Η Μαρίνα των βράχν, Οδυσσέας Ελύτης
Πριν από πολλά χρόνια, έζησε ένα μεγάλος ποιητής στην Ελλάδα, που ύμνησε το κάλλος της, κάθε πέτρα, κάθε χρώμα και αντανάκλαση που έκανε το φως πάνω στη Γη αυτής της χώρας, όλα τα συναισθήματα, την αρχή και το τέλος της ζωής, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της. Έγραψε για τη θάλασσα και τους ναούς της, για τον ουρανό και τη στεριά της, για ένα κλέος που ξεχάστηκε, για μια ομορφιά αέναη, ικέτευσε με δέος, αγάπησε με πάθος, απόκαμε πάνω σε βράχια και πεζούλια, ήπιε ιερό νερό και μέθυσε στα αμπέλια της.
Τότε, είδε ένα κορίτσι να κάθεται σε έναν βράχο, ακλόνητο τάχα, που η θάλασσα τον μάγεψε και του έδωσε μορφή. Είχε τρικυμία στα χείλη της από κάποιο νεανικό φιλί και το βλέμμα της ρέμβαζε ατόφιο και καθαρό τον πρώτο της έρωτα. Θυμότανε τα χρόνια που ήταν κορίτσι και έπαιζε στο κοκκινόχωμα, στις ανηφοριές του τόπου της, και θαύμαζε τα στήθη των μεγαλύτερων κοριτσιών.
Το ρώτησε πού γυρνάει ο λογισμός του, μα εκείνο φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα και δεν του απάντησε. Ήταν σαν τον πίνακα που μόλις έφτιαξε ένας ζωγράφος. Κόκκινο πουλί σαν ένας ίαμβος, που θαλασσοδέρνεται σαν σκέψη κοντά στη θάλασσα.
Και ο ποιητής θέλησε να της χαρίσει τη σοφία των χρόνων του και να ησυχάσει τον εφηβικό έρωτα που πήρε τον λογισμό της. Και της αποκρίθηκε πως τα καλοκαίρια περνούν, πως τα καθαρά συναισθήματα φεύγουν και ο χρόνος γίνεται κύμα και κάθε αίνιγμα που τώρα παίρνει τη ματιά της μακριά, θα βρει απαντήσεις.
Έτσι ο ποιητής την άφησε στου βράχου τη ρέμβη και της αφιέρωσε τη σκέψη του. Ήταν μια μικρή ιστορία για τη νιότη και τον χρόνο. Κι έφτιαξε ένα ποίημα και του έδωσε το όνομά της.
Ήταν μια εικόνα σε μια αμμουδιά, με έναν βράχο κι ένα κορίτσι λυπημένο με ένα κόκκινο φόρεμα, που στην άκρη του το έγλυφε η αλμύρα από τη θάλασσα και το είχε κάνει βυσσινί σαν το αίμα της.
Και το είπε «Η Μαρίνα των Βράχων».
Και αγαπήθηκε από όλους.
Και το έβαλε μέσα σε μια συλλογή, για να θυμάται μια στιγμή της ζωής του, μια εικόνα, ένα συναίσθημα, μια θεία έμπνευση. Στους «Προσανατολισμούς».
Οδυσσέας Ελύτης, Η Μαρίνα των βράχων (απόσπασμα)
Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη – Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Xίμαιρας
Ριγώνοντας μ’ αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια
– Μα πού γύριζες;
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σου ‘λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
Ή πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.
Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ’ άρωμα των γυακίνθων – Μα πού γύριζες