Η οργή των μικρών ανθρώπων, Λεία Βιτάλη
Η οργή δεν άλλαξε σημασία ή τρόπο για να ειπωθεί στο πέρασμα των χρόνων. Παρέμεινε αυτούσια για να δείχνει το υπέρτατο ψυχολογικό συναίσθημα που μπορεί να νιώσει ο άνθρωπος. Μέσα της ενυπάρχουν τόσες διαφορετικές αιτίες και πηγές, από τις οποίες μπορεί να προέρχεται, ώστε καταφέρνει να κατευθύνει τις πράξεις και τις σκέψεις με δύναμη· άλλοτε καταστροφική κι άλλοτε πάλι λυτρωτική.
Η Λεία Βιτάλη εμπνέεται ένα μυθιστόρημα που τοποθετείται μέσα στην ιστορική περίοδο της ελληνικής Επανάστασης. Αληθινό, με διαστάσεις δραματικές, με αφηγηματική διαύγεια που αποκαλύπτει πτυχές που καθόρισαν τη δημιουργία του ελληνικού κράτους. Ήρωας και βασικός πρωταγωνιστής ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Η συγγραφέας τον οριοθετεί σαν δορυφόρο, γύρω από τον οποίο κινείται και διαμορφώνεται όλη η πολιτική, η κοινωνική και η ηθική της προεπαναστατικής και μετεπαναστατικής περιόδου που διαμόρφωσε το νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Λιθογραφία του Γερμανού Φιλέλληνα στρατιωτικού Karl Krazeisen ,1824
Λίγα λόγια για την ιστορία
Ο «Θοδωράκης» -έτοι τον αποκαλούν όλοι- παίρνει το νέο ότι ο γιος του, Πάνος Κολοκοτρώνης, βρίσκεται νεκρός στον δρόμο για τη συνάντησή του με τον πατέρα του, το 1824, στη Σύλιμνα της Αρκαδίας. Μπροστά του βλέπει το άψυχο κορμί του, βανδαλισμένο, λαφυραγωγημένο και στη χειρότερη και πιο εξευτελιστική μορφή νεκρού, ολόγυμνος. Το βόλι που τον σκότωσε δείχνει δολοφονία. Ο Κολοκοτρώνης βάζει σκοπό της ζωής του να βρει τους φονιάδες του παιδιού του και να τους τιμωρήσει σκληρά.
Ο ήρωας της Επανάστασης εξομολογείται την ζωή του, από τη γέννησή του έως και τον θάνατό του. Η αφήγηση εξελίσσεσαι με βάση το παρόν αλλά με συνεχείς αναδρομές στο παρελθόν, δημιουργώντας μια εικόνα παλίμψηστη. Οι αλλεπάλληλες εναλλαγές δίνουν απαντήσεις στον αναγνώστη ενώ παράλληλα τον εγκιβωτίζεει στην τραγική πορεία της απελευθέρωσης των Ελλήνων από τον τουρκικό ζυγό.
Η διαλεύκανση του στυγερού εγκλήματος φέρνει στο φως σκοτεινές πολιτικές και οικονομικές διεργασίες που έλαβαν χώρα τόσο πριν όσο και μετά τον ξεσηκωμό των Ελλήνων. Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, πρωτότοκος γιος του «Γέρου του Μοριά» ήταν ένας αγωνιστής με υψηλό επίπεδο μόρφωσης, μαχόμενος πάντα στο πλευρό του πατέρα του. Όταν δολοφονήθηκε τελούσε ως φρούραρχος του Ναυπλίου, ενώ η μόρφωση και η παιδεία του τον «φωτογράφιζαν» ως πιθανό ηγέτη του νεοσύστατου κράτους που εκκολαπτόταν. Κάτι τέτοιο όμως ερχόταν σε αντιπαράθεση με τις προθέσεις και τους σκοπούς των Μεγάλων Δυνάμεων, που ήθελαν ένα νέο κράτος υπό τον πλήρη έλεγχό τους. Η νεοσύστατη Ελλάδα ήταν ένα «δώρο» για την Ευρώπη και τη Ρωσία, μια νέα πηγή πλούτου και εκμετάλλευσης.
