Γενοκτονία Ποντίων
Στις 24 Φεβρουαρίου του 1994 αναγνωρίστηκε στη Βουλή των Ελλήνων η «Γενοκτονία των Ποντίων». Εβδομήντα χρόνια μετά την τραγική κατάληξη του ποντιακού ελληνισμού που διήρκεσε από το 1916 έως το 1923. Υπολογίζεται πως δολοφονήθηκαν με τον χειρότερο τρόπο γύρω στους 353.000 άνθρωποι, ενώ θεωρείται η δεύτερη μεγαλύτερη γενοκτονία του 20ου αιώνα. Τι σημαίνει όμως γενοκτονία;
Γενοκτονία: Ένας όρος που κατοχυρώθηκε μεταγενέστερα
Ο όρος εισήχθη για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της Δίκης της Νυρεμβέργης, το 1945, όταν εκδικάστηκαν τα εγκλήματα της ναζιστικής ηγεσίας. Ο όρος γενοκτονία αφορά εγκλήματα κατά της ανθρώπινης φύσης εν καιρώ ειρήνης και αποδίδει τη μεθοδευμένη εξολόθρευση μιας φυλετικής, θρησκευτικής, ή εθνικής ομάδας. Τα κίνητρα δεν αφορούν πολεμικές ενέργειες, αλλά τα εθνικά, φυλετικά ή και θρησκευτικά χαρακτηριστικά που φέρει. Στην περίπτωση των Ποντίων ήταν η χριστιανική και ελληνική τους ταυτότητα.
Οι Έλληνες του Πόντου έζησαν πολλές διώξεις ήδη από την πτώση της Κωνσταντινούπολης, το 1453, με την Άλωση της Τραπεζούντας, το 1461. Από αυτή την ιστορική στιγμή θα βιώσουν διώξεις, εκπατρισμούς, δολοφονίες, βασανισμούς, σφαγές και προσπάθειες εκχριστιανισμού.
Στον πρώτο ρωσοτουρκικό πόλεμο οι Πόντιοι θα ζήσουν για άλλη μια φορά τη βαρβαρότητα των Τούρκων με σκοπό τον πλήρη εξισλαμισμό όλων των χριστιανικών κοινοτήτων της περιοχής.
Αν και το 1922 κορυφώνεται η εξόντωση του ποντιακού πληθυσμού από τις περιοχές εγκατάστασής τους, ήδη από πιο νωρίς έχει ξεκινήσει η πολιτική αφανισμού. Οι σκληροί νόμοι που ισχύουν για τους Έλληνες του Πόντου, ήδη από τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, το 1774, καθιστούν αδύνατη την επιβίωσή τους. Στόχος η παρεμπόδιση της ελεύθερης ανάπτυξης και της εμπορικής και οικονομικής προόδου των χριστιανών κατοίκων του Πόντου. Το 1908 ξεκινάει μια ραγδαία πολιτική εγκατάστασης μουσουλμανικών πληθυσμών στην περιοχή ώστε να κάμψουν την πληθυσμιακή υπεροχή των Ελλήνων και να τη μειώσουν εθνολογικά.
Το κίνημα των Νεότουρκων, με αρχηγό τον Μουσταφά Κεμάλ, είναι εκείνο που θα καταφέρει όσα δεν κατάφεραν οι πολιτικές των Σουλτάνων για αιώνες. Η «τελική λύση» θα γίνει σκοπός του Κεμάλ, τόσο για τους Πόντιους όσο και για όλον τον ελληνικό και χριστιανισμό της Μικράς Ασίας.

Θεσσαλονίκη, 1911- Συνέδριο του Νεοτουρκικού Κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος»
Στο συνέδριο που διεξήχθη το 1911 στη Θεσσαλονίκη πάρθηκαν οι τελικές αποφάσεις για την εξολόθρευση του ελληνικού και χριστιανικού στοιχείου της Μικράς Ασίας. Σκοπός του συνεδρίου η «κάθαρση» του τόπου από τις διάφορες κοινότητες. Μια κατ’ επίφαση ερμηνεία ήταν η «μεταρρύθμιση» και η νέα πολιτική που θα εναντιωνόταν στο καθεστώς του σουλτάνου και θα εκδημοκράτιζε τη χώρα.
Οι Έλληνες του Πόντου και των υπόλοιπων περιοχών είδαν αρχικά με καλό μάτι τη νέα πολιτική οντότητα που κόμιζε ειρήνη και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Όμως οι πρώτες ενέργειες του Κεμάλ θα δείξουν τις αληθινές του προθέσεις: οι Νεότουρκοι θα την ξεκινήσουν με την αναγκαστική επιστράτευση όλου του ενεργού πληθυσμού των Ποντίων από 15 έως 45 ετών, στα περίφημα «Τάγματα Εργασίας» (amele taburu). Έτσι όσοι κατατάσσονταν στον στρατό, κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν αναγκασμένοι να εργάζονται υπό αντίξοες συνθήκες, στα βάθη της Ανατολής, σε έργα οδοποιίας, σε κατασκευή σιδηροδρομικών γραμμών, σε λατομεία, με σκληρούς βασανισμούς, χωρίς τροφή και νερό, με εξάντληση μέχρι θανάτου. Τα «amele taburu» θεωρήθηκαν διεθνώς σαν η πιο μεθοδευμένη μαζική εξόντωση πληθυσμού τότε στην ανθρωπότητα και ονομάστηκαν χαρακτηριστικά «Λευκή Σφαγή» (Massacre Blanc).
