Η Αυλή των θαυμάτων, Ιάκωβος Καμπανέλλης
Θυμήθηκα όταν ήμασταν πολύ μικρά εγώ κι αδελφός μου και πηγαίναμε με τους γονείς μας στη γιαγιά -τη μαμά του πατέρα μου, ενενήντα εφτά χρονών σήμερα και με πιο καθαρό μυαλό από το δικό μου. Πάντα μάς είχε μακαρόνια με κοκκινιστό μοσχάρι και τριμμένο τυρί και μετά μας πήγαινε βόλτα στο ψιλικαντζίδικο πίσω από την Αγία Άννα, στου Ρέντη, να μας πάρει σοκολάτα. Μια Κυριακή, μας είπε πως θα πάμε βόλτα πιο μακριά. Περπατήσαμε πολύ, μέχρι που φτάσαμε σε ένα μέρος που δεν είχε σχέση με τις εργατικές πολυκατοικίες που ξέραμε ως σπίτι της γιαγιάς. Ο δρόμος ήταν με χώμα και είχε διάσπαρτα μικρά «χωριουδάκια» -έτσι τα είπα εγώ. Μικρά σπιτάκια με ελενίτ από πάνω, κολλημένα το ένα με το άλλο, μικρά και χαμηλά, στα περισσότερα χάσκανε τα παράθυρα και οι πόρτες, με μια αυλή στη μεση, με τσιμέντο ή κάτι τέτοιο -ακριβώς δεν ήξερα τι ήταν. Εκεί έμεναν όταν ήρθαν από το νησί τους, το 1958, με τον πατέρα της και τη μάνα της και τα δυο παιδιά της. Ρωτήσαμε αν έμεναν σε όλα τα σπιτάκια και μας έδειξε ένα μικρό και μας είπε πως έμεναν εκεί και στα άλλα έμεναν άλλοι καλοί άνθρωποι όλοι μαζί σαν φίλοι και οικογένεια. Καταλαβαίνεις πως όλες οι ιστορίες που μας έλεγε η γιαγιά από κει και πέρα έπρεπε να έχουν μέσα τους το μικρό σπίτι στην αυλή.
Ίσως να πιστέψεις πως είμαι λίγο επιτηδευμένη λάτρης του παρελθόντος, αλλά δεν είμαι. Αγαπώ πολύ ό, τι σύγχρονο με έχει βοηθήσει στη ζωή μου και μου την έχει διευκολύνει, μόνο που όσοι κοντεύουμε τα πενήντα, μεγαλώσαμε με άλλες εικόνες στο μυαλό και ζήσαμε ένα πριν όμορφο, και ένα μετά που έπρεπε να το κάνουμε όμορφο ελέγχοντάς το προσεχτικά. Κι αφού δεν είμαι στην ηλικία που να τα ξεχνάω όλα, θυμάμαι με αγάπη όσα με έκαναν αυτό που είμαιι σήμερα.
Κρατάω στα χέρια μου ένα παλιό βιβλίο -τι άλλο;- και η ημερομηνία που γράφω στην πρώτη σελίδα είναι 27/05/1994. Είναι από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ. Έχει τρία μέρη, μα εγώ θα σου γράψω λίγες λέξεις για ένα από αυτά.
Στη δεκαετία του 50΄ σε μια αυλή στον Βύρωνα, με μικρά σπιτάκια που στεγάζουν οικογένειες και ανθρώπους μόνους, λαμβάνουν χώρα όλες οι ιστορίες ανθρώπων που αποτελούν την Ιστορία και το κοινωνικό αποτύπωμα μιας Ελλάδας που έχει φύγει από τον πόλεμο και τον εμφύλιο και προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της όπως μπορεί καλύτερα, Με όνειρα και ελπίδες -που ίσως δεν πραγματοποιηθούν ποτέ- με ιστορίες μοναδικές, αντιθέσεις και συγκρούσεις καθημερινές που μπλέκουν όλες μαζί στον «μύλο» της μικρής αυλής. Ο πρόσφυγας Ιορδάνης, ονειρεύεται να ριζώσει σε έναν τόπο, η γριά Ανετώ ζει το δικό της δράμα. Ο Μπάμπης και η Βούλα, ένα ζευγάρι γνήσια ελληνικό. Η Όλια, Ρωσίδα στην καταγωγή, διαφορετική κι απόμακρη, παντρεμένη με τον Στέλιο που δεν αντέχει την αποτυχημένη ζωή του, αλλά και τόσα άλλα πρόσωπα. Οι ζωές τους κοινές και τόσο ξένες ενώνονται, όταν πρέπει να ξεσπιτωθούν για άλλη μια φορά, όταν η αυλή τους «δίδεται δια αντιπαροχήν» και για άλλη μια φορά πρέπει να κινήσουν για αλλού. Σου γράφω για την Αυλή των θαυμάτων, του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Ένα σπουδαίο έργο, που οι παραστάσεις του ακόμα είναι αγαπητές και αποτελούν σημείο αναφοράς για κάθε θεατρόφιλο. Μα ακόμα κι αν το διαβάσεις, θα ανακαλύψεις πολλές αλήθειες για τον σύγχρονο κόσμο, αυτόν που ζούμε σήμερα. Άλλωστε, αρκετοί από τους ανθρώπους που ζούσαν στις «Αυλές των Θαυμάτων» είναι παππούδες και γιαγιάδες μας.
