Τα κιάλια του Βασίλι Τσουίκόφ
«Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ» είναι το νέο μυθιστόρημα του Βασίλη Γκουρογιάννη. Ένα έργο βαθιά ελληνικό, μιας και η μελέτη του χαρακτήρα του Έλληνα είναι μια περίεργη και προκλητική διαδικασία. Φαίνεται σαν ένας προγονικός χρησμός να «ματώνει» αιώνια τα γονίδια του. Όσο μεγαλουργεί, και ανδρώνεται με πράξεις ηρωισμού και αυτοθυσία τόσο χάνει την ουσία του σκοπού του.
Ο ήρωας του έργου φέρει την επισφράγιση του ιδεολόγου αγωνιστή. Παίρνει μέρος στην τραγική εμφύλια διαμάχη που έλαβε χώρα στην Ελλάδα, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Βρίσκεται στα γρανάζια της εσωκομματικής διαμόρφωσης και αναπροσαρμογής της Αριστεράς, κριτής και κρινόμενους, θύτης και θύμα.
Ένα ανάθημα, μια μοναδική κληρονομιά, σύμφωνα με τον ήρωα, έχει υπό την κατοχή του. Τα κιάλια του στρατηγού Τσουικόφ.
«Τα κιάλια βλέπουν υπέρυθρα τη νύχτα σαν να είναι πανσέληνος κάθε βράδυ, διακρίνουν μορφές σε τεράστια απόσταση· εξάλλου και τότε κυρίως νύχτα τα χρησιμοποιούσε, και αργότερα πάλι νύχτα έβλεπε ό,τι τέλος πάντων έβλεπε, όταν κανένας δεν μπορούσε να τον υποψιαστεί. Εκείνος που τα είχε πρώτος τα χρησιμοποιούσε μέρα και νύχτα. Είναι γδαρμένο το δέρμα τους από την αγωνία των νυχιών του, είναι η φωνή του γραμμένη με αυλακώσεις σαν σε πλάκα γραμμοφώνου απάνω στο δερμάτινο κάλυμμα των μπράτσων. Όταν τα έβαζε στα μάτια του και τα κράταγε σφιχτά εστιάζοντας στο αντικείμενο της παρατήρησης, άκουγε τη φωνή του στρατηγού, βαθιά, συριστική από τα παράσιτα του χρόνου: «Ω, Παναγία του Κουρσκ, Υπέρμαχε αρχιστράτηγε! Βοήθησε να μην περάσουν απόψε τον Βόλγα»
Ο συγγραφέας δημιουργεί, μέσα από την πραγματική ιστορική μορφή του Τσουικόφ μια αλληγορική προσωπικότητα. Ο Βασίλης είναι παλιός αντάρτης, μαχόμεμενος με το ΕΑΜ, συνταξιούχος, πρώην δικηγόρος, και συγγραφέας ενός βιβλίου που περιγράφει τα βάσανα που υπέστη και την πορεία του κατά τον Εμφύλιο. Η ρητορική αφήγηση του συγγραφέα προσδιορίζεται σε δύο πόλους • γίνεται αναφορική μέσα από την αυτοκριτική του ήρωά του, αλλά και καταγγελτική. Λόγος άλλοτε σκληρός, αποδοκιμαστικός, κι άλλοτε απόγνωσης, πικρίας ή και απολογίας. Με μικρές «ανάπαυλες» χιουμοριστικές, με λίγη ειρωνεία, γέλιο και κλάμα, θυμό, απογοήτευση. Ο ήρωας μιλάει για το παρόν χωρίς να απαγκιστρώνεται από το παρελθόν. Αναπολεί, κάνει έναν οδυνηρό απολογισμό που αφορά την κατακρήμνιση των ιδεολογιών. Τη στρατευμένη τέχνη και τον σκοπό, τις αρχές και τις αξίες που παραγκωνίζονται στο πέρασμα του χρόνου.
