Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος χρησιμοποιεί έναν στίχο με αμφίβολη ρίζα. Το «Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια» είναι μια ανεκτίμητη κατάθεση για την Ιστορία του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού. Μέσα από συνεντεύξεις, απομαγνητοφωνήσεις και μαρτυρίες των σπουδαίων του ελληνικού τραγουδιού, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος καταφέρνει να αποτυπώσει τη σπουδαία κληρονομιά που άφησαν οι πρωτεργάτες της ελληνικής μουσικής. Μνημονεύει εκατοντάδες τραγούδια που όλοι σιγοψιθυρίζουμε. Παραθέτει ζωές, ανθρώπους-μύθους και τις ιστορίες του.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Ο αγαπημένος στιχουργός συστήνει στον αναγνώστη τους σπουδαίους, κατά γενική παραδοχή, ρυθμιστές και δημιουργούς της Μουσικής του τόπου. Στέλιος Καζαντζίδης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Ρόζα Εσκενάζυ, Παναγιώτης Τούντας, Κώστας Βίρβος, Ανέστης Δελλιάς, Γιάννης Παπαϊωάννου, Βασίλης Τσιτσάνης, Γιώργος Ζαμπέτας, Δημήτρης Χριστοδούλου, Πυθαγόρας, Απόστολος Καλδάρας, Μανώλης Χιώτης, Αλέκος Σακελλάριος, Χρήστος Κολοκοτρώνης και Τάσος Σχορέλης.
Με γνώση κι εμπειρία, άλλοτε ψάχνοντας μυστικά «κιτάπια», διαλόγους και εξομολογήσεις, κι άλλοτε με κριτική μάτια συνθέτει και αναπαράγει μια εποχή. Σκοτεινή, σκληρή, εμπνευσμένη, παράλληλα λαμπρή και φωτισμένη. Μια εποχή που διαμόρφωσε και καθόρισε την πορεία του λαϊκού τραγουδιού.
Εν αρχή είναι το ρεμπέτικο
Οι πρώτες εισροές προσφύγων το 1923 έμελλε να δώσουν χαρακτήρα και δομή στο ελληνικό τραγούδι. Οι πρόσφυγες έφεραν από τη Μικρά Ασία τους μουσικούς δρόμους της πατρίδας τους, με λαούτα, σαντούρια, βιολιά. Σιγά σιγά ενέταξαν το μπουζούκι στις δημιουργίες τους, ένα όργανό που δεν ήταν γνωστό στις πατρίδες τους. Το ρεμπέτικο θα γίνει κομμάτι αναπόσπαστο ενός μεγάλου κοινωνικού συνόλου της νέας μορφής που παίρνει το αστικό τοπίο της χώρας. Ο πόνος, η νοσταλγία, η αδικία, οι συνθήκες ζωής γίνονται στίχοι, τραγούδια. Ο πιο οικείος τρόπος να εκφραστούν τα συναισθήματα του λαού. Το τραγούδι αποκτάει σώμα. Αρχίζει να δημιουργείται κοινωνικό-πολιτικό περίβλημα και σκελετός, ουσία. Προσφυγιά, ο Μεταξάς, ο Πόλεμος, η εμφύλια διαμάχη καταγράφονται, τραγουδιούνται, γίνονται κτήμα του λαού. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος , μέσα από τα κείμενά του χαρτογραφεί τη μουσική της Ελλάδας.
Αναφορά στη Ρόζα Εσκενάζυ, που εκπροσωπεί τη γυναίκα στον ρεμπέτικο κόσμο. Αν και ανδροκρατούμενος, ο Ρόζα συνεργάζεται με τον Τούντα, γραμμοφωνεί, είναι η πρώτη γυναίκα που βγάζει δίσκο και επιβάλλεται στον ανδροκρατούμενο κόσμο της προπολεμικής εποχής. Η Εσκενάζυ θα χαρακτηριστεί ως μια από τις πρώτες απελευθερωμένες γυναίκες στον χώρο που κυριαρχούν άντρες, Θα λάμψει στο καλλιτεχνικό στερέωμα και θα τραγουδήσει επιτυχίες που ακούγονται μέχρι σήμερα από την υπέροχη φωνή της.
Για τον Παναγιώτη Τούντα ο Λευτέρης Παπαδόπουλος μνημονεύει το εύρος των τραγουδιών που έγραψε, αν και αρκετά από αυτά καπηλεύτηκαν από άλλους σαν δικά τους. Οι δύσκολες εποχές που βίωσαν οι δημιουργοί εκείνους τους καιρούς αποκαλύπτουν τις συνθήκες μέσα στις οποίες εξελίχθηκε, πήρε σάρκα και ψυχή του ρεμπέτικο τραγούδι.
