Τρωάδες, Ευριπίδη
Πώς καταφέρνει ένας συγγραφέας να δώσει ισοζύγιο στα πάθη που προκαλεί η ιστορία του και στην ηρεμία που χρειάζεται αυτή, προκειμένου να κρίνει ο αναγνώστης ή ο θεατής αυτό που βιώνει μέσα από ένα έργο; Να λυτρωθεί και να νιώσει ανάταση; Όσο κι αν φαίνεται λεπτομέρεια ή μια ανεπαίσθητη παρατήρηση αυτό που σου γράφω, είναι ένας σοβαρός παράγοντας και πιστεύω πως κρύβει τη δεξιότητα και την πορεία ενός κειμένου.
Επίσης πιστεύω πως οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς είναι ιδανικοί για να παραδειγματιστεί κάποιος που γράφει, μιας και κατάφεραν μέσα από τα έργα τους να ορίσουν κάθε είδος λογοτεχνίας ή εν γένει δρώμενου που την αφορά.
Ο ορισμός της τραγωδίας περικλείει κάθε τρόπο, κάθε στοιχείο που χρειάζεται ένα άρτιο κείμενο για να αποτελέσει αναφορά αναγνωστική και θα το χρησιμοποιήσω σήμερα για να σου πω για αυτό που θέλω να σου γράψω. κατά τον Αριστοτέλη λοιπόν:

«Η τραγωδία είναι μίμηση πράξεως σοβαρής και αξιόλογης , πράξεως ολοκληρωμένης, που έχει και κάποιο μέγεθος. Ο λόγος της τραγωδίας είναι και εμπλουτισμένος με διάφορα ''καρυκεύματα'' που τον νοστιμίζουν· το κάθε, πάντως, είδος αυτών των ''καρυκευμάτων'' χρησιμοποιούνται χωριστά σε κάθε μέρος της. Η μίμηση στην τραγωδία δεν γίνεται με απαγγελία, αλλά με το να παρουσιάζονται οι άνθρωποι που είναι το αντικείμενο της μίμησης σαν να δρουν οι ίδιοι. Διεγείροντας τα ψυχικά πάθη της συμπόνοιας και του φόβου η τραγωδία φέρει εις πέρας την κάθαρση των τάδε συγκεκριμένων πράξεων-παθημάτων».
Σήμερα θέλω να σου γράψω για ένα σπουδαίο έργο, που το διάβασα πριν από πολλά χρόνια, από μια σπουδαία μετάφραση που με έκανε να συγκινηθώ πολύ. Η ημερομηνία στην πρώτη σελίδα γράφει 24/10/2001 και είναι από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ. Η μετάφρασης είναι του Γιάννη Τσαρούχη και ο πρόλογος του Γιάννη Ρίτσου. Θα σου γράψω λίγες λέξεις για την υπόθεση.
Μετά την πτώση της Τροίας, οι αιχμάλωτες Τρωαδίτισσες περιμένουν να επιβιβαστούν στα πλοία που θα τις μεταφέρουν στην Ελλάδα. Ανάμεσά τους η βασίλισσα Εκάβη που θρηνεί το χαμό των δικών της και της πόλης της και η χήρα του Έκτορα, Ανδρομάχη, που ζει ένα ακόμη δράμα καθώς οι νικητές δολοφονούν το μικρό της γιο. Κι ενώ ο Μενέλαος συναντά την άπιστη Ελένη που υπήρξε η αφορμή αυτού του πολέμου, η μάντισσα Κασσάνδρα προφητεύει τα δεινά που περιμένουν τους νικητές κατά την επιστροφή τους στην πατρίδα. Πρόκειται για τις Τρωάδες του Ευρυπίδη.
Ο Ευρυπίδης έγραψε αυτό το έργο, το 415 π.Χ. για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο. Νιώθοντας φρίκη από τη σφαγή που διέπραξαν οι Αθηναίοι στη Μήλο, ήθελε, χρησιμοποιώντας τον πόλεμο της Τροίας, να αφυπνίσει τους σύγχρνούς του ενάντια στον πόλεμο και στην καταπίεση.
