Χάλκινα κατώφλια, Ισίδωρος ουργός
Πέρασαν χρόνια από τότε που ήρθαμε σε επαφή με τα ομηρικά έπη, με στίχους μεταφρασμένους από τον Καζαντζάκη, τον Κακριδή και τον Ζήσιμο Σιδέρη. Ήταν η πρώτη φορά που ανακαλύψαμε την απαρχή, τη γένεση της Λογοτεχνίας, μέσα από τη μήνιν του Αχιλλέα και το ταξίδι προς την Ιθάκη του πολυμήχανου Οδυσσέα. Ανακαλύψαμε, από ραψωδίες, τα πάθη και τις πράξεις θεών κι ανθρώπων, αποκαλύφθηκαν στα μάτια μας οι ρίζες της γραφής, της μυθοπλασίας, ο θεμέλιος λίθος του ευρωπαϊκού και του δυτικού συγγραφικού κόσμου. Ο Όμηρος, ο μεγαλύτερος ραψωδός, άφησε ως κληροδότημα όλα όσα με τα χρόνια έγιναν το έναυσμα αναπαραγωγής σπουδαίων έργων.
Τα ομηρικά έπη έγιναν η αφορμή, μεταξύ άλλων, για το τελευταίο έργο του Ισίδωρου Ζουργού, Χάλκινα Κατώφλια. Μια ιστορία εμπνευσμένη, που κρύβει στα σπλάχνα της την ανθρώπινη πορεία, τη σύγκρουση της λογικής με τη μοίρα, την αιώνια μάχη του θνητού με την υπέρτατη υπόσταση του θείου.
Ένα μικρό αγόρι γεννιέται σε ένα χωριό στον ποταμο Αξιό, στην αρχαία Παιονία, κάπου κοντά στη Θράκη. Μεγαλώνει με τη μητέρα του, χωρίς ύπαρξη πατέρα. Για να δώσει μορφή στην πατρική μορφή που του λείπει πλάθει στο μυαλό του μια ιστορία πως είναι γιος του ποταμού. Το μόνο του χαρακτηριστικό είναι πως ακούει τη Φωνή, δίνοντας μορφή, προσπαθώντας να εξηγήσει τον τρόπο που ο ίδιος δίνει απαντήσεις σε όσα ερωτήματα δε βρίσκει άλλες εξηγήσεις
Στη διάρκεια ενός μεγάλου σεισμού, που καταστρέφει το χωριό που ζει, η μητέρα του αποφασίζει να τον απομακρύνει από το θολωμένο πλήθος που πιστεύει πως θα το θεωρήσει υπεύθυνο για την κατάσταση που προέκυψε. Τον αφήνει στον ναό της Λευκής θεάς με τίμημα να παραμείνει στις υπηρεσίες του ναού σαν δούλος.
«Στο ξεκίνημα της ζωής μου ήμουν το παιδί της μάνας μου, κατόπιν βάφτισα εγώ τον εαυτό μου ως αυτός που άκουγε Φωνές, τώρα είχα γίνει το μπάσταρδο της Λευκής Θεάς.»
Όταν ο στρατός με τους Παιόνες περνάει από τον ναό, ο Πυραίχμης, ο βασιλιάς τους, παίρνει μαζί του το μικρό αγόρι ως δούλο. Ο στρατός του Πυραίχμη είναι σύμμαχος των Τρώων και ετοιμάζεται να πάρει μέρος στον μεγάλο πόλεμο που φαίνεται να ξεκινάει στην Τροία…
«Ήμουν πρωταγωνιστής στα προεόρτια ενός πολέμου, για τον οποίο δε γνώριζα τίποτε απολύτως.»
Ο Ζουργός εξελίσσει τον ήρωά του σταδιακά, δίνοντάς του από την αρχή μια ομηρική υπόσταση. Στην ουσία του τον παρουσιάζει σαν να είναι Κανένας. Φέρνοντάς τον με έναν τρόπο προοικονομίας κοντά σ΄εκείνον που θα καθορίσει και θα διαμορφώσει τη ζωή του, τον Οδυσσέα.
Θα ζήσει στην Τροία, φροντίζοντας τα άλογα, θα γίνει μάρτυρας του πολιτισμού, της νοοτροπίας των Τρώων. Θα γίνει κοινωνός ενός κόσμου που θα σταματήσει να υπάρχει με τρόπο τραγικό. Θα τον ερμηνεύσει και θα τον περιγράψει με τα μάτια ενός παιδιού που καταγράφει τα πάντα σαν πρωτόγνωρα· όπως ακριβώς είναι για τον ίδιο.
