Μακρόνησος αφιέρωμα
Στις 19 Φεβρουαρίου του 1947, μέσα στην τραγική συνθήκη του Εμφυλίου που ζει η Ελλάδα, αποφασίζεται, από την κυβέρνηση, «διαχείρισης της εμφύλιας διαμάχης», Θεμιστοκλή Σοφούλη να γίνει η Μακρόνησος στρατόπεδο πολιτικών κρατουμένων. Αν η Μακρόνησος θεωρείτο ένα απομονωμένο νησί, χωρίς κατοίκους και κοινωνική οργάνωση, έμελλε να γίνει το κολαστήριο όσων στιγματίστηκαν πολιτικά στην κατακερματισμένη Ελλάδα.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Η Ιστορία
Η Μακρόνησος έχει ρίζες από τον Εύξεινο Πόντο, μιας και βρίσκεται στο σημείο που περνάει το μεγάλο θαλάσσιο ρεύμα του «Άξενου Πόντου» που εκβάλει στο Αιγαίο. Το νησί, που πήρε το όνομά του από το σχήμα του, μιας και πρόκειται για ένα μακρύ κομμάτι γης, φημολογείται πως κατοικήθηκε περιστασιακά από κάποιους μελισσοκόμους, μοναχούς, κτηνοτρόφους και μεταλλουργούς. Πάντως, εκτός από κάποια σημάδια ζωής στους αρχαίους ή και μεσαιωνικούς χρόνους, ο άγριος αυτός τόπος δε φαίνεται να έχει σημάδια άλλης εγκατάστασης. Το νησί ονομαζόταν και Ελένη, γιατί κατά την παράδοση το επισκέφτηκε η μυθολογική ηρωίδα κατά το ταξίδι της επιστροφής της από την Τροία.
Το 1881 παραχωρείται ως μεταλλείο σε μεταλλευτική εταιρεία («Ελένη»), το 1910 γίνεται έρευνα για ψευδάργυρο στο νησί. Αν και η τελευταία του «κατοίκηση» είχε να κάνει με μία από τις πιο τραγικές ιστορικές στιγμές της Ελλάδας, η Μακρόνησος έχει ιστορία σκληρή και γεμάτη πόνο πολύ νωρίτερα.
Το νησί της εξορίας και του βασανισμού
Το 1912, μετά την παράδοση της Θεσσαλονίκης στη Ελλάδα και το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων, μεταφέρθηκαν στο νησί αιχμάλωτοι Τούρκοι από τα Γιάννενα και τη Θεσσαλονίκη, αλλά και από το μέτωπο. Τα μέρη στα οποία έμειναν ήταν, σύμφωνα με την αναφορά, σημεία «μειωμένης ανάγκης φύλαξης » και απομόνωσης. Το νησί λειτούργησε ως Θεραπευτήριο της Υγειονομικής Υπηρεσίας. Κατά τη διάρκεια των εκσκαφών του 1948, για τα «ενδιαιτήματα» των εξόριστων ανακαλύφθηκαν πολλά οστά από όσους χάθηκαν πάνω στο νησί.
Αργότερα, το 1922, με την έλευση των προσφύγαν της μικρασιατικής καταστροφής η Μακρόνησος έγινε τόπος άφιξης για του Έλληνες του Πόντου που κατέφθαναν στην Ελλάδα, κυνηγημένοι και κακοποιημένοι από τους Τούρκους. Οι εφημερίδες γράφουν εκείνη την εποχή πως μέσα σε μια μέρα έφτασαν 8500 χιλιάδες άνθρωποι. Μετακινήθηκαν στο νησί από τον φόβο της χολέρας και άλλων λοιμωδών ασθενειών. Οι πρόσφυγες κατέφθαναν κατά χιλιάδες και έμεναν σε σκηνές, αρκετοί πέθαναν από την κακουχία και τις άσχημες συνθήκες διαβίωσης.
Αλλά και μετά, με τη Συνθήκη της Λοζάνης, και την αναγκαστική αναγκαστική ανταλλαγή πληθυσμών το 1923, η Μακρόνησος έγινε λοιμοκαθαρτήριο για τους «πολιτικούς όμηρους» και τους «στρατιωτικούς κρατούμενους».

Το 1931 το νησί προτείνεται ως χώρος εξορίας των Κομμουνιστών, ενώ το 1935 οι εφημερίδες αναφέρουν πως αποφασίστηκε η εγκατάσταση των κομμουνιστών στη Μακρόνησο ώστε… να μη μολύνουν το Αιγαίο οι ιδέες τους.
Η αρχική ιδέα για τη Μακρόνησο ήταν να συγκεντρωθούν εκεί όλοι οι αξιωματικοί και στρατιώτες που με τις ιδέες τους γίνονταν επικίνδυνοι. Έπρεπε να τηρηθεί το πνεύμα του Εθνικού Στρατού που πολεμούσε κατά του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας. Οι αστυνομικές αρχές μάζευαν στοιχεία για όσους «δεν συμμορφώνονταν». Όσοι είχαν πάρει μέρος στον αντιστασιακό αγώνα ή είχαν με κάποιον τρόπο δείξει τις αριστερές τους τάσεις θεωρούταν ύποπτοι. Μετά την «αναμόρφωση», αρκετοί από τους στρατιώτες επανήλθαν στον Εθνικό Στρατό και πολέμησαν εναντίον του Λαϊκού.