Στο μυθιστόρημα «παίρνουν» μέρος όλοι οι πρωταγωνιστές στη μάχη επικράτησης· ξεδιπλώνεται κάθε κίνηση και σκέψη όλων όσων έλαβαν μέρος στη δημιουργία του νέου κράτους. Η Ελλάδα, όση ήταν μέχρι τότε, φαντάζει διχασμένη και κατακερματισμένη. Πληγωμένη ανεπανόρθωτα, στο έλεος ξένων αποφάσεων, με έναν λαό καθηλωμένο στη φτώχεια, την ανέχεια και την εγκατάλειψη. Η οργή έχει πρωταγωνιστικό ρόλο και είναι ο μόνος τρόπος αντίδρασης μπροστά στην ανυπόφορη νέα τάξη πραγμάτων.
Οι εμφύλιες διαμάχες από τον ξεσηκωμό κι ύστερα, οι τραγικές παρεμβάσεις των ξένων δυνάμεων στη δημιουργία κράτους. Οι κρυφές και άνομες συμφωνίες των ευνομούμενων Ελλήνων προυχόντων με Άγγλους, Ρώσους, Γάλλους, ώστε να διασφαλίσουν τη θέση και τη δύναμή τους. Ο Κολοκοτρώνης μονολογεί και μέσα από τους συλλογισμούς του ξεδιπλώνει τη γνήσια και ανόθευτη οργή των μικρών ανθρώπων.
Ποιοι είναι φτούνοι, μάνα μου, οπού ορίζουν τη ζωή μας; Ποιοι είναι φτούνοι όπου πατούνε το ποδάρι τους στα εδικά μας ιερά χώματα ποτισμένα με το αίμα το εδικό μας, όπου σκεπάζουνε χιλιάδες νεκρούς μας χωρισμένους απ’ το κεφάλι τους; Όπου δεν εφάγανε, δεν ήπιανε, δεν ξεκουραστήκανε εννιά ολόκληρους χρόνους όρθιοι με το σπαθί και την πιστόλα στο χέρι; Όπου τους έκλαψαν μανάδες και θυγατέρες κι αδερφές; Όπου εφύγανε χωρίς να ιδούνε το όνειρο να γενεί αληθινό; Ποιοι είναι φτούνοι όπου με πετούνε από τον Ιγγλέζο στον Φραντσέζο κι ύστερις στον Ρούσο να ’χω τη χρεία τους και να ζητώ βοήθεια και πότε να διαλέγω τον ένανε και πότε η χρεία να με σμπρώχνει στον άλλονε, γιατί πότε ο ένας με προδίνει και πότε ο άλλος με γελάει και μπερδεύομαι, μάνα μου, και δεν ηξεύρω ποιόνα να πιστέψω; Και να με πολεμάει ο εχθρός μαζί με τον εδικό μου.
Σκέψεις και συμπεράσματα
Η Λεία Βιτάλη ισορροπεί το έργο της μεταξύ Λογοτεχνίας και Ιστορίας με τρόπο ευρηματικό. Δημιουργεί έτσι μια συναρπαστική αφήγηση, με έντονο συναίσθημα, ζωντανές εικόνες, προσκαλεί τον αναγνώστη σε μια θυμική αντίδραση. Τον «κοινωνεί» πότε σε ένδοξες πότε σε σκοτεινές σκηνές της πορείας προς την απελευθέρωση των Ελλήνων από την Οθωμανική κυριαρχία. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ένα οπό τα πιο σημαντικά και καθοριστικά πρόσωπα της Ιστορίας, εκπροσωπεί τους «μικρούς ανθρώπους». Η οργή είναι η αφορμή του ξεσηκωμού. Είναι το κίνητρο και η αφορμή. Περικλείεται στην αφήγηση σαν παράπονο, ανάγκη και μοναδική λύση. Η συγγραφέας «χαρτογραφεί» έναν ολόκληρο κόσμο με λεπτομέρειες και ιστορικές αναφορές με τρόπο τέτοιο ώστε να ζωντανεύουν όλα μπροστά στα μάτια του αναγνώστη. Να τα βλέπε, αλλά, περισσότερο να τα αισθάνεται.
