Είναι περίεργο να ακούς πως ένας συγγραφέας δε ζει από αυτή του την ιδιότητα. Θα πίστευε κανείς πως, αφού η πνευματική εργασία και η παραγωγή έργων γραπτού λόγου είναι μια επίπονη και χρονοβόρα διαδικασία, οι συγγραφείς βιοπορίζονται από αυτό. Στη σύγχρονη εποχή όμως, η συγγραφή αποτελεί μια ανάγκη να εκφραστεί κάποιος και να κοινωνήσει τον πνευματικό του μόχθο. Ο Γρηγόρης Ξενόπουλος ήταν από τους λίγους συγγραφείς που ασκούσε βιοποριστικά τη συγγραφή. Έμεινε για πάντα στην καρδιά των αναγνωστών από το έργο του, μιας και τα μυθιστορήματά του και τα θεατρικά του είχαν την πρωτοτυπία να απευθύνονται, εκείνη την εποχή, αρχές του 20ου αιώνα, σε όλους τους ανθρώπους, χωρίς την ετικέτα της πνευματικής ιντελιγκέντσιας ή μιας ελιτίστικης ομάδας που θα μπορούσε να τα κατανοήσει.
Ο Ξενόπουλος έγραψε για όλους, εκτός από τα αρχικά του έργα, τα υπόλοιπα ήταν γραμμένα στη δημοτική, ώστε να γίνονται κατανοητά και προσιτά στον απλό λαό και κατάφερε να μπει μέσα στην απλή ζωή με τη θεματολογία του και να κάνει προσιτό το μυθιστόρημα με αυτόν τον τρόπο. Ίδρυσε πρώτος την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, μαζί με τον Παλαμά, τον Σικελιανό και τον Καζαντζάκη, το 1934, λάτρευε τα παιδιά και τα άρθρα του γι’ αυτά είχαν πάντα την υπογραφή «Σας ασπάζομαι Φαίδων», μέχρι κι εμείς, ως παιδιά, ήρθαμε σε επαφή με τα έργα του από τα κείμενα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ενώ ο ίδιος έλεγε πως ήθελε να γίνεται κατανοητός από ένα παιδί του Γυμνασίου μέχρι τον Παλαμά. Εξαιρετικά μορφωμένος άνθρωπος, θέλησε να αποτελεί η γνώση εργαλείο κοινό για όλους, γι’ αυτό και ήταν πάντα ένας προσηνής συγγραφέας. Άλλωστε είχε και την αρχισυνταξία στο η «Διάπλασις των Παίδων», όπου από εκεί, μέσα από τα άρθρα και τις σύντομες ιστορίες του, κατάφερε να έρθει σε γόνιμη επαφή με τους νέους.
Τα έργα του είχαν περιεχόμενο ηθογραφικό, έθετε ζητήματα της ανθρώπινης ζωής, κοινωνικά, και ασχολήθηκε με τη συναισθηματική παράμετρο των ηρώων του, αλλά και με τις ηθικές προεκτάσεις των ενεργειών τους. Είχε μια δομή συγκεκριμένη, αφού, σε όσα από τα έργα του έχω διαβάσει, αρχικά συστήνει τους ήρωες και τα χαρακτηριστικά τους, τη ζωή και την ιδιότητα τους, καθώς και τον τόπο που εξελίσσεται η ιστορία, αργότερα κορυφώνει τη δράση τους, με όλες τις εξελίξεις της πορείας της ιστορίας τους και τελικά βρίσκει λύση σε όσα τους συμβαίνουν, φτάνοντας σε μια μορφή κάθαρσης και εξιλέωσης ή ίσως του ηθικού διδάγματος που θέλει να δείξει σε κάθε μυθιστόρημα.
Πολλά μυθιστορήματά του έχουν διαβαστεί κι έχουν γίνει αγαπητά -θυμάμαι ακόμα, όταν ήμουν μικρή, μία σειρά της τηλεόρασης, την Αναδυομένη. Μου έχει μείνει η σκηνή που ένας από τους ήρωες πέφτει στον γκρεμό για να μαζέψει κρινάκια στην αγαπημένη του! Σήμερα, θέλω να σου γράψω λίγες λέξεις για ένα από τα έργα του που έχω διαβάσει, τον Κόκκινο Βράχο. (Βλέπεις, τα έργα του Ξενόπουλου τα διαβάζαμε όλοι με πολλή αγάπη και ενδιαφέρον).