Η Αυλή των Θαυμάτων είναιι ένα κατ΄ εξοχήν ελληνικό έργο με όλη τη σημασία της λέξης. Δεν αποτελεί δείγμα μιας ξενόφερτης θεατρικής δομής. Αποτελεί ίσως το πρότυπο του ελληνικού θεατρικού δρώμενου. Δεν είναι ένα έργο με ηθογραφική θεματολογία -θα ήταν δύσκολο να αναλυθεί ο καθένας ήρωας του ξεχωριστά. Εμβαθύνει όμως στη ελληνική ψυχή. Καταγράφει την εικόνα της Ελλάδας, αλλά και του χαρακτήρα του Έλληνα. Το συμπέρασμα στη δική μας εποχή είναι πως, αν και πέρασε σε μια σύγχρονη μορφή κοινωνίας, η μικρή αυλή υπάρχει πάντα μέσα της. Κάποιος μπορεί να καταλάβει πολύ εύκολα πως ο Ιάκωβος Καμπανέλλης κατάφερε να αποτυπώσει όλη την πραγματικότητα της ελληνικής καθημερινότητας στην εποχή που διαδραματίζεται το έργο, σε μια αυλή που δεν είναι αληθοφανής, αλλά πραγματική.
Αν και έχουν περάσει πάνω από εξήντα χρόνια από τότε που γράφτηκε, κρατάει ακόμα την επίκαιρη μορφή του, μιας και αποτελεί μια σταθερή περιγραφή της αστάθειας που κατατρέχει τον Έλληνα. Η αυλή του Καμπανέλλη συντηρεί φτωχολογιά κι αγώνα για μεροκάματο, και κομπίνα και φιλότιμο και κουτσομπολιό και καλή καρδιά και μικρότητες κι αλληλεγγύη και πείσμα για επιβίωση κι αγάπες και πάθη κι αθλιότητες. Αυτά είναι τα «θαύματα» της αυλής, αυτά τα υλικά έπλασαν τους ήρωές της. Αυτά συνεχίζουν να ανακυκλώνονται και σήμερα, όχι σε μια αυλή καθαρή και φρεσκο-ασβεστωμένη, αλλά στις πολυκατοικίες που φτιάχτηκαν με αντιπαροχή πάνω σε όλες τις μικρές αυλές που γκρεμίστηκαν.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
ΓΙΑΝΝΗΣ: Δε με νοιάζει η στολή…ποτέ δε χώνεψα τις στολές… Εκείνο που με νοιάζει είναι άμα τελειώσω τη σχολή να διοριστώ Λιμενάρχης σε κανένα νησάκι…Να πάρω μαζί μου τον γέρο και τη γριά…Εκεί είναι φτηνή η ζωή…Μπορεί κανείς να αγοράσει όσο όσο μια δυο κάμαρες, να τους βάλω μέσα και να τους πω «δικές σας είναι»…Θα μπορεί ο γέρος να πηγαίνει για ψάρεμα, για κανένα χταπόδι…Είναι μερακλής άνθρωπος ο γέρος και δε χάρηκε ποτέ του τίποτα…Όλο κυνηγημένος έζησε…κυνηγημένος.
Το παρελθόν είναι όλη η αλήθεια στην οποία γεννηθήκαμε. Το σήμερα είναι ο τρόπος που μεγαλώνουμε. Που εμπεδώνουμε και φιλτράρουμε το χθες. Γι΄ αυτό συνεχίζω πάντα να ανακαλώ στη μνήμη μου το πριν. Είναι το κυτταρικό αποτύπωμα του μυαλού μου.
Στις 2 Δεκεμβρίου του 1920 γεννιέται στη Νάξο ο Ιάκωβος Καμπανέλλης