Στην «Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ» ο Άγγελος Τερζάκης αποδεικνύει μια λογοτεχνική αξία. Πώς μπορεί ο ήρωας ενός βιβλίου να γίνει διαχρονικός; Τι περνάει από το μυαλό του συγγραφέα όταν τον γεννά. Είναι ερωτήματα που σκέφτομαι κάποιες φορές όταν διαβάζω ένα βιβλίο κλασικό. Δεν ξέρω αν ο δημιουργός του γνωρίζει τη δυναμική του υλικού από το οποίο είναι φτιαγμένος ένας ήρωας για να αντέχει στον χρόνο. Βέβαια, σκέφτομαι πως ίσως δεν είναι το πρόσωπο που αποκτά αυτή την ιδιότητα. Του την προσφέρει η ευρηματικότητα του συγγραφέα να μεταφέρει μέσω του ήρωά του μια ιδέα ή μια κατάσταση κι έτσι να διαφυλάξει την υστεροφημία του.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Κρατάω στα χέρια μου ένα παλιό βιβλίο από τις εκδόσεις ΕΣΤΙΑ και στην πρώτη του σελίδα γράφω ημερομηνία 11/12/1991. Πολύ μικρά γράμματα, πολυτονικό και ένας χαρτοκόπτης έχει κόψει τα φύλλα του για να μπορέσω να το διαβάσω. Και πολύ κίτρινο (ίσως είναι ξεκούραστο για τα μάτια αυτό το χρώμα, δεν ξέρω). Θα σου γράψω λίγες λέξεις για την υπόθεσή του.
Υπόθεση
Η ιστορία του βιβλίου εξελίσσεται στην φραγκοκρατούμενη Πελοπόννησο, στον Μεσαίωνα και είναι μια ιστορία ιπποτική, με αγάπη και έρωτα ανδρείο. Ο Νικηφόρος Σγουρός είναι γόνος πλούσιας και ένδοξης οικογένειας του Αναπλιού, ξεπεσμένος πλέον, φεύγει περιπλανώμενος και φτάνει στον Μυστρά. Ένα όραμα κουβαλάει πάντα μαζί του, μιας όμορφης γυναίκας πάνω σε ένα άλογο. Μετά από πολλές περιπέτειες, θα δει μπροστά του το αντικείμενο του οράματός του, που δεν είναι άλλη από την πριγκίπισσα του τόπου, Ιζαμπώ, μισή Ελληνίδα, αφού η μητέρα της είναι η Άννα Αγγελίνα Κομνηνή, και Φράγκα από την πλευρά του πατέρα της, Γουλιέλμου Βιλλαρδουίνου. Ο έρωτας του για τη γυναίκα των ονείρων του θα μείνει ζωντανός, αλλά ο Νικηφόρος Σγουρός, βλέποντας τα βάσανα που περνάει ο λαός από τη φράγκικη κατοχή θα πάρει μέρος στον αγώνα για ανεξαρτησία, θα πολεμήσει το άδικο, θα ζητήσει να είναι ελεύθερος και να πάρει μαζί του τη γυναίκα που αγαπάει, μόνο που αυτό δε θα γίνει ποτέ. Η ιστορία που σου διηγήθηκα -και είναι απείρως ομορφότερη από αυτά τα λίγα που σου έγραψα- είναι η Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ, του Άγγελου Τερζάκη, και θεωρείται ένα από τα πιο σπουδαία έργα της Ελληνικής Λογοτεχνίας.
Ο Νικηφόρος Σγουρός είναι ένας ήρωας άχρονος, είναι μια ιδέα και γι΄ αυτό αποκτά αυτή τη δυναμική μέσα στον χρόνο. Είναι η προσωποποίηση της ανεξαρτησίας και του αγώνα για την ελευθερία. Είναι ένας ήρωας που ζει μέσα σε κάθε άνθρωπο, γιατί πάνω απ΄ όλα πράττει και αντιδρά με γνώμονα το δικαίωμά του στην ανεξαρτησία. Η Ιζαμπώ είναι πραγματικό πρόσωπο -αντίθετα με τον Νικηφόρο- και η ζωή της είναι εξαιρετικά δοσμένη μέσα στο μυθιστόρημα του Τερζάκη. Παράλληλα όμως είναι και ένα συμβολικό πρόσωπο. Είναι η Ελλάδα που μοιράζεται και στενάζει εκείνη την εποχή από τους Φράγκους. Ο κόσμος που συμβολίζει είναι καταδικασμένος στον συμβιβασμό και την υποταγή. Μόνο κάποιες ψυχές σαν του Σγουρού αγρυπνούν. Είναι οι ψυχές που κουβαλούν μέσα τους τη μεγάλη ιστορία του τόπου τους ή, καλύτερα, τη μεγάλη ιστορία της ανθρώπινης παρουσίας πάνω στη γη. Ο Νικηφόρος είναι ο εν δυνάμει ελευθερωτής της. Αγωνίζεται για το όραμά του. Μάχεται και παλεύει, ζει την προδοσία και την ψευτιά, τη δύναμη του ισχυρού, αλλά και την αδυναμία του.
