Η ταινία «Ρεμπέτικο», του Κώστα Φέρρη, υπήρξε πρωτοπόρα στο είδος της όταν προβλήθηκε στον κινηματογράφο. Η έβδομη τέχνη στον Ελλαδικό χώρο είχε πορεία φθίνουσα, μετά τη χρυσή εποχή του κινηματογράφου τις περασμένες δεκαετίες. Ο Κώστας Φέρρης δίνει μια ώθηση και μια καινούρια οπτική, δημιουργώντας το «Ρεμπέτικο»:
Ήθελα να κάνω μια ταινία με την περιοδεία του Τσιτσάνη με τη Νίνου, τη σχέση τους στο φόντο και σε πρώτο πλάνο την Ιστορία. Στην πορεία μεσολάβησε ο Θίασος του Αγγελόπουλου, που είχε παρεμφερές θέμα, μπροστά το ιστορικό κομμάτι και στο φόντο το στόρι, έτσι διαπίστωσα ότι ήταν λάθος. Όταν ήρθε η ώρα να κάνω το Ρεμπέτικο, αποφάσισα να κάνω το ανάποδο, αφενός να φέρω σε πρώτο πλάνο την ιστορία μιας Μαρίκας και της οικογένειάς της και την Ιστορία στο φόντο και αφετέρου να μετατοπιστώ χρονικά, δηλαδή από την περίοδο από το ’36 έως το ’53, που υπολόγιζα και κάλυψε τελικά ο Αγγελόπουλος, να πάω πίσω στη Σμύρνη του ’17. Επίσης, αποφάσισα να ακυρώσω τα πραγματικά ονόματα και να χρησιμοποιήσω συμβολικά, δηλαδή μυθικά πρόσωπα.
Έτσι δημιουργείται το «Ρεμπέτικο», μια ιστορία μέσα στην Ιστορία, παράλληλα με τη μουσική που κυριάρχησε πολλές δεκαετίες -από την εποχή της Μικρασιατικής Καταστροφής, μέχρι και τη δεκαετία του 60′ όπου και αλλάζει μορφή. Ο χρόνος προσδιορίζεται με τα εκπληκτικά σκηνικά, κοστούμια και στιλ, που αλλάζουν ανά εποχή, αλλά και με μικρά παρένθετα φιλμάκια ασπρόμαυρα, αυθεντικά κάθε φορά, από την εποχή που διαδραματίζεται κάθε σκηνή. Η Μαρίκα και ο Μπάμπης, κύριοι πρωταγωνιστές, φωτογραφίζουν πραγματικά πρόσωπα της μουσικής. Το τέλος της ταινίας δίνεται με τον θάνατο της Μαρίκας, που συμπίπτει χρονικά με τον θάνατο της Μαρίκας Νίνου, το 1957.
Ρεμπέτικο τραγούδι υπάρχει στην Ελλάδα από το 1834, σε μια πρωτόλεια μορφή. Ήταν τα λεγόμενα «μουρμούρικα» τραγούδια, που τραγουδιούνται στη φυλακή. Έτσι αρχίζει να παίρνει όψη ο «μάγκας», ένα ήρωας αντιλαϊκός, που δε σηκώνει μύγα στο σπαθί του, είναι περιθωριακός, ζει στη φτώχεια και στην παρανομία και μπλέκει σε καβγάδες.
Στις αρχές του 1900 άρχισε να χρησιμοποιείται επίσημα ο όρος «ρεμπέτικο» για τη λαϊκή μουσική των κατώτερων αστικών τάξεων στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας, όπως η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, ο Βόλος, η Πάτρα, ενώ παρόμοια ιδιώματα με μεγαλύτερη ανατολίτικη επιρροή, καθώς και στοιχεία όπως ο αμανές, ανθούσαν στα παράλια της Μικράς Ασίας, με επίκεντρο τη Σμύρνη. Στον Πειραιά, ως πρωτορεμπέτικα τραγούδια, εμφανίζονται τα «γιαλάδικα», όνομα που πήραν χάρη στο επιφώνημα «γιάλα».
Με τη Μικρασιατική Καταστροφή και το πέρασμα των Μικρασιατών στην Ελλάδα, τα δύο είδη μπλέκονται μεταξύ τους και δημιουργείται η μορφή που έρχεται, για να γίνει η αφορμή να επαναπροσδιοριστεί η ελληνική μουσική ανθολογία. Το ρεμπέτικο συνεχίζει να είναι ένα ρεύμα μουσικό «υπόγειο», αφού χαρακτηρίζει συγκεκριμένες τάξεις κοινωνικές, περιθωριοποιημένες και χαρακτηρισμένες από το είδος όχι τόσο της μουσικής όσο των στίχων και των μελωδιών, αλλά και των μαγαζιών που παίζονται. Παρ’ όλα αυτά, το ρεμπέτικο τραγούδι είναι το μοναδικό είδος που καταγράφει με ακρίβεια όσα κοινωνικά θέματα προκύπτουν στην Ελλάδα, ή πολιτικές σκηνές, όπως και τον τρόπο που ζουν και σκέφτονται οι λαϊκές τάξεις την περίοδο από τη δεκαετία του ’20 έως και του ΄50.
Για να μπορέσει να γίνει η ταινία «Ρεμπέτικο», αυτό που ο τίτλος της εννοεί, θα έπρεπε η μουσική να είναι απόλυτα προσαρμοσμένη και να παίζει έναν από τους βασικότερους, αν όχι τον βασικό, ρόλους. Δύο ήταν εκείνοι που το κατάφεραν. Ο Νίκος Γκάτσος και ο Σταύρος Ξαρχάκος, με τους στίχους και τη μουσική. Και η αξέχαστη Σωτηρία Λεονάρδου, που έπαιξε τον ρόλο της Μαρίκας και η ερμηνεία της τόσο στην πρόζα όσο και στα τραγούδια έχει μείνει αξέχαστη.
Η ποίηση του Γκάτσου ιστορική κατάθεση, Μια ερωτική υπόνοια και ένας αναστεναγμός για κάθε πόνο που έζησε ο Έλληνας, ο πρόσφυγας, ο λαός. Η μουσική του Ξαρχάκου μεταλλασσόμενη σε κάθε ιστορικό στίγμα.
Μια «Μπουρνοβαλιά» με τον ανατολίτικο ρυθμό και τη μικρασιατική ρίζα, με βιολί και ούτι. «Μάνα μου Ελλάς», με τον υποδόριο εμβατηριακό ρυθμό και τον λυγμό της πικρής αναδρομής. «Στου Θωμά το μαγαζί» η απόλυτη σύμπραξη της μουσικής που ενώνει ανθρώπους, με τα όργανα από Ανατολή και Ελλάδα σε πάντρεμα. «Καίγομαι», για τη φωτιά και το τέλος, ένας μοναχικός αμανές· αποχαιρετισμός. «Το Δίχτυ», όταν οι στίχοι και η μουσική γίνονται προειδοποίηση για τη λαίλαπα του μεταπολεμικού εμφυλίου.
Τα τραγούδια από το «Ρεμπέτικο», του Σταύρου Ξαρχάκου, είναι ακόμα στα χείλη μας και τα τραγουδάμε κάθε φορά με πόνο ή χαρά, κάθε στιγμή που η ιστορία μάς θυμίζει ότι κυκλώνει και κλείνει μέσα της άλλοτε τους ρεμπέτες και τους απόμαχους και άλλοτε όλους μας σε κοινωνικοπολιτικά επικίνδυνα παιχνίδια.