Μότσαρτ
Εμείς οι άνθρωποι μάθαμε πως πάντα παλεύει το κακό με το καλό και το καλό πάντα κερδίζει. Έτσι όσες ιστορίες δημιουργήθηκαν από τα παλιά τα χρόνια είχαν σκοπό να δείξουν τη νίκη του καλού. Είναι παρήγορο κι ελπιδοφόρο να ζεις πάντα με τη σκέψη πως στο τέλος θα νικήσει το καλό, ακόμα και αν, όσα χρόνια και να περάσουν, το καλό δεν είναι πάντα νικητής. Ποτέ όμως κανείς δεν είπε πώς δημιουργήθηκε αυτή η αντιπαλότητα μεταξύ του κακού και του καλού, ειδικά αν υποθέσουμε πως αυτές οι δύο έννοιες είναι κατά κάποιον τρόπο υποκειμενικές. Ίσως, αν κάποιος αναζητούσε λίγο πιο βαθιές ερμηνείες να συμπέραινε πως κακός γίνεται κάποιος γιατί δεν μπορεί να φτάσει αυτό που θαυμάζει -σε αυτή τη συνθήκη, κάτι καλό φέρνει το κακό- ή μπορεί να μη βίωσε ποτέ κάτι καλό και τα πρότυπά του να απορρέουν από το κακό. Οι αιτίες αυτής της αιώνιας αντιπαλότητας ποικίλουν, θέλω να πω, οπότε μπορεί να μην είναι άσπρο και μαύρο το χρωματικό πεδίο αυτής της μάχης.
Το βιβλίο που κρατάω σήμερα στα χέρια μου είναι ένα θεατρικό έργο -είναι το θέατρο της Κυριακής σήμερα, αν το ξέχασες- και η ημερομηνία που γράφω στην πρώτη σελίδα είναι 27/3/1996. Οι εκδόσεις είναι ΓΝΩΣΗ. Θα σου γράψω λίγες λέξεις για την υπόθεση.
Ο Σαλλιέρι, σε μεγάλη ηλικία πια, κάνει έναν μονόλογο και απευθύνεται στο κοινό, λέγοντας πως ο ίδιος δηλητηρίασε τον Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ γιατί τον ζήλευε και πίστευε πως δεν άξιζε ποτέ σε έναν τόσο επιπόλαιο άνθρωπο να έχει τόση μεγάλη επιτυχία, ενώ εκείνος βρισκόταν στη σκιά του. Όσο αφηγείται τη ζωή του Μότσαρτ και την παρέμβαση του στη ζωή του, γίνονται επί σκηνής διάφορες αναφορές χρονικές, αφού θυμάται στιγμές που έζησε με τον διάσημο συνθέτη. Το έργο για το οποίο θα σου γράψω σήμερα είναι το Αμαντέους, του Πήτερ Σάφφερ, σε μετάφραση Μιμής Ντενίση.
Το Αμαντέους είναι ένα θεατρικό που, αν και θα μπορούσε να έχει ως θεματολογία το καλό και το κακό, μέσα από τα πρόσωπα του Μότσαρτ και του Σαλλιέρι, στην πραγματικότητα έχει βαθύτερη έννοια. Στηρίχτηκε σε μια δοξασία που δημιουργήθηκε μετά τον θάνατο του Μότσαρτ, από ρευματοειδή πυρετό, αλλά ποτέ δεν είχε σοβαρές ενδείξεις. Ο Σαλλιέρι ήταν ένας πραγματικά λαμπρός μουσικός που δίδαξε τον Λιστ και τον Σούμπερτ. Ο Σάφφερ, προκειμένου να δημιουργήσει την ιστορία του, χρησιμοποίησε ένα τέχνασμα που αποτελεί μυθοπλασία και όχι πραγματικότητα. Δημιούργησε την προσωπικότητα του Σαλλιέρι να δείχνει ως μέτριος μουσικός. Η σχέση που δημιούργησε με τον Μότσαρτ ήταν σχέση θαυμασμού και μίσους. Έτσι εξέλιξε και δόμησε το έργο του. Στο Αμαντέους δείχνει τον Μότσαρτ ως ένα νέο της εποχής, επιπόλαιο, που δε δείχνει καμία σοβαρότητα στη θέση και το ταλέντο του, το θεωρεί αυτονόητο και γι΄ αυτό δε φοβάται πως θα το χάσει. Ο Σαλλιέρι, μέτριος και πάντα στη σκιά του, προσπαθεί να βρει τρόπους να υποσκάψει την καλή του φήμη στον αυτοκράτορα και να τον σώσει την κατάλληλη στιγμή, έτσι ώστε, μέσα από τις δολοπλοκίες και τις ραδιουργίες του να φανεί σωτήρας και κυρίαρχος του παιχνιδιού. Θεωρεί πως ο Μότσαρτ είναι αχάριστος απέναντι στον Θεό και ο Θεός δε βλέπει το λάθος που έχει διαπράξει.
