Το να συγκαταλέγεις ένα βιβλίο στη λίστα των αγαπημένων μυθιστορημάτων δεν είναι κάτι εύκολο, ειδικά όταν διαβάζεις πολλά λογοτεχνικά έργα. Απαιτεί όρους, προϋποθέσεις, να διακρίνεις αν έχει την ικανότητα να διεισδύσει στο μυαλό και στην ψυχή. Αν καταφέρνει να κρατήσει την καρδιά σε εγρήγορση. Ο αναγνώστης να περάσει σε άλλη διάσταση, σ’ εκείνη την οποία η εικόνα γίνεται σκέψη και μήνυμα. Κάπου εκεί, στη συνθήκη γεφύρωσης, αντιλαμβάνεται την αξία ενός έργου.
Η Φιλομήλα Λαπατά έχει καταφέρει, μέσα από τα έργα της, να αναπαραστήσει με μαγευτική ευκρίνεια το παρελθόν, να το ζωντανέψει και να το διηγηθεί. Έτσι ο αναγνώστης ταξιδεύει στο χθες σαν να περπατάει στους δρόμους που αναφέρει, να φοράει τα ρούχα και τα στολίδια της εποχής που πραγματεύεται, να συνομιλεί με τους ήρωές της και, τελικά, να εισχωρήσει στο μυαλό τους για να δώσει νόημα στις πράξεις και τα αισθήματά τους.
ΜΙΑ ΑΝΕΛΠΙΣΤΗ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ
Ο τίτλος του μυθιστορήματος, «Η ξυπόλυτη των Αθηνών», προϊδεάζει αρχικά πως ίσως να πρόκειται για μία ιστορία ή έναν μύθο μιας γυναίκας που «κακόπεσε» και τελικά, ενδεής, βρίσκεται στον δρόμο, λυτρώνεται και σώνεται. Ίσως πάλι να έχει να κάνει με μια γυναίκα καταξιωμένη κοινωνικά που οι συνθήκες την έφεραν σε θέση δεινή. Η ιστορία όμως της «ξυπόλητης των Αθηνών» δεν είναι τίποτα από τις οφθαλμοφανείς εξηγήσεις, της πρώτης ματιάς η υποψία.
Η συγγραφέας ξετυλίγει την ιστορία της ξεκινώντας λίγο πριν το 1870 και φτάνοντας γύρω στο 1902. Ιστορικά, αυτή η εποχή θεωρείται η εποχή της «αθηναϊκής Μπελ Επόκ», η οποία έρχεται πολύ μεταγενέστερα από τη θρυλική Μπελ Επόκ, το ρεύμα της πολιτιστικής επανάστασης της Γαλλίας. Ο Εμμανουήλ Χρυσολωράς αποφασίζει να μετακομίσει από την Κωνσταντινούπολη στη νεοσύστατη Αθήνα. Μαζί του παίρνει τις δύο κόρες του, Μαργιόλα και Κατίγκω, αλλά και την αδερφή του Κοκόνα Κρυσταλλένια. Ο Χρυσολωράς είναι γόνος πλούσιας και με ιστορικές περγαμηνές οικογένειας από το Βυζάντιο. Φαναριώτης με πλούτη αμύθητα, προικίζει τις κόρες του με δύο μέγαρα, στη Βασιλίσσης Σοφίας και στην Πανεπιστημίου, δρόμοι που αποτυπώνουν την ευμάρεια και τα πλούτη των ιδιοκτητών τους. Παράλληλα τις προικίζει με μεγάλες εκτάσεις καλλιεργήσιμες εκείνη την εποχή στα περίχωρα της Αθήνας και αρκετά μακρύτερα από τον αθηναϊκό ιστό.