«Τη ζωή μου στην ένδοξη Τροία θυμάμαι να την κόβει σαν μήλο ένα κοφτερό μαχαίρι. Το πρώτο κομμάτι του χρόνου μου ήταν πριν φανούν τα μαύρα καράβια. Το δεύτερο, που ήταν και το μεγαλύτερο, όταν μαύρισε το πέλαγος, και η αχανής ακτή μυρμήγκιασε απ’ τους Αχαιούς.»
Ένα γύρισμα της μοίρας, μια Φωνη που θα τον «επισκεφθεί» την κατάλληλη στιγμή, θα τον οδηγήσει στο στρατόπεδο των Αχαιών, δούλο του βασιλιά της Ιθάκης Οδυσσέα. Από εκείνη τη στιγμή ο Λύκαστος, το όνομα που θα το δώσει ο αφέντης του, θα τον ακολουθήσει έως το τέλος της ζωής του, και θα σημαίνει «αυτός που έκανε αρραβώνα με το φως.»
Ο Λύκαστος θα γίνει ο καταλύτης της ιστορίας που δημιουργεί ο Ισίδωρος Ζουργός. Θα γίνει ο φυσικός ορισμός που προηγείται του ραψωδού και θα αφηγηθεί μια ιστορία υποθετική, παράδοξη· θα απεικονίσει τον τελευταίο χρόνο πριν την καταστροφή της Τροίας, μέσα από τα μάτια ενός δούλου. Ενός ανθρώπου που κρίνει και απομυθοποιεί, εμπλέκεται στην εξέλιξη των γεγονότων και ερμηνεύει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν τον πόλεμο όσοι παίρνουν μέρος σε αυτόν.
Γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι του αφέντη του, του Οδυσσέα, Αποστασιοποιημένος από τη σκέψη των Αχαιών, τη σχέση τους με τους θεούς και την υποταγή τους στα καπρίτσια τους, όπως οι ίδιοι μεταφράζουν την ανθρώπινη πορεία τους, αποκαλύπτει μια διαφορετική πτυχή για τα όσα συνέβησαν στην Τροία αλλά και στη μετέπειτα περιπέτεια για την επιστροφή στην Ιθάκη.
Με διάθεση περιπαιχτική, αρκετές φορές ειρωνική, με την επίκτητη συμπεριφορά ενός ανθρώπου που δε δικαιούται οτιδήποτε από τα προνόμια ενός ελεύθερου ανθρώπου, ερμηνεύει τις συμπεριφορές, τον τρόπο σκέψης, τις αντιδράσεις ενός λαού, μακρυά από τον δικό του κόσμο των ιδεών. Περιγελά το κύδος, την τιμή και τη δόξα του πολεμιστή, και τη φέρνει στα πραγματικά της όρια, ως μια εφήμερη, παροντική πράξη που συντελείται την ώρα που διαπράττεται και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το κλέος, την υστεροφημία, την ηρωική πράξη που καταγράφεται στο μέλλον.
«Ακούγαμε πως, πριν αρχίσουν να ρίχνουν ο ένας στον άλλον τα δόρατα, έπιαναν ολόκληρη συζήτηση και επικαλούνταν τη βοήθεια των ίδιων θεών. Τι ήταν αυτό που τους χώριζε; Και ύστερα πάλι εκείνη η μανία με το κύδος, που άλλοτε το έλεγαν και κλέος. Αυτές τις λέξεις τις λάτρευαν πιο πολύ κι από τους θεούς.»
Ο Λύκαστος εκλογικεύει τον πόλεμο της Τροίας, όλα όσα οι πρωταγωνιστές των ομηρικών επών ερμηνεύουν σαν θεϊκές παρεμβάσεις. Παρόλα αυτά, γνωρίζοντας τη δύναμη που έχει η θεϊκή επέμβαση στις αποφάσεις και στις πράξεις των Αχαιών, γίνεται ο ίδιος ο «διαμεσολαβητής» μεταξύ θείου και βρωτού, θνητού, ώστε να περιχαρακώσει την αδύναμη θέση του.