Ο κόκκινος βράχος
Ο Κόκκινος Βράχος είναι μια τοποθεσία στη Ζάκυνθο, όπου η οικογένεια Σάντρη ζει εκεί με τα παιδιά της, τη δεκαεπτάχρονη Φωτεινή και τον λίγο μικρότερο Μίμη. Όταν έρχεται ο Άγγελος, ο σαραντάχρονος ξάδελφος της μητέρας των παιδιών στον Κόκκινο Βράχο, όλα αλλάζουν για τα δυο παιδιά. Εύχαρις και δοτικός απέναντί τους, περνά τον χρόνο του μαζί τους και ερωτεύεται τη μικρή Φωτεινή. Της εκμυστηρεύεται τα συναισθήματά του και εκείνη τον διώχνει αηδιασμένη και σοκαρισμένη από κοντά της, αλλά παίρνει τη διαβεβαίωση πως δε θα αποκαλύψει ποτέ την εξομολόγηση που της έκανε. Όταν φεύγει για την Αθήνα, έρχεται στη Ζάκυνθο επιστολή από το πατριαρχείο πως επιτρέπονται οι γάμοι μεταξύ συγγενών και η Φωτεινή, που στην πορεία έχει ερωτευτεί τον Άγγελο, του στέλνει επιστολή, για να του εκφράσει τον έρωτά της και ότι θέλει να τον παντρευτεί. ταυτόχρονα, όμως, έρχεται και άλλη μια επιστολή, από την Αθήνα, ένα αγγελτήριο γάμου του Άγγελου με μια κοπέλα που γνώρισε εκεί. Η Φωτεινή, συγκλονισμένη από την είδηση, τρέχει στον Κόκκινο Βράχο, εκεί που ο Άγγελος της είχε μιλήσει για τον έρωτά του, και πέφτει στη θάλασσα και πεθαίνει για τον ανεκπλήρωτο έρωτα που έζησε.
Όσο απλό και ρομαντικό κι αν φαίνεται το μυθιστόρημα, είναι μια ζωντανή και αγαπητή ιστορία που θίγει την απότομη ενηλικίωση της έφηβης ζωής. Μια κοινωνική συνθήκη απαγορευμένη, μια αιμομικτική σχέση, γίνεται αφορμή για την ενηλικίωση ενός κοριτσιού. Με τρόπο βίαιο, χωρίς να έχει ζήσει ομαλά την ηλικία της, από αυθόρμητο και χαρούμενο κορίτσι γίνεται γυναίκα, μπαίνει σε μια νέα κατάσταση απότομα και βυθίζεται στη θλίψη, σε έναν νέο ρόλο που δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί, όπως αρκετά παιδιά εκείνη την εποχή, από διαφορετικές αιτίες, αναγκάζονταν να μπουν. Η ένταση των συναισθημάτων γίνεται αρκετές φορές βάρος ασήκωτο, και ακριβώς γι’ αυτό, ένας νέος μπορεί να πράξει χωρίς σκέψη, να θεωρήσει ότι η ζωή του έχει τελειώσει και να βρει μια λύση απόγνωσης που θα προβεί μοιραία για την υπόλοιπη ζωή του. Το έργο του Ξενόπουλου, εκτός από την ιστορική του μαρτυρία, στο παρόν, αφού αποτυπώνει την κοινωνία, τα στοιχεία που επικρατούν σε αυτήν, τον τρόπο σκέψης μιας παλιότερης γενιάς ανθρώπων και τις συνθήκες που εκείνοι βίωναν, έχει και διδακτικό ύφος και αυτή ήταν ακριβώς η ανάγκη και ο στόχος του. Να διδάξει και να αφυπνίσει.
Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος έφυγε από τη ζωή στις 14 Ιανουαρίου του 1951