Ήθελα σήμερα να σου εκμυστηρευτώ τη σχέση που έχει η αλήθεια με τη φαντασία στο μυαλό του ανθρώπου. Δεν κατάλαβες τι εννοώ, άσε με να σου εξηγήσω τη σκέψη μου, λοιπόν. Εμείς οι άνθρωποι περνάμε μια δοκιμασία συνέχεια στη ζωή μας, πρέπει να κρατάμε μια ισορροπία στη σκέψη μας ώστε να μπορούμε να αντιδρούμε με τη λογική, αλλά να εκτιμούμε και το όμορφο αγαθό που χαρίστηκε στον εγκέφαλό μας, που είναι η φαντασία. Αρκετές φορές τα μπερδεύουμε ή έτσι είναι πιο βολετό. Ψάχνοντας την αλήθεια για κάτι, αναπαράγουμε τη φανταστική του προέκταση. Αστείο θα μου πεις, ίσως και παιδιάστικο, έχει το γούστο του όμως, φτάνει να μπορούν να μπουν όρια, αφού δε ζούμε στη Χώρα του Ποτέ, που σημαίνει ότι είναι εύκολο να μας περάσουν για τρελούς ή να πιστέψουμε στο φανταστικό μας και να χάσουμε την αλήθεια.
Γι΄ αυτό θαυμάζω τη συγγραφική δεινότητα κάποιων χαρισματικών ανθρώπων. Εκείνοι καταφέρνουν να ρυθμίσουν την εγκεφαλική αυτή διεργασία -είναι και προνομιακή η συνθήκη. Καταφέρνουν να «στάζουν» φαντασία στην αλήθεια, με τις δόσεις που εκείνοι επιθυμούν, και να μη χάνεται ποτέ ο προορισμός της. Πάντα η αλήθεια φαντάζει περίλαμπρη μέσα από έναν κόσμο φανταστικό. Αρκεί να αντιληφθεί ο αναγνώστης τη «χρυσή συμφωνία» που έχει υπογράψει ο δημιουργός με τον εγκέφαλό του.
Το βιβλίο που κρατάω σήμερα στα χέρια μου έχει ημερομηνία 27/4/1995, είναι από τις εκδόσεις Κέδρος και το θεωρώ ένα από τα πιο σημαντικά έργα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Θα σου γράψω λίγα στοιχεία γι’ αυτό.
Ένας άσημος -όχι και τόσο, όπως αποκαλύπτεται- παλατιανός, που έχει αποσυρθεί στο τέλος της ζωής του στη Σινώπη του Πόντου, γράφει όσα έζησε και είδε επί της βασιλείας του Αλέξιου του Κομνηνού, ως διδαχή στον γιο του Ιωάννη που διαδέχεται τον πατέρα του. Έτσι, ξεκινάει ένα ταξίδι από την εποχή που εξέπεσε η αυτοκρατορία τον Μακεδόνων, το 1057, και φτάνει μέχρι το 1141, όπου τα ηνία της βυζαντινής αυτοκρατορίας παίρνει ο Ιωάννης Κομνηνός, γιος του αυτοκράτορα Αλέξιου.
Μια εποχή σπουδαία αποκαλύπτεται μέσα από την αφήγησή του, με πρόσωπα ιστορικά που καθόρισαν την πορεία του Βυζαντίου, αλλά μέσα, όχι μόνο από την στεγνή παράθεση της ιστορικής αλήθειας, αλλά από τις ζωές εκείνων που τη δημιούργησαν. Τα συναισθήματα, τις απλές και πιο σύνθετες συνθήκες που έδρασαν, τη σκέψη, και τις σχέσεις που είχαν μεταξύ τους. Η Άννα η Κομνηνή, η Ειρήνη Δούκα, ο Νικηφόρος Βρυέννιος, ο Αλέξιος ο Κομνηνός είναι μερικοί από τους σπουδαίους ήρωες του σπουδαίου αυτού μυθιστορήματος.
Σου γράφω για το «Ένας σκούφος από πορφύρα», της Μάρως Δούκα, που ο τίτλος του, σαν αναφορά στη δυσοίωνη πορεία της αυτοκρατορίας που εκτεινόταν σε Ανατολή και Δύση, είναι το μοναδικό «πορφυρό» που απομένει πριν την πτώση και το τέλος. Το πορφυρό σκουφί, σημειολογικό αντικείμενο της ιστορίας, είναι το μόνο που μένει στον νεκρό αυτοκράτορα, και συμβολίζει τη διάσωση, ενός μέρους έστω, της περίτρανης αυτοκρατορίας στην περίοδο της διακυβέρνησής του.