«Αλλά και η αυτοκριτική, μετά από τόσα χρόνια, τι κρατάει άραγε μέσα στο μυαλό της; Προσαρμόζει άραγε τα κριτήρια στις νέες μορφές πάλης; Στα νέα δεδομένα του αγώνα; Είμαστε σε σύγχυση. Όμως αυτός θα την υπακούει μέχρι τέλους,»
Σε μια ατελείωτη διαδικασία κριτικής, αναφέρεται στο «Κιβώτιο», του Άρη Αλεξάνδρου, ένα έργο που ποτέ δεν ολοκλήρωσε Αφηγείται τους διαλόγους του με τον Χαρίλαο Φλωράκη, και τους αντικρουόμενους διαλόγους τους. Κρίνει με οξεία διάθεση τη διάσπαση του αριστερού κινήματος, την απώλεια του στόχου, τις δραματικές αποφάσεις και πράξεις της ηγεσίας.
«Οδηγοί βυτιοφόρων δακρύων και αιμάτων, και είμαστε περήφανοι για τις μεταφορές που κάναμε, εμείς δάκρυα και αίματα στον δρόμο μας, αυτά μεταφέραμε·»
Ο Βασίλης Γκουρογιάννης δημιουργεί ένα απολαυστικό μυθιστόρημα μεταξύ λογικής και παράνοιας, θίγοντας κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα που απασχολούν χρόνια τον σκεπτόμενο άνθρωπο. Μπήγει το μαχαίρι στην πληγή, γίνεται αποκαλυπτικός, ρεαλιστικός, πικρά αληθινός. Ερμηνεύει με στωικότητα και ειρωνική ευθύτητα τη νεότερη ελληνική Ιστορία και τα αποτελέσματα στη σύγχρονη πραγματικότητα. Ο ήρωάς του εκπροσωπεί το παγιωμένο αξίωμα στο οποίο έχει περιέλθει ο αριστερός πόλος της κοινωνίας. Με μια φράση που φέρεται να λέει η Αρβανίτισσα μάνα του ήρωα χαρακτηρίζει μια σταθερή συνθήκη:
«Νιε κουλιάτσε (ένα μηδενικό) έκανες τη ζωή σου» του έλεγε η η μάνα του, άριστα 0.»
Βασικό στοιχείο που διαχέει την αφήγηση είναι ο θάνατος. Ο ήρωας κάνει τη διάκριση με τον θάνατο της ψυχής, του πνεύματος και τον φυσικό, που τον χαρακτηρίζει «ληξιαρχικό». Οικτίρει και κρίνει με δριμύτητα την κοινωνική και πολιτική συνθήκη στη σημερινή εποχή ( αναφέρεται σε πολλαπλούς πνευματικούς θανάτους), , σχεδόν μεταφυσικά, περιπλανιέται στο «Α’Α’Α’» νεκροταφείο Αθηνών. Οι μονόλογοί του κρύβουν πάθος, μνησικακία, κρυφό και, σχεδόν ερωτικό, θαυμασμό. Ανακαλεί ακούσια, «τους παλιούς μου φίλους καλώ με φοβέρες και αίματα», σε μια δίκη με προδιαγεγραμμένη ετυμηγορία.
«Τα κιάλια του Τσουϊκόφ» είναι η αφήγηση μιας αυταπάτης. Η προσεκτική ερμηνεία μιας πληγής που συνεχίζει να αιμορραγεί, να χωλαίνει και να ορθώνεται σαν συμπαγές τείχος που δεν επιτρέπει στο μέλλον να ανασυνταχθεί και να αναγεννηθεί. Οι φακοί από τα κιάλια ήταν σπασμένα. Διαστρέβλωναν την ιδωμένη αλήθεια. Ο στρατηγός, που τα είχε στην κατοχή του, είχε πει: «πιτρέψτε μου να διασχίσω το Βόλγα”. Φώναζα “Εγώ είμαι ακόμα εδώ” και έστελνα τηλεγράφημα: “Ένα βήμα πίσω και θα σε πυροβολήσω!». Μία φράση αυταπάρνησης, ζήλου και τυφλής καθοδήγησης. Τα κιάλια του ήρωα έδεσαν μια ολόκληρη ζωή αε πορεία αδιαπραγμάτευτη, ανίκανη να αφουγκραστεί την αλήθεια του μέλλοντος και τις προκλήσεις που εκείνο φέρνει.