Η Μαργιόλα παντρεύεται με συνοικέσιο, γνωστός και ιδανικός τρόπος της εποχής για να κρατηθούν τα εχέγγυα της ηθικής και της τάξης σε επίπεδο κοινωνικό. Ζει μια δεδομένη, ήρεμη και ουδέτερη ζωή εναρμονισμένη με την εποχή. Η Κατίγκω, ταράζοντας τα πεπραγμένα και τις ηθικές της τάξης της, ερωτεύεται τον Φραγκίσκο Αλφιέρι, έναν κατ’ επίφαση δανδή της εποχής, με τίτλο κόμη. Στην πραγματικότητα είναι τίποτα. Χρεωμένος, σκλάβος των παθών του, προικοθήρας, ψάχνει την κατάλληλη σύζυγο η οποία θα διευκολύνει τη συνέχιση του ακόλαστου βίου του. Η Κατίγκω, ως γυναίκα του Αλφιέρι, ταξιδεύει στο Μονρεάλε της Σικελίας . Ζει για χρόνια με την ψευδαίσθηση της οικογενειακής ευτυχίας. Φέρνει στον κόσμο τρεις κόρες , τη Λάουρα, τη Θάλεια και τη Δάφνη. Τα πάντα γκρεμίζονται όταν ο Φραγκίσκος πέφτει και πάλι στην ασύδοτη ζωή. Ξεπουλάει όλη την περιουσία της γυναίκας του και αυτοκτονεί. Η Κατίγκω, προδομένη και τσακισμένη, γυρνάει στην Αθήνα με τις κόρες και τη θεία της. Το μίσος και ο φόβος για το μέλλον της οικογένειάς της και της δικής της την καθοδηγούν με αυστηρότητα, με αποφάσεις άτεγκτες και άδικες αρκετές φορές για τους δικούς της. Στόχος της να επιβιώσουν χωρίς να χάσουν το κύρος του ονόματός τους, και την πάλαι ποτέ δόξα τους.
Η μοναδική της ελπίδα, ύστατη, τελεσίδικη, η πρωτότοκη κόρη της Λάουρα, κάτοχός και κληρονόμος μοναδικός των τίτλων του πατέρα της. Κέντρο της αντιπαράθεσης η μητέρα και η κόρη, σε μια ισορροπία αμφίρροπη. Η Λάουρα παντρεύεται χωρίς τη συγκατάθεσή της τον εύπορο Φίλιππο Ρώμα και νιώθει πως γίνεται αυτόματα ιδιοκτησία ενός άντρα που δεν αγαπάει, με σκοπό να σώσει την οικογένεια της από την καταστροφή. Ο μοναδικός τρόπος αντίδρασης που βρίσκει, να αρνηθεί να φορέσει τα νυφικά παπούτσια λίγο πριν τον γάμο της. Το τάμα της να μην ξαναβάλει παπούτσια, μια κίνηση αντίδρασης και διαμαρτυρίας στα θέλω που δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει, και στα πρέπει που τις επιφυλάσσουν χωρίς τη θέλησή της. Και γίνεται η «ξυπόλυτη των Αθηνών».

ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΜΠΕΛ ΕΠΟΚ ΑΑΘΗΝΑΣ
Η Αθήνα της περιόδου από το 1870 περίπου έως και τις αρχές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου χαρακτηρίζεται από την έλευση τμιας νέας πραγματικότητας που σιγά σιγά ταράζει τα λιμνάζοντα νερά. Η Ελλάδα αρχίζει να δημιουργείται με το τέλος της Επανάστασης και η Αθήνα, η πρωτεύουσα του νέου κράτους, αρχίζει να παίρνει μορφή και να δομείται.