«Έβαλα το χέρι μου στο κουτί εκείνης της Πανδώρας, που την αναφέρουν κάθε τρεις και λίγο, και είδα όλα τα είδωλα του κόσμου, και τα στρεβλά και τα συμμετρικά, να αντιφέγγουν όπως τα πρόσωπα στο νερό μιας ήσυχης λίμνης.»
Καταφέρνει να γίνει απαραίτητος στον Οδυσσέα και κινεί τα νήματα στις αποφάσεις και στον τρόπο συμπεριφοράς του αφέντη του. Καθόλη τη διάρκεια της αφήγησής του, γίνεται η άλλη εκδοχή του αφέντη του, το alter ego του Οδυσσέα. Ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται:
«Αν σήμερα ήταν επιτρεπτό να με ξαναβαφτίσουν, το όνομα που θα μου ταίριαζε θα ήταν η αράχνη που υφαίνει στο φως.»
Φέρνει στο φως την ανθρώπινη υπόσταση του γιου του Λαέρτη, τις αδυναμίες, τα πάθη, τις αμφιβολίες και τη μετάλλαξη που επιφέρει στην ανθρώπινη ψυχή ο πόλεμος, η βία, η επαφή με άνδρες που πολεμούν για λάφυρα, για δόξα, για το κέρδος.
«Τέτοιος ήταν ο γιος του Λαέρτη, ένας νερόμυλος που άλεθε όλες τις εικόνες, τους ήχους και τις μυρωδιές. Δεν είχε ανάπαυλα, όπως τα νερά του ποταμού, που δε σταματούν να κινούν τις μυλόπετρες.»
Η συγγραφική δεινότητα και η βαθιά ερμηνευτική δύναμη που δίνει στους χαρακτήρες των μυθιστορημάτων του ο Ισίδωρος Ζουργός δίνει στα χέρια του αναγνώστη ένα κείμενο απαράμιλλης ομορφιάς, με ήρωες απομυθοποιημένους ανθρώπους που φέρουν το βάρος προαιώνιων μηνυμάτων που προβληματίζουν και απασχολούν το παρελθόν, το παρόν και μάλλον και το μέλλον.
Τα Χάλκινα Κατώφλια είναι μια κραυγή για τα δεινά του πολέμου, την αποκτήνωση της ανθρώπινης προσωπικότητας, την άχρονη δυική σχέση υποτελούς και κυρίαρχου και τις προεκτάσεις που ανάγει στη μορφή που παίρνει αυτός ο άρρηκτος δεσμός. Παράλληλα, διατηρώντας αρκετούς από τους «ομηρικούς όρους» σε καίρια σημεία της αφήγησης, καταφέρνει να φέρει τον αναγνώστη σε άμεση επαφή με τον χρόνο και τον τόπο που λαμβάνει χώρα η ιστορία.
Το μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού είναι μια ζωντανή απόδειξη της εγγύτητας του παρελθόντος με το παρόν και με το επικείμενο αύριο. Έτσι κατοχυρώνει την άποψη πως ένα λογοτεχνικό έργο μπορεί να αναφέρεται στο χθες αλλά να έχει άμεση απήχηση στο τώρα. Τα μηνύματά του να έχουν «αειθαλή» σημασία και γόνιμη σύνδεση.
Σε αρκετές από τις περιγραφές της εκστρατείας της Τροίας έρχεται στον νου του αναγνώστη μια μεταγενέστερη εκστρατεία, η Μικρασιατική. Οι μαχόμενοι, εμπλεκόμενοι σε μια πολεμική επιχείρηση επίθεσης και όχι άμυνας, έρχονται αντιμέτωποι με τον νόστο, το άλγος του χτυπημένου ανθρώπου, μακριά από την οικογένεια, τον τόπο και την εστία του. Χωρίς σκοπό, με τίμημα την ίδια του την υπόσταση. Η πορεία από την Ιόππη στην Ιερουσαλήμ θυμίζει τις πορείες εκείνων που έψαχναν για έναν τόπο για πατρίδα. Η χώρα των Λωτοφάγων και η αμνησία του Οδυσσέα και των συντρόφων του έχει μια ερμηνεία πέρα από τη μυθική. Η θλίψη, η απόγνωση, η ανέστια περιπλάνηση προκαλεί μελαγχολία, άρνηση και παραίτηση.
