Η Λυγερή, Ανδρέας Καρκαβίτσας
Άραγε, κατά πόσο οι άνθρωποι έχουν ως κίνητρο των πράξεων τους το συναίσθημα; Φαίνεται πως το συμφέρον έχει μεγαλύτερη βαρύτητα στις αποφάσεις τους, αλλά, αν είναι έτσι, γιατί οι περισσότεροι προσπαθούν να διαχειριστούν το συναίσθημα της ήττας; Ποια λογική εξήγηση έχει το κίνητρο της λογικής; Δεν είμαι σίγουρη πλέον, αν ο άνθρωπος δρα σύμφωνα με το συμφέρον του. Νιώθω πως είναι περισσότεροι όσοι πιέζονται να αρνηθούν τον συναισθηματισμό τους και, διαλέγοντας αυτό που είναι τετελεσμένο, παίρνουν τη μορφή της ειλημμένης απόφασης. Γι΄ αυτό η δυστυχία και το ανικανοποίητο έχει μορφή πια στον κόσμο αυτόν. Ο άνθρωπος ατονεί, παίρνοντας την όψη εκείνου που δεν ήθελε ποτέ. Την αποδέχεται για να επιβιώσει. Η ελευθερία της επιλογής είναι μία επίφαση. Όλα αλλάζουν ερήμην του…
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Ένα μικρό βιβλίο, σαν εκείνα τα βιβλία τσέπης, αλλά με πιο κλασική εκτύπωση, κρατάω σήμερα στα χέρια μου. Η ημερομηνία είναι 20/03/1999 και κυκλοφορούσε από τις εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ. Το βιβλίο αυτό δεν είναι απλά της Κλασικής Λογοτεχνίας, αποτελεί έναν θησαυρό σημειολογικής ερμηνείας, αλλά και ένα, κατά κάποιον τρόπο, αυτοβιογραφικό «παραμύθι». Θα σου πω λίγα λόγια για την υπόθεση.
Η Ανθή ερωτεύεται στο χωριό της τον Γιώργη και ο Γιώργης θέλει να την παντρευτεί. Το έτος 1890. Ο πατέρας όμως της Ανθής, προκειμένου να ανθίσει το μπακάλικό του, επιμένει να την παντρέψει με τον Νικολό, τον βοηθό του, άσχημο, αδιάφορο και πονηρό χαρακτήρα, αλλά εξαιρετικά καπάτσο στο εμπόριο. Η Ανθή πρέπει να αποφασίσει, αφού ο Γιώργης της λέει να την κλέψει και να ζήσουν μαζί για πάντα. Εκείνη τελικά διαλέγει τον Νικολό και αποδέχεται μία ζωή ανυπόφορη, μέχρι που έρχεται ξανά ο Γιώργης παντρεμένος. Τότε εκείνη, αφού γίνει και μητέρα, μεταμορφώνεται σε αυτό που έως τώρα μισούσε και γίνεται μέρος μιας ζωής που απεχθανόταν μέχρι τότε. Νικιέται και κάμπτεται κάθε της αντίσταση και επιθυμία στη ζωή της.