Η Φιλομήλα Λαπατά περιγράφει μια Αθήνα που αρχίζει να γεννιέται, στα χνάρια μιας επανάστασης κοινωνικής, πολιτιστικής, με ειρηνικές εξελίξεις που διαμορφώνουν νέες συνθήκες που έρχονται σε αντιπαράθεση με το βαρύ και εθιμοτυπικό παρελθόν. Οι δρόμοι της από χωμάτινοι και κακοτράχαλοι αρχίζουν να γίνονται πιο βατοί και στρωμένοι. Κτήρια με αίγλη και αρχιτεκτονική καλλονή χτίζονται στους κεντρικούς δρόμους της πρωτεύουσας. Το Ζάππειο, το Σύνταγμα, η Ερμού , σημεία συνάντησης των αριστοκρατών και του απλού λαού. Ζαχαροπλαστεία, καφενέδες , καφέ αμάν και σαντάν, ζωή πιο ελεύθερη και σκέψη λιγότερο καλουπωμένη. Η Νεάπολη και ο Ιλισσός, κέντρα της μποέμικης ζωή και της παράνομης νύχτας. Οι λέσχες των εκλεκτών Αθηναίων. Στους δρόμους του «κλεινό άστυ» κυκλοφορούν γυναίκες με παριζιάνικα μοντέλα υψηλής ραπτικής και άμαξες πολυτελείς. Οι υπέροχες περιγραφές της συγγραφέως κάνουν τον αναγνώστη κοινωνό μιας εποχής γοητευτικής, μαγικής, τόσο ζωντανές και λεπτομερείς που σε παίρνουν μαζί τους. Θυμίζουν τις αληθινές περιγραφές του Μιλτιάδη Λιδωρίκη που υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της εποχής.
ΙΔΕΕΣ ΚΑΙ ΜΗΝΥΜΑΤΑ
Η «Ξυπόλητη των Αθηνών» φαίνεται εκ πρώτης όψεως ένα ταξίδι νοσταλγικό, μια οικογενειακή σάγκα που ξεδιπλώνεται περίτεχνα και με άριστη περιγραφή. Το μυθιστόρημα όμως αυτό αναδεικνύει αλήθειες, κοινωνικές και ηθικές αξίες που, μπορεί στο πέρασμα του χρόνου να χάνουν ένα μέρος της βαρύττητάς του, προσδιόρισαν όμως την Ελλάδα του 20ου αιώνα στο μεταίχμιό της.
Βασικό σημείο της αφήγησης, σκελετός πάνω στον οποίο εξελίσσεται η ιστορία είναι η ίδια η γυναίκα. Είναι ο ρόλος της μέσα σε μια ανδροκρατούμενη και φειδωλή στα συναισθήματα εποχή. Το χρήμα καθορίζει τη φύση και την θέση της ανθρώπινης ύπαρξης. Η γυναίκα υπάρχει ως μέσο κατάκτησης, χωρίς ουσιαστική βούληση. Χωρίς δικαίωμα στις αποφάσεις που παίρνονται για τη ζωή της.
Στο μυθιστόρημα, το παρελθόν έρχεται σε αντιπαράθεση με το παρόν. Η Κατίγκω, μεγαλωμένη ως αριστοκράτισσα, ανατρέφεται με τους κανόνες της ηθικής και της τάξης των πραγμάτων. Δεν είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει μια νέα πρόκληση που εμφανίζεται μπροστά της. Απειλείται αυτό που για εκείνη ήταν πρότυπο. Βρίσκεται αντιμέτωπη με την οικονομική και κοινωνική πτώση Ο μόνος τρόπος για να σώσει ό, τι έχει απομείνει από το μεγάλο παρελθόν της είναι να πουλήσει την ίδια της την κόρη με αντάλλαγμα την παλιά της θέση στο «χρυσό βιβλίο» της αριστοκρατίας.
Η Λάουρα είναι η λύση της. Πουλάει ακριβά τους τίτλους της και την ομορφιά της και εξαγοράζει την άνετη κι αψεγάδιαστη ζωή για εκείνη και τις κόρες της. Η Λάουρα, πνιγμένη από θυμό και μίσος -θεωρεί τη μητέρα της υπεύθυνη για τον θάνατο του πατέρα της- έρχεται σε πλήρη ρήξη για όσα βρίσκεται αντιμέτωπη να πράξει, όσα είναι εξαναγκασμένη να υποστεί. Τα πάθη και τα έντονα συναισθήματα βγαίνουν στην επιφάνεια και ανακαλύπτει την ανούσια και απαθή ζωή της. Πολεμάει με το πείσμα και με τον ίδιο της τον εαυτό για να λυτρωθεί και να αντιληφθεί μια σπουδαία αλήθεια που θα της αλλάξει τη ζωή. Στην πραγματικότητα κάνει ειρήνη με τον ίδιο της τον εαυτό.
