100 Σάββατα, Μάικλ Φρανκ
Τα 100 Σάββατα είναι ένα ταξίδι μνήμης. Ένα οδοιπορικό στο θυμικό και την ψυχή. Ο Μάικλ Φρανκ συνομιλεί κάθε Σάββατο, για έξι χρόνια, με μια επιζήσασα από το τραγικό Ολοκαύτωμα, τη Στέλλα Λεβή. Τα σχεδόν εκατό χρόνια ζωής της ηρωίδας ξεδιπλώνονται σε εκατό συναντήσεις, στο Γκρίνουιτς Βίλατζ, που γίνονται κατ’ επιθυμία της κάθε Σάββατο, σημειολογικά, την πιο ιερή μέρα των Εβραίων.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Η ιστορία της Στέλλας έχει αφετηρία τη Ρόδο, συγκεκριμένα τηνν Τζουντερία. Η Τζουντερία είναι ένας οικισμός μέσα στο κάστρο της Ρόδου, στην οποίο οι Σεφαραδίτες Εβραίοι που έφτασαν στο νησί ύστερα από τις διώξεις που υπέστησαν στην Ισπανία, τον 15ο αιώνα, μετά το Διάταγμα της Αλάμπρα. Οι Ροδεσλί είναι η εβραϊκή κοινότητα από την οποία κατάγεται η Στέλλα. Η ιστορία τους είναι άγνωστη, αλλά το ίδιο τραγική με την Ιστορία του λαού που καταδιώχθηκε με τόση μανία από τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η επιθυμία της Στέλλας είναι μια υπόθεση προσωπική. Επιλέγει τον Μάικλ για να της διορθώσει ένα κείμενο που έχει γράψει στα αγγλικά, με θέμα το εβραϊκό ζήτημα. Όμως, μεταξύ τους, δημιουργείται μια σχέση εμπιστοσύνης, ζεστής οικειότητας, πρόσφορο έδαφος εξομολόγησης. Αυτό που η Στέλλα έψαχνε για να διηγηθεί την ιστορία της.
«Ίσως από κάποιο σημείο και μετά να μην μπορείς να επιστρέψεις με σάρκα και οστά. Ίσως μπορείς να επιστρέψεις μόνο με το μυαλό».
Η Στέλλα Λεβή διαιρεί τη ζωή της, πιστεύοντας πως ήταν ο μοναδικός τρόπος να επιβιώσει στα δύσκολα χρόνια που διένυσε. Στην παιδική και πρώτη εφηβική περίοδο είναι ένα κορίτσι που καταγράφει, παρατηρεί και σχηματίζει χαρακτήρα και ταυτότητα. Αφηγείται όλα όσα έζησε με την οικογένειά της και τους γείτονες, που αποτελούν τον κοινωνικό της περίγυρο και υπόσταση. Ο συνδετικός κρίκος των Ροδεσλί είναι πρώτα η πίστη, οι παραδόσεις τους που χάνονται στα χρόνια, η γλώσσα τους, οι αρχαίες γνώσεις περί θεραπείας και μαγγανείας. Η ίδια, αν και όλα αυτά τα βιώνει παρατηρώντας, παίρνει απόσταση. Εκπροσωπεί τη νέα γενιά που συγχρωτίζεται με τους Ιταλούς, τους καθολικούς, πηγαίνει σε κοινό σχολείο με τα υπόλοιπα παιδιά του νησιού. και έχει έτοιμη τη βαλίτσα της για να ταξιδέψει στην Ιταλία, να κατακτήσει τα όνειρά της.
Με τη γερμανική κατοχή του νησιού όλα αρχίζουν σιγά σιγά να χάνουν την ιδεαλιστική όψη που είχε δημιουργήσει η Στέλλα στο μυαλό της. Το 1938, με τον φυλετικό νόμο σε ισχύ, οι Εβραίοι χάνουν τα προνόμια και τα δικαιώματά τους.
«Το φθινόπωρο του 1938 ήμουν δεκαπέντε χρονών και ήμουν έτοιμη να ξεκινήσω την πρώτη τάξη του λυκείου», μου λέει. «Περίμενα για χρόνια εκείνη τη μέρα. Βίωσα αυτή την απαγόρευση σαν κάτι πολύ προσωπικό. Έχασα το δικαίωμα να είμαι άνθρωπος. Δεν ξέρω αν μπορώ καν να μιλήσω γι’ αυτό»
«Τώρα έχω δει ότι είχε να κάνει με αυτό που συνέβη σε μένα το 1938. Ο κόσμος γύρω μου άλλαζε – και, χωρίς να το επιλέξω, χωρίς να το θέλω, άλλαξα κι εγώ».