Ο Ανέστης Δελιάς, ένας αδικοχαμένος καλλιτέχνης, ένα ταλέντο που οι ουσίες και η μποέμικη ζωή του επιφύλαξαν μένα τέλος τραγικό. Τα τραγούδια που έγραψε ήταν αυτοβιογραφικά, έκρυβαν στους στίχους τους την άστατη και προδιαγεγραμμένη σύντομη ζωή του.
Μπορεί κάποιος να παρατηρήσει την πορεία και την εξελικτική μορφή του ελληνικού τραγουδιού, αν διαβάσει το βιβλίο του Λ. Παπαδόπουλου. Τα τραγούδια της προπολεμικής εποχής αντικατοπτρίζουν τη ζωή των δημιουργών τους. Δεν εμπεριέχουν πολιτικά μηνύματα, περιορίζονται σε σκηνές της ζωής τους, σε πάθη και ερωτικά παιχνίδια. Από την εποχή του Μεταξά αρχίζουν οι στίχοι να διακατέχονται από το παράπονο της φυλακής, της παραβατικότητας, αρχίζει να παίρνει κοινωνικό σχήμα η στιχουργία. Η μεγάλη στροφή και το πέρασμα στο πολιτικό και κοινωνικό στίχο έρχεται μετά το τέλος του πολέμου. Μαζί με τις διώξεις, την ανέχεια, τη φτώχεια, τις διαδηλώσεις του εργατόκοσμου, τη μεγάλη μεταναστευτική ροή όλα αλλάζουν και στον χώρο της μουσικής. Στιχουργοί, συνθέτες και τραγουδιστές, νέοι εμφανίζονται, παλιοί παραγκωνίζονται.
Στέλιος Καζαντζίδης και Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Αντιπαραβάλει τις δύο μεγαλύτερες, κατά τη γνώμη του, φωνές της χώρας ▪︎ Στέλιο Καζαντζίδη και Γρηγόρη Μπιθικώτση. Ο Καζαντζίδης, κατά τον Παπαδόπουλο, είναι η μεγαλύτερη και άφταστη φωνή. Εξηγεί την πεποίθησή του, αναφέροντας στοιχεία της ζωής του τραγουδιστή, αλλά και τον τρόπο που αγαπήθηκε και λατρεύτηκε. Για τον Μπιθικώτση θα δηλώσει πως η φωνή του έχει άλλες διαστάσεις. Οι δύο τραγουδιστές δεν είπαν ποτέ ο ένας τραγούδια του άλλου, σεβόμενοι το λαρύγγι και την ικανότητά τους.
Ο Καζαντζίδης, ως τραγουδιστικό μέγεθος, είναι ανυπέρβλητος. Και όταν μιλάμε για τραγουδιστικό μέγεθος, δεν εννοούμε μόνο φωνή. Εννοούμε και φωτιά που βγαίνει από τα σπλάχνα, εννοούμε λάβα που ξεχύνεται για να βγάλει ολόκληρο το αχ της αγανάκτησης και του παράπονου ενός φτωχού, ανυπεράσπιστου, κυνηγημένου και χωρίς ελπίδα ανθρώπου.
Και ο Μπιθικώτσης:
«Ο Καζαντζίδης είναι αρχηγός της Χωροφυλακής [επαρχίας] κι εγώ της Αστυνομίας Πόλεων!»
Η ιστορία του «μπάρμπα Γιάννη», του Γιάννη Παπαϊωάννου είναι μαγευτική, έχει συγκίνηση, αλήθεια και νοσταλγία. Ο Παπαϊωάννου, σε μεγάλη ηλικία, μιλάει στον ίδιο τον Παπαδόπουλο. Του διηγείται τη φτωχική, βασανισμένη, αλλά γοητευτική ζωή του. Εικόνες από την Αθήνα του μόχθου, της φτώχειας, ο Παπαϊωάννου ανακαλύπτει την μαγεία του μπουζουκιού, παίζει σε μικρές ταβέρνες με τον Μάρκο, γράφει τραγούδια αγαπημένα. Όσο περνούν τα χρόνια, χάνεται η πρώτη αίγλη των παλιών.
Έτσι γίνονται τα πράγματα, δεν ξέρεις; Αλλάζει η μόδα,
παλιώνεις, και σε πετάνε σαν στειμμένη λεμονόκουπα.
Στα επόμενα κείμενα θα γίνει μνεία για τον θρύλο, Βασίλη Τσιτσάνη, τον αναδιαμορφωτή της ελληνικής μουσικής. Ο Τσιτσάνης θα μεταλλάξει το ρεμπέτικο σε λαϊκό, θα το κάνει γνωστό σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Θα αγαπηθεί και θα τραγουδηθεί από όλους, θα γίνει κτήμα και πεποίθηση στο στόμα του λαού.