Είναι μια από τις λίγες φορές που το θέμα αφορά του ηττημένους και όχι του νικητές, που ελπίζουν σε μια ανθρώπινη μεταχείριση. Ουσιαστικά το θέμα του έργου είναι πώς μεταμορφώνονται οι θύτες σε θύματα, πώς οι εξουσιάζοντες δίνουν τη θέση τους στους πρώην καταπιεσμένους σε μια συνεχή αλληλεπίδραση ταυτοτήτων και ανακατάταξη αξιών. Πίσω από το φρικαλέο πεδίο καταστροφής που δημιούργησε ο πόλεμος, παρουσιάζεται η μεταμόρφωση των ευγενών γυναικών της Τροίας σε απλές θρηνωδούς, τις άλλοτε υπερήφανες και απρόσιτες Τρωάδες σε ικέτιδες. Οι ήρωες Έλληνες που κέρδισαν τον πόλεμο, κυριαρχημένοι από το πάθος της αντεκδίκησης, φέρονται με βαρβαρότητα.
Το έργο αυτό του Ευρυπίδη, που έχει ανέβει πολλές φορές στο θέατρο από σπουδαίους σκηνοθέτες με εξαίρετους ηθοποιούς, έχει ακόμα και σήμερα πολυσήμαντη ερμηνεία. Είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Διαβάζοντάς το κανείς νιώθει πως διαβάζει μια προφητεία. Σε μια πιο ελεύθερη απόδοση του θέματος, θα μπορούσε να αποτελέσει παράδειγμα για τη μορφή της σύγχρονης κοινωνίας, όπου τα μέσα πειθαναγκασμού και ολικής χειραγώγησης των κοινωνιών με τη βοήθεια της ανεξέλεγκτης τεχνολογίας, οδηγούν στην αλλοτρίωση της ανθρώπινης κρίσης, με τρόπο απείρως αποτελεσματικότερο. Το θύμα, ουσιαστικά περιμένει το έλεος από τον θύτη του, ελπίζοντας στη σωτηρία του, μέσα από την απαθή προσμονή ή την ελπίδα της επιεικούς μεταχείρισης.
Οι Τρωάδες είναι το μέσο για να καταλάβει ο σύγχρονος Έλληνας πως υπήρχαν πάντα σε όλη την Ιστορία σχέσεις χειραγώγησης. Στις διαπροσωπικές σχέσεις, στις καθημερινές επαφές, στον τρόπο που προσεγγίζει ο άνθρωπος τον συνάνθρωπο, η πολιτεία τον πολίτη. Η προφητεία της Κασσάνδρας είναι μια έμμεση προειδοποίση. Στην ουσία, καλεί τις γυναίκες αιχμαλώτους να σκεφτούν με τρόπο κριτικό, να κάνουν μια βαθιά αυτοκριτική, Να σταματήσουν να νιώθουν μεμψιμοιρία και αναμονή αφού είναι ουσιαστικά μια ακούσια συνέργεια αυτή η αντιμετώπιση.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ σελ. 71. ΕΚΑΒΗ στίχοι 1274-1284
«Ω, συμφορά, αυτό είναι το τελευταίο,
αυτό είναι το τέρμα όλων αυτών που έπαθα.
Φεύγω απ΄ την πατρίδα μου. Η πόλη μου καίγεται..
Αχ, γέρικό μου πόδι, βάλε τα δυνατά σου
να προφτάσω να ασπαστώ την ταλαίπωρη πόλη.
Τροία μεγάλη, καμάρι της Ανατολής,
ταχύ το όνομα σου το ξακουστό θα σβήσει.
Εσένα σε καίνε, κι εμάς , μας παίρνουμε μακριά δούλες.
Δε μας λυπόσαστε, θεοί; μα τι τους θέλω του θεούς
πόσες φορές τους παρακάλεσα χωρίς να δω καλό.
Πάμε όλες στη φωτιά. Αυτό είναι το καλύτερο που
έχουμε να κάνουμε.
Να πεθάνουμε με την πατρίδα μας που καίγεται»
Και σαν επίλογο, λίγα λόγια της Εκάβης από αυτό το σπυδαίο έργο:
«Μωρός είναι ο άνθρωπος που το ΄χει σίγουρο πως πάντα θα ευτυχεί. Η ευτυχία είναι σαν τον άστατο άνθρωπο. Πηδά από τον έναν στον άλλο, ποτέ ο ίδιος δεν ευτυχεί παντοτινά».