς την ανυπαρξία κι έδωσαν τέλος στη ζωή τους. Εγώ θα σου γράψω για έναν.
Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, στις 2 Ιουλίου του 1961 έβαλε τέλος στη ζωή του, χτυπώντας με καραμπίνα το κεφάλι του. Για πολύ καιρό ήταν αλκοολικός και έπασχε από βαριά κατάθλιψη. Και εκείνος είχε προειδοποιήσει για το τέλος του. Σε ένα γράμμα του στον πατριό του το είχε αναφέρει.
«Περιμένω ότι κι εγώ θα πεθάνω με τον ίδιο τρόπο»
Ο πατέρας του είχε επίσης αυτοκτονήσει -έπασχε από διπολική διαταραχή- αλλά και άλλα τρία μέλη της οικογένειάς του. Έχουν μνήμη τα γονίδια; Γίνεται ζωή και μήνυμα σε έναν απόγονο ή πίκρα και η τραγικότητα του προγενέστερου;
Έρνεστ Χέμινγουεϊ
Αν και είναι πολλοί αυτοί που δεν αγαπούν τη γραφή του, εγώ αγαπώ πολύ ορισμένα από αυτά που έχω διαβάσει. Πριν χρόνια πολλά, το Αποχαιρετισμός στα όπλα, Για ποιον χτυπάει η καμπάνα, Τα χιόνια στο Κιλιμάντζαρο και ο Κήπος της Εδέμ (όχι, το Ο γέρος και θάλασσα δεν το έχω διαβάσει γιατί δεν τα κατάφερα). Βίος πολυτάραχος, άνθρωπος των άκρων. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει πού αρχίζει ο μύθος και πού είναι η αλήθεια στα έργα του, που έχουν πολλές βιωματικές αναφορές και αυτοβιογραφικά στοιχεία, αλλά αυτό έχει μία γοητεία που μαγεύει. Η βιογραφία του είναι εύκολο να βρεθεί, οπότε θα αναφέρω μερικά από τα στοιχεία του βίου του που δεν αναφέρονται στην επίσημη βιογραφία του.
Αγαπούσε τα βίαια σπορ. Έπαιρνε μέρος σε ταυρομαχίες, σε αγώνες μποξ και δεν έδινε καμία σημασία στο αν θα αναμετρηθεί με τον θάνατο.
Ο Χέμινγουεϊ έχει γράψει, 47 διαφορετικές εκδοχές για το τέλος στο βιβλίο του Αποχαιρετισμός στα όπλα. Επίσης το έγραψε 39 φορές, μέχρι να τον ικανοποιήσει. Λέγεται, μάλιστα, πως ο οίκος που έχει τα δικαιώματα των έργων του είχε σκεφτεί να δημοσιεύσει σε μία έκδοση όλες τις διαφορετικές εκδοχές στο τέλος του βιβλίου, καθώς και τα 1929 έργα που έχει δημιουργήσει! Μεταξύ άλλων, ο Χέμινγουεϊ συνέταξε επίσης και έναν κατάλογο από πιθανούς τίτλους όπως: “Love in War”, “World Enough and Time”, “Every Night and All”, “Of Wounds and Other Causes and The Enchantment”, τους οποίους όμως είχε διαγράψει.
Ο τίτλος που τελικά επέλεξε, “Αποχαιρετισμός στα όπλα” (A Farewell To Arms) είναι εμπνευσμένος από το ποίημα του George Peele προς την βασίλισσα Ελισάβετ, τον 16ο αιώνα.
Ως δημοσιογράφος, Ο Χέμινγουεϊ, δεν βρέθηκε ποτέ στη Σμύρνη, κατά τη διάρκεια των εφιαλτικών γεγονότων της Καταστροφής, ενώ το ήθελε διακαώς. Μέχρι την Ανδριανούπολη έφτασε και, βλέποντας το δράμα και τη φρίκη των προσφύγων, κατέγραψε με τη λογοτεχνική του πένα όσα γνωρίζουμε σήμερα ως ανταπόκριση. Μάλιστα στο έργο του, Τα χιόνια στο Κιλιμάντζαρο, δραματοποίησε μερικά από εκείνα τα γεγονότα που σφράγισαν την ιστορία του σύγχρονου ελληνισμού. Ίσως κι έτσι να προκλήθηκε η παρανόηση.
Ένα απόσπασμα από το έργο του, Για ποιον χτυπάει η καμπάνα:
«Κι ήταν η μυρουδιά απ’ τα πατημένα ρείκια, και τα τραχιά τους λυγισμένα κλωνιά κάτω απ’ το κεφάλι της, κι ο ήλιος λαμπερός πάνω στα κλειστά της μάτια, κι όλη του τη ζωή θέ να θυμόταν την καμπύλη του λαιμού της, με το κεφάλι της σπρωγμένο πίσω ανάμεσα στις ρίζες των ρεικιών, και τα χείλη της που σάλευαν ανάλαφρα και μόνα τους, και το τρέμισμα στα ματόκλαδα, και τα μάτια της που ήταν κλεισμένα στον ήλιο και στο κάθε τι, και για κείνην όλα ήταν κόκκινα, πορτοκαλιά, κι όλα είχαν αυτό το χρώμα, όλα, όλα, η πλήρωση, η απόχτηση, το δόσιμο, όλα μ’ αυτό το χρώμα, όλα σ’ ένα θάμπος απ’ αυτό το χρώμα…»
ιάλεξα αυτό το απόσπασμα γιατί έχει τόση ένταση το χρώμα του ήλιου και το πρωινό που νομίζεις πως θα σε κάψει. Ένας πρωινός πίνακας με το πιο όμορφο μοντέλο μιας γυναίκας στη φύση…
Μπορεί να είναι και ένας υπέροχος αποχαιρετισμός στον ίδιο τον συγγραφέα. Ένα σώμα και πνεύμα ταλαιπωρημένο, μία βασανισμένη και κατακρεουργημένη ψυχή, με έντονη ζωή, ακρότητες και ρίσκα που ποτέ δε σταμάτησε να προκαλεί.