Ο Τσιτσάνης, ό,τι και να έλεγε κανείς εναντίον του, ήταν ο Τσιτσάνης. Ο συνθέτης που πήρε το λαϊκό τραγούδι από τους τεκέδες και το έκανε τραγούδι πανελλήνιο, ερωτικό, κοινωνικό, γεμάτο χυμούς.
Και η σπουδαία φράση του Γ. Τσαρούχη: «Η ύπαρξη του Τσιτσάνη είναι η μόνη ένδειξη ότι στην Ελλάδα έχουμε πολιτισμό».
Ο μεγάλος στιχουργός δίνει σπουδαίες πληροφορίες για τους στιχουργούς της εποχής, εκείνους που δημιούργησαν ιστορία, αξέχαστους στίχους που έμειναν για πάντα στις καρδιές των Ελλήνων. Βίρβος, Χριστοδούλου, Πυθαγόρας. Άγνωστες πτυχές από τις ζωές τους, τις σκέψεις τους. Θα καυτηριάσει τον ρόλο που έπαιξαν οι δισκογραφικές στη φήμη όσων έδωσαν παραπάνω από το μισό της επιτυχίας των τραγουδιών. Ο κόσμος της δισκογραφίας δεν απέδωσε ποτέ την αξία των δημιουργών, αρκετές ήταν οι φορείς που δεν αναγράφονταν στους δίσκους ούτε το όνομά τους.
Όσο περνούν τα χρόνια, νέες τάσεις υιοθετούνται και αλλάζουν τη μορφή και τα ακούσματα του λαϊκού τραγουδιού. Ο Χιώτης εισάγει την τέταρτη χορδή στο μπουζούκι και τ’ ακούσματα αλλάζουν ηχόχρωμα. Ο ίδιος, αν και κατηγορήθηκε για την προσθήκη του, πίστεψε από την αρχή πως ήταν ο μοναδικός τρόπος να φανούν οι δεξιότητες του όργανου και του οργανοπαίχτη.
Η μουσική με τα χρόνια διαφοροποιείται, το λαϊκό παίρνει δρόμους ξεχωριστούς. Ο Καλδάρας δίνει τη δική του συμβολή στην εξελικτική πορεία της σύνθεσης μουσικής. Τον Καλδάρα τον θεωρούν αρχικά «θύμα της ινδικής κάνναβης», μιας και δημιουργεί στους ρυθμούς της Ανατολής. Οι συνθέσεις του επηρεάζονται από τον ινδικό κινηματογράφο, από σκοπούς ανατολίτικους. Ο Παπαδόπουλος, με κριτική ματιά και αντικειμενικότητα, αναφέρει τη θαυμαστή «Μικρά Ασία» και τον «Βυζαντινό Εσπερινό». Πιστεύει για τη «Μικρά Ασία» πως δεν είναι από τα καλύτερα έργα, όμως αγαπήθηκε τόσο πολύ από το κοινό ώστε να εξιλεώνεται.
Έγραψα, όμως, με τον Καλδάρα, τον Βυζαντινό Εσπερινό. Κι αυτό γιατί σε τούτο το δίσκο ο μεγάλος λαϊκός συνθέτης έχει στηριχτεί, για δώδεκα τραγούδια, σε δώδεκα λαϊκούς «δρόμους». Με άλλα λόγια, ο Βυζαντινός Εσπερινός είναι ένα «βιβλίο» στο οποίο παρουσιάζονται δώδεκα λαϊκοί «δρόμοι», πράγμα που δεν είχε συμβεί ποτέ ως τότε. Οι λαϊκοί συνθέτες έγραφαν τραγούδια πάνω σε «δρόμους», αλλ’ αυτοί ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα. Ο Καλδάρας, όμως, τους «κωδικοποίησε». Έφτιαξε ένα δίσκο προορισμένο να μείνει και να διδάσκει, εσαεί, εκείνους που θα ’θελαν να μάθουν τους αυθεντικούς λαϊκούς «δρόμους», τις «κλίμακες», δηλαδή, που πάνω τους θα πατούσαν για να σκαλίσουν τα τραγούδια τους. Και, απ’ αυτή την άποψη, ο Βυζαντινός Εσπερινός είναι μια σπουδαία κατάθεση. Του Καλδάρα – όχι δική μου. Εγώ έγραψα τραγούδια πάνω στις μελωδίες που μου ’δωσε ο συνθέτης, και εκεί τελείωσε το έργο μου.