Η Ελλάδα αλλάζει και παίρνει μαζί της και το νέο κομμάτι της. Παρακολουθούμε την πτώχευση του κράτους, τη συντριπτική ήττα των Ελλήνων από τους Τούρκους και όλα αυτά φέρνουν πιο κοντά τη μετεξέλιξη του αστικού και κοινωνικού γίγνεσθαι. Οι δύο μικρότερες κόρες της Κατίγκως εκπροσωπούν τη νέα γυναίκα που αρχίζει να κινεί τα νήματα στην πολιτική και κοινωνική εξέλιξη του τόπου. Η Θάλεια παίρνει μέρος στις διαδηλώσεις για τα δικαιώματα της γυναίκας, γράφει άρθρα στην «Εφημερίδα των Κυριών» της Παρρέν, αρνείται να «πέσει στο πηγάδι» του μέχρι πρότινος γυναικείου καθωσπρεπισμού. Δυναμώνει την επιτακτική ανάγκη της νέας μορφής γυναικείας χειραφέτησης.
Η Δανάη θα γίνει μία από τις πρώτες φοιτήτριες της Σχολής Καλών Τεχνών και θα αγαπήσει ελεύθερεα εκείνον που η ίδια διάλεξε.
Ακόμα και η Κοκόνα Κρυσταλλένια πετάει από τους ώμους της τα χρόνια και τις περιπέτειες της ζωής και βρίσκει εκείνο που η ίδια πιστεύει πως πρέπει να παλέψει. Να γίνει ευτυχισμένη. Τα λόγια της θα γίνουν μια νέα πυξίδα για την Κατίγκω:
Άσε, Κατίγκω μου, να φύγει το παρελθόν σου, να πάει
Στο καλό. Διατηρώντας το ζωντανό, χάνεις τη δύναμή σου,
σκορπίζεις την ενέργειά σου. Ελευθέρωσέ το, συγχώρεσέ το
επιτέλους και προχώρα μπροστά. Μην του επιτρέπεις να
δημιουργεί το παρόν σου. Παραιτήσου από την ανάγκη να
μάθεις γιατί συνέβησαν έτσι τα γεγονότα. Μη βιάζεσαι να
Τα κρίνεις. Ζήσε το παρόν. Συγκέντρωσε την ενέργειά σου
Στο τώρα. Έχεις επιλογές, κοίταξε να κάνεις τις καλύτερες
και να βγεις από το σκοτάδι των τελευταίων χρόνων».
Η Κατίγκω αντιλαμβάνεται, πριν να είναι αργά, το δικαίωμα της να ζήσει για εκείνη και όχι για το κοινωνικό και ηθικό κάτοπτρο που έφτιαξαν ι άλλοι για λογαριασμό της και αναγκάστηκε και η ίδια να ζήσει.
Η ιστορία κορυφώνεται και κατακλύζει με την εξέλιξή της τον αναγνώστη με συναισθήματα ανάμεικτα. Άλλοτε με αγωνία και προσμονή ή με θυμό κι απόγνωση κι άλλοτε με τρυφερότητα, παρηγοριά και συμπόνοια. Το βέβαιο είναι πως από την αρχή έως και το τέλος της ιστορίας των ηρώων ο αναγνώστης, έμπλεος αισθημάτων, βιώνει ταύτιση ανθρώπινη, βροτή και γήινη.
Γιατί να συγκαταλέξω την «Ξυπόλητη των Αθηνών»στα αγαπημένα μυθιστορήματα; Γιατί καταφέρνει να μετουσιώσει το παρελθόν στο παρόν, το παραμύθι στην πραγματικότητα, με τρόπο μαγικό και γοητευτικό: «Presto ma non troppo, andante espessivo» (όχι πολύ γρήγορο, αργό κι εκφραστικό).