Τα Χάλκινα κατώφλια συνδέονται με την εποχή που διαδραματίζονται τα γεγονότα, την εποχή του Χαλκού, την περίοδο εκείνη που ο πολιτισμός και ο κόσμος παίρνει μορφή ανάπλασης, μεταμόρφωσης. Η Μεσόγειος γίνεται κέντρο εμπορίου, όπως φαίνεται από το ταξίδι του Οδυσσέα στη Φοινίκη, τα όπλα αλλάζουν μορφή, οι πόλεις αποκτούν όψη μιας πιο δεμένης και πειθαρχημένης δομής. Η εξάπλωσης της εμπορικής δραστηριότητας φέρνει κοντά λαούς, ιδέες και διαφορετικούς τρόπους ερμηνείας του θείου και του ανθρώπου.
Η γειτνίαση των ιδεών, η αμφισβήτηση, η αναδημιουργία της νόησης φαίνονται καθαρά μέσα από την επαφή του Λύκαστου με τον Ιλκιά, του Εβραίου διερμηνέα που πορεύεται με τον Οδυσσέα μκαι τους συντρόφους του στη μακρινή πορεία προς την Ιερουσαλήμ. Οι ερωτοαπαντήσείς τους ανοίγουν με το φως του νεωτερισμού τους δρόμους προς το μέλλον και το καινούριο.
«Καθώς γερνάμε, η ξελογιάστρα μάσκα του κόσμου πέφτει, και τα πρόσωπα όλων μας είναι ίδια.
Γιατί αυτός που μ’ έπλασε μήπως δεν έπλασε κι εκείνους;
Ο ίδιος δεν μας εσχημάτισε στη μητρική κοιλιά;
Έτσι λένε οι δικές μας παραδόσεις, από την ίδια κοιλιά βγήκαμε, φίλε μου, οι ίδιοι δαίμονες μας κυνηγάνε. Ίσως τελικά να μην είναι και τόσο βαρετό που μοιάζουμε. Αυτή είναι η αλήθεια, κι εγώ σε ρωτάω: Μπορεί να είναι βαρετή η ίδια η αλήθεια;»
Τι είναι τελικά ο κόσμος, Ιλκιά; τον ρώτησα κάποια στιγμή.
«Ένας ναός είναι, Λύκαστε, και οι άνθρωποι είναι οι ιερείς που τον υπηρετούν.»
Το τελευταίο έργο του συγγραφέα είναι μια περιδίνηση, που στο στροβίλισμά της γίνεται το κάλεσμα του σημερινού κόσμου στον κόσμο των νεκρών· μια υπενθύμιση πως το παρελθόν είναι πάντα ζωντανό μέσα στο παρόν.
Στο τέλος της ιστορίας, ο ήρωας, ο Λύκαστος, βρίσκει την ελευθερία που πίστευε πως δεν του ανήκε ποτέ. Ο επίλογος είναι η κάθαρση, η λύτρωση, είναι όλα όσα ονειρεύεται ο κάθε άνθρωπος να αποκτήσει ώστε να πορευθεί στην ειρήνη και την πνευματικότητα. Η γη που τον γέννησε τον καλεί κοντά της, στις ρίζες, στην απαρχή και το τέλος. Αν και οι δρόμοι του Οδυσσέα και του Λύκαστου χωρίζονται σε κάποιο σημείο, στην πραγματικότητα η πορεία τους είναι ίδια, κοινή και άρρηκτη, όπως ακριβώς είναι οι σκέψεις του ανθρώπου με τον ίδιο του τον εαυτό.
«Στη δική μου θεογονία ο κόσμος είχε ξεκινήσει από μια γυναίκα και μέσα σ’ αυτή θα τελείωνε κάποτε, με πάταγο και ικεσίες συγγνώμης».
Για τον επίλογο των σκέψεων και όλων όσων προξενεί η ανάγνωση ενός τέτοιου μυθιστορήματος ταιριάζουν οι στίχοι του Τόμας. Έλλιοτ, από «Τα παλάτια των μάγων»
Ήταν η γέννηση τούτη, σκληρή, πικρή αγωνία σαν θάνατος.Σαν το
Δικό μας θάνατο
Γυρίσαμε στα παλάτια μας, σε τούτα τα βασίλεια, όχι πια
Βολεμένοι στα παλιά προνόμια. Έναν ξένο λαό που λάτρευε τα είδωλά του.
Θα προτιμούσα άλλον έναν τέτοιο θάνατο
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