«Ποιος τα ορίζει όλα φτούνα; Ποιος έχει το δικαίωμα να σταματήσει μια ορμή που ξεχειλίζει από το ιερό μίσος μας; Ποιος να μου δέσει τα χέρια, να μου βουλώσει το στόμα, να μου πνίξει την ψυχή εμένα; Ποιος έχει το δικαίωμα να με σταματήσει τώρα οπού μπορώ»
«Μάνα μου συγχώρα με, μεγαλύτερη δύναμη να κινήσει γη και ουρανό δεν είναι από το μίσος. Ούτε η αγάπη, ούτε η πίστη δε φτάνουν τη δύναμη του μίσους. Τη δύναμη της οργής.»
Ο Κολοκοτρώνης γίνεται η φωνή και ο στοχασμός του υποδουλωμένου λαού. Ήρωας; Φτωχός Σκλάβος; Εκπροσωπεί το ορφανό ελληνόπουλο, τη μάνα που έχασε τα παιδιά της, τον πεινασμένο που ζητάει μια βούκα ψωμί, το παλικάρι που κρύβεται στις σπηλιές και στα ρουμάνια, που ερωτεύεται, πονάει, στέργει και βασανίζεται, φοβάται κι ελπίζει. Προετοιμάζει και προετοιμάζεται. Γίνεται η οργή. «Η οργή των μικρών ανθρώπων». Στις σκέψεις και στους μονολόγους του επικαλείται τη μάνα του. Η μάνα γίνεται σύμβολο, αγαθό, ιδέα. Μετατρέπεται σε σύμβολο με διφορούμενη υπόσταση: είναι η πατρίδα και ο γονιός. Ένα στοιχείο τραγικό, από το αρχαίο ελληνικό θέατρο διαχέεται σε όλο το έργο. Ο θρήνος. Ο ήρωας γίνεται ο «κορυφαίος» ενός χορού που αφηγείται την οδυνηρή ιστορία ενός λαού. Του δικού του λαού που παλινωδεί μεταξύ φόβου, μίσους, απόγνωσης, οργής. Ως πατέρας θρηνεί τον γιο που έχασε. Οι σκηνές που εκτυλίσσονται σε όλο το έργο συγκλονίζουν, γεμάτες από πολιτιστικά και ιδεολογικά στοιχεία. Το μανιάτικο έθιμο του ασπασμού του γεννητικό οργάνου του πεθαμένου γιου του. Το μοναχικό του μοιρολόι, η εκταφή των οστών του γιου του, το πλύσιμο με τη ρακή. Η σπονδή, η τελετουργία, η θρηνητική συνθήκη.
Στοιχεία του κειμένου
Πρώτη επαφή γνωριμία με τη συγγραφέα και θα ήθελα να εστιάσω σε ορισμένα στοιχεία. Η οργή, διάχυτη στο έργο, αλληγορικά, συμβολικά ή σε όλη τη γήινη, ρεαλιστική της υπόσταση, μεταφέρει νοερά στη «μήνιν του Αχιλλέα», στην Ιλιάδα. Η μήνις είναι το θέμα του ομηρικό έπους, η οργή στο συγκεκριμένο έργο. Αφορμές με κοινές αντιδράσεις • την εκδίκηση, το μίσος, τη δικαίωση.
