Ας γράψουμε για την αναγέννηση. Εκείνη τη μαγική αίσθηση που οι δυνατοί άνθρωποι κρύβουν μέσα στην ψυχή τους και, συνήθως, ενεργοποιείται μέσα από αντίξοες συνθήκες. Η αναγέννηση κρατάει μέσα της αισιοδοξία και μάχη. Τα άσχημα τα κρύβει βαθιά και τα ανακαλεί μόνο ως πρότερες εικόνες. Ζει το παρόν και σχεδιάζει το μέλλον χωρίς την πίκρα από το παρελθόν.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Οι πικραμένοι άνθρωποι είναι στο βάθος οι πιο αισιόδοξοι: επειδή σ’ αυτούς έμεινε ακόμα το προνόμιο ν’ αγαπούν, να πιστεύουν στον άνθρωπο και στη ζωή, το προνόμιο να κυνηγούνε χίμαιρες.
Πόση αλήθεια κρύβουν αυτές οι λέξεις; Ο Ηλίας Βενέζης τις έγραψε σε ένα από τα πιο σημαντικά μυθιστορήματα της λογοτεχνίας, σε ένα ακόμα έργο του που αφιέρωσε στη Μικρά Ασία. Από τα δικά του έργα οι αναγνώστες έμαθαν πολλά για τη ζωή των ανθρώπων που έζησαν και ονειρεύτηκαν στον γενέθλιο τόπο τους κι αναγκάστηκαν να εκπατριστούν και να δημιουργήσουν ξανά μια ζωή νέα, με τα βιώματα που έφεραν μαζί τους και τον τρόπο ζωής τους, ως τα μόνα πραγματικά και ουσιαστικά εφόδια.
Για τη «Γαλήνη», του Ηλία Βενέζη
Οι Φωκιανοί έρχονται στη γη της Αναβύσσου, το 1923, κυνηγημένοι και πρόσφυγες, με μόνες αποσκευές λίγα ρούχα σε μια ταλαιπωρημένη βαλίτσα. Εκεί τους έστειλε το Υπουργείο Πρόνοιας, σε έναν τόπο ξερό κι αφιλόξενο. Οι βοσκοί που έχουν τα χειμαδιά τους στην περιοχή τους απειλούν για να τους διώξουν. Οι αρχαιοκάπηλοι που δρουν στην περιοχή τους βλέπουν με μισό μάτι. Οι πρόσφυγες αρχίζουν να ξεχερσώνουν τον τόπο. Αρχίζουν να σχεδιάζουν και να ονειρεύονται ξανά.
Η Γαλήνη είναι ένα μυθιστόρημα που υμνεί το όνειρο και τη δύναμη της ζωής. Μέσα από την ιστορία του γιατρού, Δημήτρη Βένη, ενός από τους βασικούς ήρωες του μυθιστορήματος, ορίζεται η ρίζα και το όνειρο. Μαζί του φέρνει από τον τόπο του τριανταφυλλιές. Για να τις φυτέψει και να ανθίσουν, να ριζώσουν και να θεριέψουν. Ο γιατρός φυτεύει τριαντάφυλλα στο άγονο χώμα της Αναβύσσου. Η Ειρήνη, η γυναίκα του, τα ξεριζώνει. Η πάλη των δύο αυτών ανθρώπων, η πάλη της χίμαιρας με τη σκληρή πραγματικότητα είναι το θέμα του βιβλίου. Ο Γλάρος πολεμάει με τη γη. Ο Φώτης Γλάρος, σκάβοντας στο χωράφι του, βρίσκει ένα άγαλμα κούρου. Οι αρχαιοκάπηλοι του το κλέβουν. Το νερό της μεγάλης πλημμύρας παίρνει την γυναίκα του. Αυτός όμως δεν το βάζει κάτω, ξαναπαντρεύεται μια γυναίκα από το πάνω χωριό, όπου έχουν εγκατασταθεί κυρίως πρόσφυγες από την Καππαδοκία, φτιάχνει μια βάρκα, κλέβει αλάτι από τις αλυκές που λειτουργούν στην Ανάβυσσο, και αρχίζει εμπόριο με την Αίγινα. Ο πόνος δεν τον αφήνει να πάψει να ονειρεύεται και να ελπίζει. Να στήσει ξανά τη ζωή του.