Ακόμα όμως και όσοι δεν είχαν την εξέλιξη αυτή, είχαν να αντιμετωπίσουν σκληρές αποφάσεις από τους τοπικούς κυβερνήτες των περιοχών. Τέθηκαν φραγμοί ως προς την επαγγελματική τους δραστηριότητα ενώ απαγορεύτηκε η οποιαδήποτε συναλλαγή μουσουλμάνων με χριστιανούς. Όσοι παρενέβαιναν τις διαταγές τιμωρούνταν σκληρά. Οι δε Έλληνες μαστιγώνονταν, αποκεφαλίζονταν δημόσια, οι βιαιοπραγίες ήταν τόσο έντονες που αρκετοί αναγκάζονταν να φύγουν από τον τόπο τους για να γλυτώσουν. Αν και αποφάσιζαν να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους, οι Τούρκοι τους ανάγκαζαν να φύγουν χωρίς κανένα περιουσιακό στοιχείο, και η πορεία προς την έξοδο ήταν οδυνηρή, εξοντωτική κι εξευτελιστική. Απόδειξη της δολοφονικής αυτής μεθόδευσης των Τούρκων είναι μια έκθεση της ελληνικής πρεσβείας του Ιουνίου του 1915 που αναφέρει «Οι εκτοπιζόμενοι από τα χωριά τους δεν είχαν δικαίωμα να πάρουν μαζί τους ούτε τα απολύτως αναγκαία. Γυμνοί και ξυπόλητοι, χωρίς τροφή και νερό, δερόμενοι και υβριζόμενοι, όσοι δεν εφονεύοντο οδηγούντο στα όρη από τους δημίους τους. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς πέθαιναν κατά την πορεία από τα βασανιστήρια. Το τέρμα του ταξιδιού δεν σήμαινε και τέρμα των δεινών τους, γιατί οι βάρβαροι κάτοικοι των χωριών, τους παρελάμβαναν για να τους καταφέρουν το τελειωτικό πλήγμα …».
Το 1919 ξεκινάει η μεθοδευμένη πλέον εξόντωση των Ποντίων. Στις 19 Μαίου ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα και ξεκινά η δεύτερη βιαιότερη περίοδος της γενοκτονίας του ποντιακού ελληνισμού. Ο Κεμάλ που διψά για αίμα και διάστικτος από μίσος εναντίων των Ελλήνων καθώς είναι, με την αρωγή του νεοτουρκικού κομιτάτου, ιδρύει τη μυστική οργάνωση «Mutafai Milliye» και ενσπείρει το μίσος εναντίων των Ελλήνων. Ρίχνονται τα σχέδια του ολοκληρωτικού αφανισμού του Ποντιακού ελληνισμού. Είχε παρέλθει το διάβα ολόκληρων αιώνων, μετά την ιστορικά οδυνηρή κατάληψη της Σαμψούντας και ωστόσο είχαν μείνει άσβεστες οι εστίες του ελληνισμού στον Πόντο και την Ιωνία. Και τώρα μόλις σε λίγα χρόνια, ο Κεμάλ κατόρθωνε να αφανίσει τον ελληνισμό του Πόντου και της Ιωνίας και μαζί τους έναν πολιτισμό που είχε αποτυπώσει αδρά τον ίσκιο του στην οικουμένη.
Πολύ παραστατικός για τους ανηλεείς φόνους των Τούρκων κατά των Ποντίων είναι ο Φρούνζε στο βιβλίο του «Αναμνήσεις απο την Τουρκία». Σχολιάζει
«Από τους 200.000 Έλληνες που ζούσανε στη Σαμψούντα, τη Σινώπη και την Αμάσεια έμειναν λίγοι μόνο αντάρτες που τριγυρίζουν στα βουνά. Το σύνολο σχεδόν των ηλικιωμένων, των γυναικών και των παιδιών εξορίστηκαν σε άλλες περιοχές με πολύ άσχημες συνθήκες. Πληροφορήθηκα ότι οι Τσέτες του Οσμάν Αγά (Τοπάλ Οσμάν) έσπειραν τον πανικό στην πόλη Χάβζα. Έκαψαν, βασάνισαν και σκότωσαν όλους τους Έλληνες και Αρμένιους που βρήκαν μπροστά τους. γκρέμισαν όλες τις γέφυρες. Παντού υπήρχαν σημάδια γκρεμίσματος. Η διαδρομή από την πόλη Καβάκ προς το πέρασμα Χατζηλάρ θα μείνει για πάντα στη μνήμη μου όσο θα ζω. Σε απόσταση 30 χιλιομέτρων συναντούσαμε μόνο πτώματα. Μόνο εγώ μέτρησα 58. Σ’ ένα σημείο συναντήσαμε το πτώμα μιας ωραίας κοπέλας. Της είχανε κόψει το κεφάλι και το τοποθέτησαν κοντά στο χέρι της. Σε κάποιο άλλο σημείο υπήρχε το πτώμα ενός άλλου ωραίου κοριτσιού, 7-8 χρονών, με ξανθά μαλλιά και γυμνά πόδια. Φορούσε μόνο ένα παλιό πουκάμισο. Απ’ ότι καταλάβαμε, το κοριτσάκι καθώς έκλαιγε, έχωσε το πρόσωπό του στο χώμα, δολοφονημένο από το κάρφωμα της λόγχης του φαντάρου».
Το 1922 αποπερατώθηκε η συντριβή του ελληνικού πληθυσμού της Ιωνίας. Μπορεί να αποκατασταθεί το άδικο ανθρώπινο αίμα που χύθηκε σε εκείνους τους τόπους; Το ελληνικό κράτος παραδέχτηκε τη γενοκτονία μόλις το 1994, και αρκετές χώρες μέχρι και σήμερα αμφισβητούν την τραγική ιστορία των Ελλήνων της Ιωνίας. Η 19η Μαΐου έχει κηρυχθεί ως «ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου την περίοδο (1916-1923)»