Η Τσιτσιμπού δεν είναι μάγισσα, μα γοητεύει με τη φωνή της. Δεν έβγαλε το σχολείο αλλά διδάχτηκε τη ζωή από την καλή και την ανάποδη. Η Ασπασία Τσιτσιμπούρη βαφτίστηκε από τον Τσιτσάνη «Τσιτσιμπού» και πια δεν ξέρει ποιο όνομα γεννήθηκε μαζί της. Γνωρίζει όμως καλά πως είναι η αρχόντισσα της πίστας.
Η αλήθεια είναι πως ο τίτλος του μυθιστορήματος με προκάλεσε: Τσιτσιμπού…Μαργιόλικο, πονηρό, μυστήριο, ελκυστικό. Έτοιμο να πέσει στα πόδια σου, να σε προκαλέσει, να σε κάνει να το ψάξεις, να το γνωρίσεις, να το ανακαλύψεις.
Ο Αύγουστος Κορτώ δημιουργεί μια ιστορία μοναδική. Με αφορμή τη ζωή μιας φανταστικής σπουδαίας ρεμπέτισσας, αφηγείται την ιστορία του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Η ηρωίδα του είναι εικονική, αλλά «περιέχει « στην εξομολόγησή της τη Μαρίκα Νίνου, τη Ρόζα Εσκενάζυ, τη Στέλλα Χασκίλ, τη Ρίτα Αμπατζή, τη Σωτηρία Μπέλλου. Είναι όλες οι μεγάλες κυρίες του ελληνικού πενταγράμμου που έγραψαν ιστορία στα δύσκολα χρόνια διαμόρφωσης της ελληνικής μουσικής σκηνής.
Γεννιέται στη Γούβα, το 1935. Ο πατέρας της είναι πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία, η μάνα της Ελληνίδα. Η Μέλπω, μια πανέμορφη ύπαρξη, που αυτό της το χαρακτηριστικό γίνεται η τιμωρία της και η κατάρα της. Στην Κατοχή αναγκάζεται να υποστεί την εξευτελιστική ιδιότητα της μετρέσας του Φραντς, ενός Γερμανού, που την εκμεταλλεύεται για να ταΐσει την οικογένεια της και του δίνεται. Η μικρή Ασπασία βιώνει τη φρίκη από μικρή. Γίνεται μάρτυρας της διαπόμπευσης της μάνας της, της ψυχικής κατάπτωσης των γονιών της. Μένει μόνη της όταν η μητέρα της αυτοκτονεί και την ακολουθεί και ο πατέρας της. Αρνείται να βρεθεί στην ταφή τους. Τιμωρεί τον εαυτό της και τους ίδιους για την καταδίκη της στη μοναξιά.
Η Ασπασία είναι δεκατεσσάρων χρονών, ένα μελαχρινό κορίτσι, άγουρο, ένα παιδί, ούτε άσχημο ούτε όμορφο. Ένα κορίτσι παράφωνο. Γίνεται ψυχοκόρη του Επιβατιανού. Βρίσκει στο αρχοντικό του Θόδωρου και της Μαριάνθης την αγάπη, τη ζεστασιά και τη συμπόνια που έχει ανάγκη. Η φωνή της μεταλλάσσεται· από κακόφωνη γίνεται αηδόνι. Οι μελωδίες της μαγνητίζουν όποιον την ακούει, μα η κορώνα που βγαίνει από τον λαιμό της, όταν η ίδια αποφασίσει, είναι η δύναμή της. Ικανή να καταστρέψει ό,τι βρίσκεται γύρω της. Από άψυχα αντικείμενα μέχρι…ανθρώπους.
Την πορεία της στους δρόμους της μουσικής, στον κόσμο της νύχτας, στη συνάντησή της με τους μεγάλους στιχουργούς και συνθέτες της Ελλάδας θα αφηγηθεί, στο τέλος της ζωής της, σ ένα μικρό κασετόφωνο. Μια πολύτιμη παρακαταθήκη, μια ιερή μαρτυρία, μια εξομολόγηση. Χωρίς φτιασίδια, δίχως ωραιοποιημένες εικόνες.
Ο συγγραφέας δημιουργεί μια ευφυή, παλίμψηστη αφήγηση. Αναδεικνύει, με βαθιά κι επισταμένη μελέτη, βιογραφικά στοιχεία των μεγάλων προσωπικοτήτων της μουσικής. Μ. Χατζιδάκις, Στ,Ξαρχάκος , Β.Τσιτσάνης, Μπαγιαντέρας, Παπαϊωάννου. Ο Κορτώ συγχρωτίζει τη Τσιτσιμπού με τη μουσική ιστορία του τόπου. Ταιριάζει τη φαντασία με τον ρεαλισμό. Έτσι, δημιουργεί μια προσωπικότητα που ισορροπεί μεταξύ μύθου και πραγματικότητας.