Ο Γιώργος Ζαμπέτας, μια μοναδική παρουσία στον χώρο της μουσικής, γράφει επιτυχίες, το ταπεραμέντο και το ταλέντο του τον καθιερώνουν και αναδεικνύουν. Συγκαταλέγεται στους ρυθμιστές της ελληνικής μουσικής.
Σημαντική η αναφορά στον Τάσο Σχορέλη, τον «Ήρωα του Ρεμπέτικου « όπως ο ίδιος τον χαρακτηρίζει.
Και όμως, ο Σχορέλης έκανε κάτι πολύ σημαντικό. Για να γράψει την τετράτομη Ρεμπέτικη Ανθολογία (Εκδόσεις Πλέθρον, 1977), μίλησε με εκατοντάδες ρεμπέτες. Ήπιε, δηλαδή, νερό απ’ την πηγή. Δεν έβγαλε συμπεράσματα διαβάζοντας βιβλία άλλων (που δεν υπήρχαν, άλλωστε…). Το υλικό του είναι πρωτογενές. Και γι’ αυτό χρήσιμο. Βεβαίως, και λάθη θα βρει κανείς και ψευτιές, που συνήθιζαν να λένε οι ρεμπέτες. Αλλά είναι ένα μοναδικό βιβλίο. Με χιλιάδες τραγούδια, βιογραφίες, σκίτσα και παρτιτούρες!
Όλον αυτό τον κόσμο, με τους θησαυρούς της μουσικής του, τον ανέστησε ο Σχορέλης! Χάρη σε αυτόν άρχισαν και πάλι οι μουσικόφιλοι να μιλούν για την Μπέλλου, την Εσκενάζυ, τη Νίνου, τον Στέλιο Περπινιάδη, και δεκάδες άλλους απ’ το ρεμπέτικο σινάφι.
Θα κάνει λόγο και για το αρχοντορεμπέτικο, το είδος της μουσικής που αγαπήθηκε και τιμήθηκε από τους Έλληνες, κύριο αντιπρόσωπο παρουσιάζει τον Αλέκο Σακελλάριο. Ο έξυπνος κι ευφυής Σακελλάριος, πιάνοντας τον ρυθμό του κοινού, που στο στόμα του είχε μόνο λαϊκές επιτυχίες, έμπλεξε το ελαφρύ τραγούδι με το λαϊκό δημιουργώντας τα ανεπανάληπτα σρχοντορεμπέτικα. Μετά από αυτόν πολλοί ηταν οι στιχουργοί που υπηρέτησαν το είδος.
Το λαϊκό τραγούδι στην πορεία του αποδεικνύει τη δύσκολη πορεία μέσα στην οποία επιβίωσε και καθιερώθηκε. Οι δισκογραφικές, στον σκοπό του κέρδους αδίκησαν και, σε κάποιες περιπτώσεις, εξαφάνισαν ονόματα δημιουργών. Το λαϊκό τραγούδι πέρασε και περνάει περιόδους κρίσης. Ο Λ. Παπαδόπουλος, με αυτό του το αφιέρωμα φέρνει στο φως αλήθειες, μοιράζεται εικόνες, λόγια, μαρτυρίες, γνωρίζει στο αναγνωστικό κοινό μια ιστορία τόσο οικεία, αφού αφορά ανθρώπους που έζησαν πριν από εμάς.
Για το μέλλον του λαϊκού τραγουδιού λίγες από τις σκέψεις του Χρ, Μητρόπουλου που αποτελούν μήνυμα σπουδαιότητας με τη σοφία και την εμπειρία που τον διακρίνει.
Δυστυχώς, το λαϊκό τραγούδι το πολεμάνε ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, κέντρα, και πολλοί τραγουδιστές. Επιθυμούν να το σβήσουν από το χάρτη. Όσο όμως και να προσπαθούν, δεν θα το πετύχουν. Το λαϊκό τραγούδι είναι πια μέσα στο DNA του Έλληνα. Μ’ αυτό γλεντάει, μ’ αυτό παρηγοριέται, μ’ αυτό συγκινείται και ταξιδεύει…
Εγώ έχω τη γνώμη ότι θα υπάρξει. Υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει. Αν, βέβαια, δεν «πολεμηθεί», κατά κάποιον τρόπο. Αν, δηλαδή, πάψουν από το ραδιόφωνο να το μεταδίδουν. Διότι όταν το μεταδίδουνε και το ακούει ο κόσμος, οι μεν παλιοί το θυμούνται, οι δε νέοι το μαθαίνουν· και αρέσει και στη νεολαία. Αυτό βλέπω και στα μαγαζιά όπου δουλεύω: ότι οι νέοι που έρχονται ζητάνε παλιά λαϊκά τραγούδια.