Τα πρόσωπα των διηγημάτων του Βενέζη είναι τρομακτικά ζωντανά, ολοκληρωμένα και πειστικά. Χωρίς να αναλύονται, δίνουν απόλυτα το δράμα της ψυχής τους. Ο Βενέζης ως συγγραφέας γνωρίζει καλά τους ανθρώπους και τους τόπους. Πλησιάζει πολύ κοντά τους ανθρώπους που τον συγκινούν, το πάθος που τους καίει και τους σπρώχνει ως τα άκρα, ως τον θάνατο. Οι ήρωες του Βενέζη βιώνουν τραγικές ιστορικές, κοινωνικές και φυσικές καταστάσεις, στις οποίες παρουσιάζουν μια δυναμική αντίσταση. Ωστόσο, ο αναγνώστης διαμορφώνει τη στάση του απέναντι στους ήρωες σύμφωνα με τα αφηγηματικά σχόλια και τις σχέσεις ανάμεσα στα ίδια τα λογοτεχνικά πρόσωπα. Με έναν έμμεσο τρόπο που δίνει ζωντάνια στους ήρωες του, μια και αναβιώνουν μέσα στο μυαλό του αναγνώστη.
Συμφορές, ξεριζώματα και μεταναστεύσεις πληθυσμών, αναστατώσεις της οικονομικής ζωής των ανθρώπων, αναστατώσεις και συγκρούσεις των ιδεών, τραύματα ψυχικά, -αυτά ήταν η νιότη μας. Και πλάι σ’ αυτά είναι το παρελθόν, είναι τα στρώματα της πικρίας του λαού αυτού απ’ τον οποίο ερχόμαστε. Κατοικούμε μια δύσκολη, αυχμηρή, ωστόσο πάντα πολυαγαπημένη γη. Οι θάλασσες του τόπου μας είναι φτωχές θάλασσες, κ’ η ζωή των ψαράδων μας είναι σκληρή ζωή. Δεν έχουμε τις ατέλειωτες πεδιάδες άλλων τόπων, δεν έχουμε τα μεγάλα δάση, δεν έχουμε την ευλογία του Θεού, που κάνει ελαφρότερο το μόχθο του ανθρώπου. Οι ελιές μας φυτρώνουν στους βράχους και στα γυμνά βουνά, κ’ είναι ποτισμένες περισσότερο με τα δάκρυά μας παρά με τη βροχή που στέλνουν τα σύννεφα.
Οι ντόπιοι τους αποκαλούσαν ανάλαφρους και παλαβούς. Οι πρόσφυγες Φωκιανοί έφτιαξαν βάρκες με τον φλοιό του πεύκου. Για τα βαλτόνερα και τα κουνούπια φύτεψαν ευκάλυπτους, για τα πουλιά που έπιαναν για τροφή χρησιμοποιούσαν δίχτυ -πού να βρουν όπλα; Αναγεννήθηκαν, πολέμησαν και νίκησαν, ρίζωσαν και έφτιαξαν καινούρια πατρίδα. Αυτό είναι το μήνυμα του Ηλία Βενέζη.
Η προγονική εύκλεια, η αγάπη του τόπου μας, το πάθος για το χώμα και για την ιστορία μας, το φιλότιμο να μη ντροπιαστούμε και να μη ντροπιάσουμε το όνομα που μας κληροδότησαν – όλα είχαν γίνει φωτιά που μας έκαιγε και φώτιζε το δρόμο μας. Λέμε πως, δόξα τω Θεώ, πορευτήκαμε καλά και δεν λυγίσαμε. Με το χέρι στην καρδιά μπορούμε να πούμε πως όταν ήρθε η ώρα να περάσουμε απ’ τη Στενή Πύλη περπατήσαμε με το μέτωπο ψηλά, γιατί είχαμε κάμει το χρέος μας. Στο σύνορο των πενήντα χρόνων απ’ τη Μεγάλη Καταστροφή, ύστερα από τόσο πάθος που ζήσαμε, κρατούμε σκεπή και παραστάτη μας ένα όραμα για τον άνθρωπο καθαρά ελληνικό: μιαν αίσθηση της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας που είναι ταυτόσημα με την αρετή.
Αυτά είναι τα λόγια που γράφει ο ίδιος για τα πενήντα χρόνια από την Καταστροφή της Μικράς Ασίας στο «Μικρά Ασία Χαίρε», αυτά είναι και το 2022 που συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη μεγάλη καταστροφή.
– Για τη γαλήνη, είπε σιγά. Εκεί είναι ο σκοπός. Ο τελευταίος. Γι’ αυτό τυραννεί το σώμα του.
– Όμως, πιστεύω, μουρμούρισε πάλι σε λίγο. Κι αν είναι αυτό η χίμαιρα…