Η Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ είναι ένα έργο σημειολογικό, βαθιά μεταφορικό. Αν και οι περιγραφές του και ο κόσμος που διηγείται είναι περασμένος, πανδοχεία και νυχτερινές διαδρομές, μαντατοφόροι και άλογα, μονομαχίες, επαγγέλματα, η ζωή των αριστοκρατών κατακτητών και η ζωή των φτωχών κατακτημένων, λεπτομέρειες της ενδυμασίας ή του τρόπου διασκέδασης, ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα πλάι στα μυθιστορηματικά, ιδεολόγοι και συμφεροντολόγοι, προδότες και αγνοί αγωνιστές, ολόκληρη η φραγκοκρατούμενη Πελοπόννησος διαγράφεται με τρόπο μοναδικό και αξεπέραστο. Είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά ταυτόχρονα μια ιστορία με βαθιά κοινωνικά μηνύματα, με πολιτική χροιά και προαιώνιες ιδέες που θα παραμείνουν πάντα αναλλοίωτες στο πέρασμα των χρόνων.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ σελ. 74 Κεφ. Α’
«Γύρω παντού σκοτάδι. Να σου λοιπόν και πιάνει τ’ αυτί μου μακριά, μέσα στο βουνό, ένα τραγούδι».
«Αερικό θα ‘τανε…»
«Ένα τραγούδι, μα τι τραγούδι! Δεν ήταν άνθρωπος αυτός που τραγούδαγε έτσι γλυκά, δεν ήταν γυναίκα. Λες κι είχαν ανοίξει τα ουράνια κι ακούγονταν οι άγγελοι. Άλλο να σου λέω κι άλλο ν’ ακούς…»
«Λοιπόν; λοιπόν;» κάνουνε γύρω ανυπόμονα.
«Μπρος να τραβήξω φοβόμουνα, πίσω να κάνω σκιαζόμουν. Με τα πολλά, το παίρνω απόφαση και τραβώ. Κατεβαίνω στη ρεματιά, χώνομαι κάτω από τα δέντρα. Η βρύση ήταν εκειδά να, άκουγα κιόλας το νερό να τρέχει. Στρίβω, που λέτε, τι να δω! Στο βράχο καβάλα, σαν πάνω σε φαρί, μια γυναίκα ασπροφορεμένη καθότανε, κι ήταν αυτή που τραγουδούσε μ’ έτσι αγγελική φωνή».
«Πώς ήτανε; πώς ήτανε;» ρώτησε άπληστα το μισόγυμνο παιδί σταματώντας το φυσερό.
«Δούλευε μωρέ!» χούγιαξε ο σιδεράς.
«Δουλεύω, αφέντη».
Το καμίνι λαμπάδιασε κι η βαριά κοπάνησε το σίδερο βροντώντας.
«Ήτανε ψηλή! Χριστέ μου, τι ψηλή! Κι είχε ξέπλεκα τα μαλλιά της. Στο δεξί κράταγε ένα χτένι, χρυσό χτένι, και χτενιζότανε».
«Λοιπόν; λοιπόν;»
«Εγώ τα χρειάστηκα. Παρατώ χάμου τον κουβά, κάθουμαι πάνω γιατί τα γόνατα δεν με βαστούσαν, και σταυροχεριάζομαι να την κοιτάζω».
«Κι αυτή;»
«Αυτή τραγούδαγε του καλού καιρού. Είναι σε ξέφωτο η βρύση μας, λοιπόν από δω που βρισκόμουν έβλεπα καλά, μ’ όλο που δεν μ’ έβλεπε η λάμια».
«Δεν ήτανε λάμια. Νεράιδα ήτανε», διόρθωσε με ύφος έμπειρο ο ζευγάς. «Η λάμια δεν τραγουδάει».
«Κι ήταν όμορφη;» ρώτησε πάλι το παιδί χωρίς όμως ν’ αφήσει το φυσερό.
«Όμορφη λέει! Έλαμπε γύρω ο τόπος, λες κι είχε φανεί το φεγγάρι».
«Ο εξαποδώ παίρνει πολλά σχήματα για να μας βάλει σε πειρασμό», παρατήρησε δογματικά ο καλόγερος.
«Και δεν της μίλησες;»
«Να της μιλήσω; Κύριε ημών Ιησού Χριστέ! Τι λες, κακορίζικε; Για να μου πάρει τη μιλιά;»