Ο κινηματογράφος είναι μια Τέχνη που δε μετρά πολλά χρόνια σε σχέση με όσα έχει καταγράψει ο Πολιτισμός αιώνες πριν. Στην Ελλάδα ξεκίνησε στις αρχές του 20ου αιώνα και τα πρώτα του βήματα θα γίνουν ως απλές καταγραφές κάποιων γεγονότων , με μια απλή κάμερα, χωρίς κάποια συγκεκριμένη θεματολογία, παραγωγή ή σκηνοθεσία. Συνήθως, θα αφορούν τόπους από την ελληνική επικράτεια, δρώμενα της υπαίθρου.
Οι πρώτοι κινηματογραφιστές που δρουν σε ελληνικό έδαφος ήταν οι ανταποκριτές ξένων μεγάλων εταιρειών παραγωγής, όπως η Πατέ και η Γκομόν. Ένα από τα πρώτα γεγονότα που κινηματογραφούνται στην Αθήνα ήταν η μεσο-ολυμπιάδα του 1906. Η λογική ήταν να κινηματογραφήσουν επιτόπου ορισμένα αξιοσημείωτα γεγονότα ή εξέχοντα πρόσωπα και να τα προβάλλουν.
Το ποιμενικό ειδύλλιο, ή βουκολικό δράμα είναι ένα είδος ταινιών που εμφανίστηκε στην Ελλάδα και έχει χαρακτηριστικά που αφορούν τον ελλαδικό τόπο, ιστορίες αισθηματικές, με στοιχεία κοινωνικά και εθιμοτυπικά, διαδραματίζονται στην ύπαιθρο και αποτελούν την πρώτη ουσιαστική προσπάθεια να παραχθεί ταινία με ηθοποιούς, πλοκή, σκηνοθεσία και θέμα. Πρόκειται για τις ταινίες της «φουστανέλας», που τη δεκαετία του ’50 θα γίνουν χαρακτηριστικό κομμάτι της κινηματογραφικής Ιστορίας στην Ελλάδα. Αυτό το είδος ταινίας εμφανίζεται το 1914, με τον Κωνσταντίνο Μπαχατώρη και το 1916 ιδρύεται η «Άστυ-φιλμ». Σημαντικό χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου, η μετατροπή του θερινού θεάτρου «Αττικόν» οριστικά σε κινηματογράφο το 1912.
Στις 22 Ιανουαρίου, το 1915, στον κινηματογράφο «Πάνθεον» της πλατείας Ομονοίας (Πανεπιστημίου 73), θα προβληθεί για πρώτη φορά η Γκόλφω και θα είναι η πρώτη ελληνική ταινία της Ιστορίας. Η ταινία είναι ασπρόμαυρη και βουβή κι έτσι γίνεται η αρχή.
Σκηνοθέτης και παραγωγός είναι ο Κώστας Μπαχατώρης, ενώ οι ηθοποιοί είναι γνωστοί πλανόδιοι καλλιτέχνες, από τα γνωστά «μπουλούκια», που τριγυρνούν την Ελλάδα και παίζουν παραστάσεις σε πόλεις και χωριά.
Ο Μπαχατώρης ξόδεψε 100.000 δραχμές για την ταινία, ποσό μυθικό για την εποχή εκείνη, που όμως δεν είχε αντίκρυσμα στο «ταμείο» -πώς να είχε άλλωστε- με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει οριστικά τα φιλόδοξα κινηματογραφικά σχέδιά του. Έμεινε, όμως, στην ιστορία ως ένας από τους πιονιέρους του ελληνικού κινηματογράφου.

Η ιστορία της Γκόλφως είναι γνωστή πια στους περισσότερους:
Η φτωχή και ορφανή Γκόλφω, μια όμορφη νεαρή βοσκοπούλα που ξενοδουλεύει υπηρετώντας τον τσέλιγκα Ζήση, γνωρίζει τον έρωτα στα μάτια ενός παλικαριού της περιοχής, του βοσκού Τάσου. Κι ενώ την πολιορκεί το αρχοντόπουλο της περιοχής, ο Κίτσος, εκείνη αρνείται τις προτάσεις του και παραμένει πιστή στους όρκους αγάπης που έχει ανταλλάξει με τον Τάσο. Οι δύο νέοι αρραβωνιάζονται και ετοιμάζονται να παντρευτούν, όταν ο Τάσος δέχεται πιεστικά προξενιά για την εξαδέλφη του Κίτσου και κόρη του τσέλιγκα, Σταυρούλα. Παρά την αρχική του άρνηση, ο Τάσος τελικά δελεάζεται από τη μεγάλη προίκα της Σταυρούλας και διώχνει την Γκόλφω. Η νεαρή κοπέλα απελπίζεται, χάνει τα λογικά της και καταριέται τον Τάσο. Λίγο πριν από τον γάμο τους, η παραλογισμένη πια Γκόλφω σηκώνει την κατάρα και τους εύχεται κάθε ευτυχία. Ο Τάσος κλονίζεται από το μεγαλείο του έρωτά της, αλλάζει γνώμη και τρέχει στο κατόπι της, είναι όμως αργά. Η Γκόλφω έχει φαρμακωθεί και ξεψυχά στα χέρια του. Ο Τάσος αυτοκτονεί στο πλευρό της.
Έτσι γίνεται η αρχή, Η 22α Ιανουαρίου του 1915 θεωρείται τως η πρώτη μέρα που προβλήθηκε ταινία εγχώριας παραγωγής και μια υπέροχη Τέχνη έκανε τα πρώτα της βήματα και στον τόπο μας.
Οι παλιές ελληνικές ταινίες, ασπρόμαυρες και νοσταλγικές, είναι ένα κομμάτι των παιδικών μας χρόνων κι έρχονται μαζί με υπέροχες αναμνήσεις. Ακόμα και σήμερα, η προβολή τους είναι μια συνήθεια που δεν πρόκειται να σταματήσει ποτέ