Έτσι ξεκινάει το μυθιστόρημα. Με τον νεκρό αυτοκράτορα, που ο θάνατός του συμβολίζει το θνησιγενές στην παρούσα φάση της αυτοκρατορίας, το τέλος της οποίας αναβλήθηκε μεν από τους Κομνηνούς, αλλά δεν ανεστάλη. Η ιστορία του Κομνηνού είναι το πρόσκαιρο τέλος του κατήφορου, αλλά και η αρχή της τελικής πτώσης. Το «Ένας σκούφος από πορφύρα» είναι η αγωνιώδη μάχη που δίνει ο Αλέξιος ο Κομνηνός για να περισώσει ό, τι είναι προδιαγεγραμμένο ότι θα τελειώσει. Ένας άνισος αγώνας με τον χρόνο που απομένει.
Η Μάρω Δούκα δημιουργεί, για πρώτη φορά στα ελληνικά συγγραφικά δεδομένα, ένα ιστορικό μυθιστόρημα που δεν καταγράφει απλά ιστορικά τεκταινόμενα, αλλά εισέρχεται σε ένα διαφορετικό περιβάλλον από τα μέχρι τότε γνωστά που δομούν ένα μυθιστόρημα Ιστορίας. Καταφέρνει να δώσει υπόσταση στους ιστορικούς χαρακτήρες και να τους κάνει γήινους, ανθρώπινους, να τους ψυχογραφήσει και να τους αναλύσει μέσα από την ανάγκη και το αίσθημα της κριτικής ματιάς, της παράλληλης διαδικασίας και της πνευματικής εγρήγορσης ενώ αποκαλύπτει και τη σχέση της εξουσίας με τον λαό στην Κωνσταντινούπολη, την Πόλη των πόλεων. Δίνει φωνή στις γυναίκες και στη δράση τους την πολιτική, μέσα από τους χαρακτήρες της Άννας της Κομνηνής, της Δαλασηνής, της Ειρήνης της Δούκαινας, της Μαρίας της Αλανής, φιλόδοξες, μορφωμένες και αποφασισμένες, εμφανίζονται στο ιστορικό προσκήνιο και συμμετέχουν επί ίσοις όροις με τους άντρες στο κυνήγι της δόξας και της εξουσίας. Ταυτόχρονα εξελίσσεται και μια ιστορία αστυνομικής δράσης, που δίνει χροιά διαφοροποιημένη από τα μέχρι την εποχή εκείνη ιστορικά μυθιστορήματα, που χαρίζει στο κείμενό της ζωντάνια και δυναμική.
Η Μάρω Δούκα δημιουργεί ένα μυθιστόρημα με πολιτικές διαστάσεις, που αφορούν μέχρι σήμερα τη συνειδητότητα και την πολιτική υπόσταση ενός λαού που, όπως η ίδια γράφει στο τέλος, «ο Έλληνας δεν είναι παρά ο Βυζαντινός που ζει κάτω από τον ίσκιο της Ακρόπολης» (σελ. 508). Σκοπός της δεν είναι, όπως η ίδια εξομολογείται, να γράψει ένα μυθιστόρημα ιστορικό, αλλά να προσεγγίσει τις προεκτάσεις της Ιστορίας στην ψυχή των κυβερνόντων μιας δύσκολης κοινωνικοπολιτικής συνθήκης και να τις συσχετίσει με την πορεία ενός λαού. Έτσι, ενώ η «σπονδυλική στήλη» του μυθιστορήματός της αποτελείται από την αλήθεια, «είναι συγχρόνως και το κίτρινο ατλάζι που εγώ κέντησα το παραμύθι μου», συμπληρώνω, για να σου δείξω με τη σειρά μου τι εννοούσα όταν σου έγραφα για τη σπουδαία σχέση που κατακτούν οι συγγραφείς μεταξύ φαντασίας και αλήθειας.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ, σελ 25
…] Καλύτερα οι κόρακες, μονολογούσε, παρά οι κόλακες· οι κόρακες σε τρώνε πεθαμένο αλλά οι κόλακες σε τρώνε ζωντανό. Σ΄ αυτόν είχαν εναποθέσει τις φιλοδοξίες τους. Δούκες και Κομνηνοί απ’ αυτόν περίμεναν[…]
Χρόνια στο πένθος, αμίλητος κι αγέλαστος, να πολεμά με τις σκιές. Δεν έζησε τις χαρές σας, τα κυνήγια του πατέρα σου, τα ξεφαντώματα. Άνοιξε μόνος του τον δρόμο. Της κόκκινης τριανταφυλλιάς τα κόκκινα πέταλα στ’ αεράκι, τα κόκκινα χείλη, με την πορφύρα στην ψυχή του και με τον έρωτα, των γονιών του το πάθος και το πένθος.
Όλα αλλάζουν και το ποτάμι κυλά, και δυο φορές στο ίδιο νερό δεν θα μπορέσουμε να κοιτάξουμε το πρόσωπό μας, οι πηγές, όμως, πάντα θα μένουν πηγές...