Το 1949, ενώ ήδη κατέφταναν στο νησί «πολιτικοί εξόριστοι από το 1947, ψηφίστηκε ειδικός νόμος για τη λειτουργία των στρατοπέδων. Το «Ψήφισμα ΟΓ περί εθνικής αναμορφώσεως». Δημιουργείται έτσι ο «Οργανισμός Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου», ο οποίος υπάγεται στο Γενικό Επιτελείο Στρατού. Σύμφωνα με το ψήφισμα, σκοπός του ήταν η «δια της διαφωτίσεως και διαπαιδαγωγήσεως αναμόρφωσης» των κρατουμένων. Με αυτόν τον τρόπο ο στρατός, επίσημα πλέον, θα είχε τη δικαιοδοσία για την κράτηση όχι μόνο στρατιωτών αλλά και πολιτών και η Μακρόνησος θα μετατρεπόταν σε μια τεράστια φυλακή για όλους τους πολιτικούς αντιπάλους του καθεστώτος.
Το 1950 μεταφέρθηκαν στο νησί και γυναίκες εξόριστες από το ελληνικό κράτος, οι περισσότερες βρίσκονταν στο νησί Τρίκερι. Όχι όμως μόνο εκείνες. Η Μακρόνησος έγινε τόπος μαρτυρίου όχι μόνο για τους πολιτικά αντιφρονούντες αλλά και για τους ομοφυλόφιλους, τους ανάπηρους από το αλβανικό μέτωπο, τους ανάπηρους αντιστασιακούς και τους ποινικούς για βαριά αδικήματα, ακόμα και τους Μάρτυρες του Ιεχωβά(…)

Σιγά σιγά, λοιπόν, η Μακρόνησος έγινε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης με ξεχωριστά τμήματα και κτίσματα. Αν και αρχικά προοριζόταν για τους επικίνδυνους του στρατού κατέληξε να γίνει το κολαστήριο όσων είχαν αριστερές ιδέες, απλοί άνθρωποι, καλλιτέχνες, ποιητές και συγγραφείς. Άνθρωποι των γραμμάτων και του Πολιτισμού.
Τα στρατόπεδα έκλεισαν το 1954, αλλά διατηρήθηκαν ως τόπος φυλάκισης ποινικών κρατουμένων έως και το 1958. Σήμερα η Μακρόνησος είναι ένα μνημείο για να θυμούνται όλοι τη σκληρή περίοδο των πολιτικών διώξεων.
Το νησί έγινε τόπος βασανισμού, ένα κολαστήριο της σύγχρονης Ελλάδας. Αρκετοί το είπαν το «Νταχάου της Ελλάδας» και όχι άδικα. Στη Μακρόνησο δημιουργήθηκε ένα αδιανόητο είδος προπαγάνδας. Οι βασανισμοί δεν ήταν μόνο σωματικοί αλλά και ψυχολογικοί. Ο σκοπός ήταν η επαναφορά στα χρηστά, εθνικά ήθη, αλλά απώτερος στόχος ήταν η συντριβή, τέτοια ώστε, όταν και εφόσον γυρνούσαν και πάλι στα σπίτια τους να μην είχαν καμία δύναμη να ασχοληθούν με την πολιτική.
Μέσα στα πυκνά συρματοπλεγμένα στρατόπεδα τα βασανιστήρια και οι προπηλακισμοί ήταν αβάσταχτα. Ήδη από το Λαύριο, μέσα στα καράβια που τους έφερνα στον τόπο μαρτυρίου τους, είχαν δεχτεί ξυλοδαρμούς και βασανιστήρια. Τους «υποδέχονταν» μπουλούκια βασανιστών της Αστυνομίας Μονάδας (ΑΜ) που τους χτυπούσαν με συρματόσχοινα, ζωστήρες, ρόπαλα, πέτρες. Έπρεπε να πετύχουν την «αποτοξίνωση» των κρατουμένων με συντριβή από τις πρώτες μέρες.
Τα «τσαντίρια» ήταν ο τόπος διαμονής τους, μια σκηνή τους ενός ατόμου που μέσα στοιβάζονταν 4 ή και περισσότεροι. Χωρίς νερό, χωρίς φαγητό, χωρίς καμία συνθήκη υγιεινής. Τα βασανιστήρια και ο άγριος ξυλοδαρμός ήταν σε καθημερινή βάση, μέχρι να δηλώσουν «μετάνοια». Πολύ συχνά, η άρνηση της δήλωσης έφερνε τους εξόριστους σε οικτρή συνθήκη απομόνωσης κι εξευτελισμού.
Όσα κτίρια χτίστηκαν στο νησί ήταν από τους ίδιους τους κρατουμένους: εκκλησίες, γήπεδα, θέατρα, χώροι στους οποίους κυρίως ασκείτο η ιδεολογική «αναμόρφωση» των εξόριστων, Παρθενώνες, Αγ. Σοφίες, αψίδες, ανάγλυφα, αγάλματα, μνημεία με βοτσαλωτά, επιγραφές με συνθήματα που κάλυπταν ολόκληρες πλαγιές, συμπληρώνοντας το κλίμα της «αναμόρφωσης».
Το 1989 η Μακρόνησος κηρύχτηκε ιστορικός τόπος από το Υπουργείο Πολιτισμού (Υπουργός Μελίνα Μερκούρη) και αυτό ήταν το πρώτο βήμα της πολιτείας για τη διάσωση των κτισμάτων και των στρατοπέδων της.
Μπορεί όλη αυτή η περιγραφή να αποτελεί ένα ανάθημα, μια μικρή φωνή στο θυμικό του αναγνώστη. Η Μακρόνησος όμως, όπως και τα άλλα μέρη που βασανίστηκαν άνθρωποι, στον μικρό τόπο αυτό, πρέπει να είναι παραδείγματα της απολυταρχίας, του φανατισμού και της φασιστικής ιδεολογίας που δημιουργεί τέρατα. Μόνο η μνήμη μπορεί να αποτρέψει την επανάληψή του κακού.