Αν και η διήγησή της συνεχίζεται, περνάει σε ένα άλλο στάδιο. Εκείνο της άρνησης. Προσπαθεί να πείσει τον εαυτό της, όπως και οι περισσότεροι Εβραίο, ότι αυτό που βλέπουν να συμβαίνει είναι κάτι παρωδικό. Ο χαρακτήρας και η ουσία των πραγμάτων αλλάζει όψη για τη μικρή Στέλλα. Η ίδια παραδέχεται πως ο φυλετικός νόμος είναι η αφορμή για να επανεξετάσει και να δώσει άλλη υπόσταση στις ιδέες και τη γνώμη της για τη ζωή.
Η μαρτυρία της ηρωίδας είναι στην ουσία της μια χαρτογράφηση της σκέψης και της συνειδησιακής ύπαρξης του λαού του Ισραήλ. Εκείνη, μεγαλώνοντας αποστασιοποιημένη από οτιδήποτε χαρακτηρίζει τον εβραϊκό λαό, μόνο με τα έθιμα, τις παραδόσεις και μια γλώσσα παράλληλη με αυτή που η ίδια μιλάει και διδάσκεται, δεν μπορεί να ταυτιστεί. Η διαδικασία της αναγνώρισης της ρίζας και της προέλευσής της θα ξεκινήσει με τον διωγμό τον Ροδεσλί και την αναγκαστική πορεία προς τον θάνατο που οδηγούνται. « Είμαι αυτό που είμαι σήμερα εξαιτίας αυτού που μου συνέβη το 1938».
Μέσα από τις τραγικές σκηνές που καταμαρτυρεί η Στέλλα, ο αναγνώστης γίνεται μάρτυρας των απάνθρωπων συνθηκών στα στρατόπεδα Άουσβιτς, Μπιρκενάου, Λάντσμπεργκ, το Στρατόπεδο Χωρίς Όνομα, Άλλαχ. Τα φρικώδη μέρη που πάλεψε για να επιζήσει, να κρατήσει ζωντανή τη φύση και την ψυχή της. Για να επιβιώσει σταματάει να θυμάται. Χωρίς μνήμη καταφέρνει να νικήσει τον θάνατο. «Ζούσαμε σε ένα διαρκές παρόν. Διαγράφαμε τόσο το παρελθόν όσο και το μέλλον. Ήταν ο μόνος τρόπος.».
Η Στέλλα Λεβή θέτει σε μια διαφορετική βάση τον εβραϊκό κόσμο. Προσπαθώντας να ανακαλύψει την ταυτότητά της, βλέπει στην πορεία της στη ζωή τα ουσιαστικά κομμάτια που τη δένουν με την παραδοσιακή και συνηθισμένη συνθήκη. Με τρόπο καθαρό, ειλικρινή και με πνευματική διαύγεια συμπεραίνει, αξιολογεί και δίνει τη δική της ερμηνεία για τους Εβραίους. «Πιστεύω ότι στο ταξίδι της ζωής γινόμαστε διαφορετικοί άνθρωποι ανάλογα με την περίσταση, το πλαίσιο ή τη φάση».
Μέσα από το έργο του Μάικλ Φρανκ, η Στέλλα Λεβή αναβιώνει το καλό και το κακό του κόσμου που γεννήθηκε και βίωσε. Αναβιώνει ξεχασμένες εικόνες μιας ευτυχισμένης ζωής στο νησί της Ρόδου, την τραγική πορεία της οικογένειάς της και των υπόλοιπων Εβραίων, γύρω στους 1700, στην κόλαση του ναζιστικού τροχού, και την προσπάθειά της να αναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες μιας ζωής που σβήστηκε άδικα.
Στις σκέψεις της πλανάται το ερώτημα ποιος από όλους εκείνους που ήξερε και συναναστρεφόταν κατέδωσε έναν ολόκληρο λαό μέσα σε μια νύχτα. Θέτει το ζήτημα της θρησκείας με αντικειμενισμό και μακριά από ιδεοληψίες.
«Καμία άποψη για τον Θεό δεν είναι καλύτερη από την άλλη. Τελικά είμαστε όλοι όμοιοι, ο καθένας με τις διαφορές του και με τις αδυναμίες του. Εκείνο που είναι ουσιώδες είναι να σεβόμαστε την ανθρωπότητα».
Τα 100 Σάββατα είναι μια αληθινή ιστορία που κρύβει νοσταλγία, σοφία και όλη τη δύναμη της ανθρώπινης θέλησης.