Ταυτόχρονα, η φωνή της ηρωίδας του γίνεται μαρτυρία και λόγος ισχυρός για τα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα του ελλαδικό χώρου. Οι δεκαετίες που διανύει μέσα στο μυθιστόρημα η Τσιτσιμπού αποτυπώνουν τις τομές που προέκυψαν στο πέρασμα του χρόνου. Η Κατοχή, η μετάβαση από το ρεμπέτικο στο λαϊκό, οι κοινωνικές ανισότητες, η Χούντα, η Μεταπολίτευση, η κρίση στον χώρο του Πολιτισμού και οι κομματικές αντιπαλότητες, η κοινότητα των ομοφυλόφιλων, το Aids, και η πρώτες αντιδράσεις, η άνοδος της τηλεόρασης, η παρακμή της πίστας, η εμφάνιση του διαδικτύου, η κρίση και η εξελικτική πορεία της μουσικής.
Παράλληλα, όμως, η Τσιτσιμπού είναι η φωνή του πάλκου. Όλων των γυναικείων φωνών που δεν κατάφεραν να πουν τις αλήθειες της ζωής τους. Μέσα από την αυτοβιογραφία της, κάνει εμφανή όλα όσα δημιούργησαν και βίωσαν οι θρύλοι του λαϊκού τραγουδιού.
Ο Κορτώ γράφει με μια μορφή παλινδρομικής μετάβασης. Τοποθετεί τα καίρια θέματα του φύλλου και του σεξουαλικού προσδιορισμού από το παρόν στο παρελθόν. Έτσι, δίνει έμφαση στον τρόπο που αντιμετωπίστηκανι τα μέλη της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας. Η Τσιτσιμπού αδιαφορεί για τον αυστηρό και σκληρό τρόπο με τον οποίο βιώνουν οι άνθρωποι της σεξουαλική τους διαφορετικότητα. Η ίδια κρατάει κρυφό το μεγάλο της μυστικό. Το μαθαίνει όταν η κοινωνία δεν μπορεί να δεχτεί αυτό που της συμβαίνει. Το αποκαλύπτει όταν ο κοινός νους είναι έτοιμος να το αποδεχτεί. Ο συγγραφέας μεταφέρει με πολύ έξυπνο τρόπο το παρελθόν στο παρόν. Η Τσιτσιμπού γνωρίζει, από την εποχή μετά τον πόλεμο, πως δεν έχει γυναικεία γεννητικά όργανα. Μέχρις τη στιγμή που το αποκαλύπτει θεωρείται στέρφα. Εκείνη ξέρει πως είναι ένα άτομα που ερωτεύεται, αγαπάει κι αγαπιέται, δίνει και δϊνεται. Η Τσιτσιμπού είναι μια παρθένα με πλήρη ερωτική ζωή, χωρίς μήτρα, με ένα εξόγκωμα, σύμφωνα με τη διάγνωση του γιατρού, απόδειξη πως ήταν να γεννηθεί αγόρι αλλά ήρθε στον κόσμο ως γυναίκα.
Η ζωή της, πίσω από τη λάμψη, τη δόξα, τον θαυμασμό, κρύβει απέραντη μοναξιά, αμφιβολία, κρίση προσωπικότητας, φόβο. Η Ασπασία που έγινε Τσιτσιμπού ψάχνει την αγάπη, τη συντροφικότητα, τον άνθρωπο που θα την αντιμετωπίσει ως άνθρωπο. Η φήμη της γίνεται και η παγίδα της. Παλεύει με τις τύψεις· όταν χάσει ό, τι αγαπά, θεωρεί υπεύθυνο τον εαυτό της. Κρύβει την αδυναμία της μέσα στο πέπλο της δόξας της. Παγιδεύεται μέσα στον ιστό που η ίδια πλέκει γύρω από την ανθρώπινη υπόστασή της. Έντιμη, δίκαια, αληθινή, κριτής της ίδιας της της ζωής, αδιαφορεί για τα μυθεύματα γύρω από τον βίο της. Λίγο πριν φύγει από τη ζωή, μια ζωή γεμάτη αλλά και τόσο άδεια, εξομολογείται την αλήθεια της.
Ονειρεύεται μια ήσυχη κι ευτυχισμένη ζωή. Με παιδιά, σύζυγο, οικογενειακή γαλήνη. «Μια αγκαλιά, μωρέ»…Ίσως όμως το μελαχρινό κορίτσι με τη θεϊκή κορώνα να γεννήθηκε μάγισσα. Να γεννήθηκε Τσιτσιμπού και όχι Ασπασία Τσιτσιμπούρη.