Ο Αμαντέουυς από την άλλη, μέσα από την επιπολαιότητα και το παιδαριώδες ύφος του βγάζει μια τραγικότητα και μια απύθμενη θλίψη, σε αντίθεση με την ψύχραιμη και ορθολογιστική σκέψη του Σαλλιέρι που λειτουργεί βάσει σχεδίου.
Στην πραγματικότητα, οι μονόλογοι του Σαλλιέρι αναδεικνύουν ένα σπουδαίο πρόσωπο, έναν ρόλο δραματικό και αριστουργηματικό. Προσπαθεί να δικαιολογήσει με κάθε τρόπο την πράξη του, φτάνοντας σε σημείο τρέλας. Κατηγορεί τον Θεό πως του έστειλε τον Αμαντέους γιατί θέλει να τον κοροϊδέψει. Πως εκείνος πάλεψε σκληρά για να φτάσει εκεί που έφτασε, ενώ ο Αμαντέους δεν πάλεψε για τίποτα, μιας και όλα του δόθηκαν από τη γέννησή του, τον εξαναγκάζει να ζει ως μέτριος γιατί τον δοκιμάζει. Ακόμα και ο θάνατος του Αμαντέους είναι ένα λάθος για τον Σαλλιέρι. Ο θαυμασμός του και το μίσος που τον διακρίνει, τον κάνουν να εκμεταλλευτεί ακόμα μια και τελευταία φορά τη στερνή λάμψη του. Ο Σάφφερ, μέσα από τον ρόλο του Σαλλιέρι, ψυχογραφεί μια ανταγωνιστική προσωπικότητα που δεν μπορεί να διαχειριστεί τον θαυμασμό του και τον εξωτερικεύει με μίσος, ενώ τη μετριότητα του ήρωα την αποδομεί με τρόπο εξαίρετο, αφού ακόμα και στο τέλος, όταν ο Σαλλιέρι προσπαθεί να αυτοκτονήσει, για να φύγει με τρόπο θριαμβευτικό, αποτυχαίνει. Η έκπληξη είναι πως η ομολογία του είναι ψεύτικη. Ποτέ δεν αποπειράθηκε να σκοτώσει τον Αμαντέους, αλλά ακόμα και την τελευταία στιγμή, θέλησε να δείξει ανώτερος του. Το τέλος του ήταν δικό του αποτέλεσμα. Πιστεύω πως ο Σαλλιέρι είναι ο πιο αληθινός και ο πιο τραγικός ήρωας του θεάτρου.
Βγάζει από τη τσέπη του την ψεύτικη ομολογία.
«Πως τάχα σκότωσα τον Μότσαρτ -με φαρμάκι- γιατί τον ζήλευα! Και πως πια, δεν μπορώ να ζήσω φορτωμένος τις τύψεις μου! Απόψε θα μάθουν όλοι τι φριχτό τέλος είχα -και θα πιστέψουν το ψέμα μου για πάντα! και τότε να δούμε πώς θα με ξεχάσουν!! Όποτε λένε το όνομα του Μότσαρτ με αγάπη, θα λένε και το δικό μου με μίσος! Τελικά, θα γίνω Αθάνατος!! Αυτός εκεί πάνω δεν μπορεί να με εμποδίσει πια! Δες, τώρα, Κύριε, αν μπορείς να κοροϊδέψεις τον Άνθρωπο!
Amici cari, γεννήθηκα ένα ζευγάρι αφτιά και τίποτ΄ άλλο! Μόνο όταν ακούω μουσική ξέρω πως ο Θεός υπάρχει. Μόνο γράφοντας μουσική θα μπορούσα να τον υπηρετήσω. Ο κόσμος γύρω μου ζητάει Ελευθερία για την Ανθρωπότητα, εγώ ζήταγα σκλαβιά για τον εαυτό μου. Να ΄μαι κτήμα -δούλος- του Απόλυτου. Αυτό μου το αρνήθηκε. Απόλυτα!»
Στις 5 Δεκεμβρίου του 1791 φεύγει από τη ζωή, στη Βιέννη της Αυστρίας, ο Βόλφαγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