Κείμενο με λόγο ζωντανό, σαν εικόνα, πίνακας ζωγραφικής, ένα πρελούδιο που προοικονομεί έναν αγώνα δίκαιο και ιερό. Αφήγηση σαν σάρκα πυκνή, νεανική, σημαδεμένη από πληγές ανεξίτηλες, σφραγισμένες με αίμα. Η συγγραφέας αντιπαραβάλει τον εθνικό σπαραγμό με τη σκληρή και ωφελιμιστική θεώρηση της Ευρώπης και της Ρωσίας. Άρθρα, επιστολές από τους «σύμμαχους» του επαναστατημένου λαού που αναδεικνύουν τις πραγματικές προθέσεις τους.
Μια νίκη που θα σταματούσε αυτή την εμμονική λαχτάρα μερικών να δημιουργήσουν εθνικά κράτη, ξεκόβοντάς τα από τις μεγάλες αυτοκρατορίες. «Έλεος πια μ’ αυτές τις ανοησίες που εναντιώνονται στις πατροπαράδοτες αξίες μας» τόνιζαν αυστηρά στις συζητήσεις τους οι ευγενείς. «Αλλά εναντιώνονται και στο θέλημα του ίδιου του Θεού, καταργώντας κάθε ιερό και όσιο» συμπλήρωναν κάποιοι άλλοι.
Η διήγηση έχει στοιχεία ψυχογραφήματος. Είναι καθηλωτική, η μυθιστορία δεν καλύπτει την Ιστορία, παρεμβαίνει ουσιαστικά, με σοφία, ώστε να μεταδώσει τα μηνύματα, τις αξίες και τις προθέσεις των ηρώων. Αν ένα μυθιστόρημα εκθέτει τον ήρωά του, παράλληλα έχει στόχο να τον δικαιώσει ή να τον λυτρώσει. Η εξομολόγηση του Θοδωράκη έχει στοιχεία βαθιάς ενδοσκόπησης, αυτογνωσίας και κατάθεσης. Όσο εμβαθύνει στα εσώτερα τόσο παραδίδεται στην κρίση του αναγνώστη▪︎ είναι μια ευφυής συνάντηση. Μια πολύτιμη γνωριμία, μια ατόφια συνεύρεση.

Γιατί γυρνοβολάω οπίσω ξανά και ξανά και ξανά; Πού θα φτάσω; Χωρίς μίτο; Σ’ έναν δολοφόνο; Σε έναν από τόσους πολλούς. Ποιος σήκωσε το χέρι; Ποιος έδωκε τη διαταγή της εκτέλεσης; Ποιος πλέρωσε τα γρόσα, τα ρούβλια, τις λίρες ή τι άλλο; Ποιος έδωκε οφίκια μ’ αντάλλαγμα τη ζωή του Πάνου μου; Και ποιος ο λόγος; Όχι, μάνα μου, φτούνο δεν έχει αρχή. Και ημπορεί να μην έχει ούτε τέλος. Κι εγώ; Ήτουνε χρεία να κάμω κάτι άλλο όπου δεν έκαμα; Ή δεν ημπόραγα να κάμω; Ή δεν εννόησα;
Ο Νίκος Καζαντζάκης έχει πει: «Ό,τι επιθυμείς να το φωνάζεις δυνατά… Δεν ταιριάζει η μετριότητα με τη λαχτάρα» Το μυθιστόρημα της Λένας Βιτάλη δικαιώνει τη φράση του μεγάλου συγγραφέα. Οι «μικροί άνθρωποι» λαχταρούν κι επιθυμούν. Η πργή τους τρανώνεται και γίνεται αγώνας. Μετατρέπονται σε βρωτούς ήρωες που μεγεθύνονται και άγονται με σοφία, διατηρώντας την υπόστασή τους αναλλοίωτη και αυθεντική. Έτσι όπως ταιριάζει στην ελληνική ψυχή.