Νλικος Γκάτσος, Αμοργός
Ήθελα σήμερα να γράψω για το λίγο. Δε γνωρίζω αν είναι αντιστρόφως ανάλογο της ποιότητας, πιστεύω όμως ότι, κάποιος που καταφέρνει μέσα από το ελάχιστο να αξιολογηθεί ως άριστος, έχει το χάρισμα του μοναδικού.
Ένα και μοναδικό ποιητικό έργο, Αμοργός! Γεμάτο φως και γύμνια. Καθαρό και δυνατό, άχρονο και μοναδικό. Απλοϊκό και μεγαλειώδες, μία και μοναδική σύλληψη που παρέμεινε μυστική η συνταγή για να φτιαχτεί ξανά.
Ο Μάνος Χατζιδάκις είπε για την Αμοργό:
Δεν ξέρω τι θα ήταν η ποίηση χωρίς την Αμοργό».Σε μια διάθεση εξομολογητική ανέφερε για το άλλο μισό καλλιτεχνικό του δίδυμο:
«Ο Γκάτσος επηρέασε εμένα και όχι εγώ τον Γκάτσο. Εγώ ήμουν ο μαθητής. Είχα την τύχη να εισπράξω πολύτιμα μαθήματα, ιδίως σε μια περίοδο, μετά την απελευθέρωση, που οι συνομήλικοί του φίλοι έφυγαν στην Ευρώπη και οι δικοί μου πάλι το ίδιο. Mείναμε οι δυο μας, στο πατάρι του “Λουμίδη” ή του “Πικαντίλλυ” να μιλάμε. Τον θεωρώ τον πιο σημαντικό άνθρωπο που γνώρισα στη ζωή μου, μετά τη μητέρα μου
Ο Νίκος Γκάτσος δεν αυτοπροβλήθηκε ποτέ. Αγνοούσε επιδεικτικά τη δημοσιότητα, παρέμενε διακριτός μόνο μέσα από το έργο του. Πίστευε πως η ποίηση δεν πρέπει να φοράει κανένα ιδεολογικό ρούχο. Παρ΄ όλα αυτά, όταν η Χούντα λογόκρινε τους στίχους του από το τραγούδι «Πάει ο καιρός» εκείνος, το 1974 με την πτώση της έγραψε:
«Ήρθε ο καιρός, ήρθε ο καιρός πάνου στου κόσμου την πληγή ήρθε ο καιρός, ήρθε ο καιρός να ξαναχτίσετε τη γη».
Πιστεύω πως αρκετοί από τους στίχους του είχαν πολιτική χροιά, ίσως με τρόπο χαμηλό, χωρίς θόρυβο, χωρίς έπαρση, με τρόπο προφητικό, παράπονο και μεστή πίκρα.
Αγάπησε τον Λόρκα, έμαθε ισπανικά για να μεταφράσει τον Ματωμένο Γάμο, αλλά η γνώση του στην ελληνική γλώσσα παρέδωσε σε εμάς ένα άριστα μεταφρασμένο έργο.
Ο Νίκος Γκάτσος συνδεόταν με δυνατή φιλία με τον Οδυσσέα Ελύτη για πενήντα χρόνια. Ο Ελύτης είπε για τον Γκάτσο:
«Με τον Νίκο Γκάτσο συνδέθηκα και συμπορεύτηκα, επειδή κι εκείνος, πίσω από τα χαμόγελα και τις μελωδίες, είχε ακούσει τη φωνή που κηρύττει, και στις παραμονές του θανάτου και πάνω από τις καταιγίδες».
Ίσως στο πατάρι του Λουμίδη να γελούσαν μαζί, με τη γνώση που τους έδωσε η ποιητική τους αρτιότητα, αφού γνώριζαν με μια βαθιά σοφία πως έχουν ήδη περάσει στην αθανασία.
Οι στίχοι του μελοποιήθηκαν από τους μεγαλύτερους συνθέτες του τόπου κι έγιναν τραγούδια αξέχαστα και μεγαλειώδη. Αυτό ήταν ποίηση για εκείνον. Ό, τι μπορούσε να τραγουδάει όλος ο κόσμος. Και τα κατάφερε. Είναι κλεισμένος σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας. Στη λύπη και στη χαρά, στον έρωτα και στα όνειρα, στη φύση και στις ώρες που φιλοσοφούμε. Στα τραγούδια της παρέας και της συντροφιάς, στη μοναξιά, στις μικρές και μεγάλες ανάσες που παίρνουμε στη ζωή.
Μπαλάντα του Ούρι, Διώξε τη λύπη παλικάρι, Τ΄ αστέρι του Βοριά, Το δίχτυ, Χάρτινο το φεγγαράκι, Περιμπανού…
Μάλλον δε θα σταματήσω ποτέ να γράφω όσα μας χάρισε. Έτσι, έγραψα μερικά για να πάρει λίγη από τη χαρά που μας κληρονόμησε με απλοχεριά.
Στις 8 Δεκεμβρίου του 1911, γεννήθηκε ο Νίκος Γκάτσος, ο ποιητής της Αμοργού.