Ο γενικός όρος του τίτλου της νουβέλας του Ανδρέα Καρκαβίτσα δεν είναι τυχαίος. Η ηρωίδα αποκτά έναν αφηρημένο τίτλο δημώδους τραγουδιού, αφού τα κορίτσια στην επαρχία, κατά τα τέλη του 19ου αιώνα έχουν υπόσταση μόνο ως προς τα κάλλη τους και την κορμοστασιά τους. Η Λυγερή-Ανθή αχνογελά με το επαρχιώτικο χαμόγελο κι έτσι ο αφηγητής συγκεκριμενοποιεί στα μάτια του αναγνώστη ό, τι μπορεί να ξέρει για οποιαδήποτε κοπέλα ενός χωριού εκείνα τα χρόνια. Στο κορίτσι αυτό δε δίνεται καμία ευκαιρία επιλογής· όλη αυτή η διαδικασία υπάρχει μόνο στον νου της. Και αυτό δίνει αυτομάτως μία μορφή στο έργο του συγγραφέα. Δεν ξέρει κανείς αν θα εξελιχθεί το έργο σε μία ρομαντική νουβέλα με ευτυχές τέλος ή μία τραγωδία μιας αγάπης που δεν τελεσφόρησε. Στην πραγματικότητα η ιστορία της Λυγερής είναι η ιστορία του ίδιου του συγγραφέα, αφού, το 1879, αγάπησε μία νέα η οποία τελικά παντρεύτηκε άλλον. Η οργή, ο πόνος και ο θυμός έκαναν τον Καρκαβίτσα να γράψει τη Λυγερή, για να διακωμωδήσει την πίστη της γυναικείας ψυχής και να αποτυπώσει τα κοινωνικά πρέπει της εποχής με τρόπο σκληρό. Η μομφή είναι για τις γυναίκες που υποκύπτουν στα πρέπει και τις επιταγές των άλλων, σύμφωνα με το συμφέρον και όχι των δικών τους επιθυμιών. Το έργο του Καρκαβίτσα επεκτείνεται ως προς τον τρόπο που οι ηθικές αξίες διέπουν τους ανθρώπους. Και θα μπορούσε με μεγάλη ευκολία να εφαρμόσει σε αρκετές περιπτώσεις της σύγχρονης πραγματικότητας, μιας και η Ανθή-Λυγερή μετατρέπεται σε αυτό που ήθελε να αποφύγει και μισούσε. Με την απόφασή της, περνάει από τον ειδυλλιακό κόσμο σε έναν κόσμο μηχανοποιημένο από τον οποίο λείπει το συναίσθημα και η βούληση, και αυτό είναι ένα ”καρφί” που δείχνει τη μετάβαση της κοινωνίας προς τον δρόμο της ιδιοτέλειας και της συνήθειας που αλλοτριώνει τα πάντα. Οι χαρακτήρες του έργου διαιωνίζονται, παραμένουν ζωντανοί έως και σήμερα. Η τελευταία φράση του βιβλίου αποτελεί μία διαπίστωση που προβληματίζει κι εκπλήσσει ταυτόχρονα, ως προς το επίκαιρο του νοήματός της.
««Η Ανθή δεν είναι πλέον, όχι, η ονειροπόλος ερωμένη του Γεωργίου Βρανά· είναι η θετική σύζυγος, η γυναίκα του Νικολού Πικοπούλου».
«Εις τοιαύτην χονδροειδή αναισθησίαν κατήντησε τώρα η Ανθή. Το χρυσομάργαρον δοχείον συνετρίβη κι εχύθην το πεντοβολούν ροδόσταγμα. Αι άφθοναι πηγαί της αισθητικότητας της λυγερής εξηράνθηκαν όλαι κάτω από την ζωήν της υπάνδρου. Δεν έμεινε πλέον εις αυτήν παρά η ιδέα του καθήκοντος, ξηρά και κατά συνθήκην εννοουμένη, και αδρανής η φυσιογνωμία της γυναικός.
-Τι άνοστο φαγί!…
-Ναι…άνοστο!…
Έπρεπε να απαντήσει και απήντα· είχε καθήκον να παραδεχθή τους λόγους του ανδρός της».
Μην ξεχάσουμε ποτέ πως οι αποφάσεις που παίρνουμε, ξεχνώντας τα δικά μας θέλω, με γνώμονα μόνο ένα αόριστο γενικό συμφέρον, τις περισσότερες φορές μας κάνουν να ξεχάσουμε ποιοι είμαστε εμείς ή μας εντάσσουν σε μία συνθήκη στην οποία αποδεχόμαστε τον δυνάστη μας, αφού γινόμαστε ίδιοι με αυτόν.