Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, Λούις Κάρολ Book on site
Τι μπορεί να κρύβει ένα παραμύθι στην ιστορία του; Αυτές οι φανταστικές, χαριτωμένες ιστορίες αντλούν εικόνες και χαρακτήρες, ήρωες και τα παθήματά τους από τον κόσμο που περιβάλλει τον συγγραφέα, τον τρόπο που βλέπει την πραγματικότητα, την αντίληψη που έχει αποκτήσει και τα βιώματά του. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα παλιά και διάσημα παραμύθια που αγαπήθηκαν και διαβάστηκαν από εκατομμύρια μικρά παιδιά κρύβουν στις όμορφες, εκ πρώτης όψεως, εικόνες, αλλά και στην υπόθεσή τους, κάτι σκοτεινό, ένα μήνυμα που απευθύνεται στην ενήλικη ζωή, έναν συμβολισμό, μια κρυμμένη αλήθεια.
Όταν ήμουν μικρό παιδί, δεν μπόρεσα ποτέ να διαβάσω την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων. Δύο φορές έτυχε να μου το κάνουν δώρο, αλλά ποτέ δεν είχα καταφέρει να το ολοκληρώσω. Πολλά χρόνια αργότερα, στην ενήλικη ζωή μου, διάβασα αυτό το παράδοξο παραμύθι και κατάλαβα γιατί δεν κατάφερα να το διαβάσω ποτέ όσο ήμουν
Η Αλίκη είναι ένα μικρό κορίτσι της βικτωριανής εποχής, που διαβάζει ένα βιβλίο στο κήπο του σπιτιού της, μαζί με την αδελφή της, αλλά βαριέται πολύ. Βλέπει έναν λαγό να φωνάζει και να τρέχει προς μια λαγότρυπα. Η Αλίκη, παρασυρμένη από την περιέργειά της τον ακολουθεί και κάνει ένα ταξίδι σε έναν κόσμο παράδοξο, δύσκολα κατανοητό και γεμάτο συμβολισμούς και δοκιμασίες που πρέπει να λύσει το μικρό κορίτσι από τη στιγμή που θα περάσει την πόρτα που ανοίγει μέσα στη λαγότρυπα.
Ο Λούις Κάρολ, ο συγγραφέας του διάσημου αυτού παραμυθιού είναι ο Τσαρλς Λάτουιτζ Ντότζσον που άλλαξε το όνομά του και παρέμεινε γνωστός με το όνομα που τον γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. Ήταν μαθηματικός στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης -εταίρος η ονομασία εκείνα τα χρόνια, το 1885- και η ζωή του στην παιδική μορφή του δεν ήταν και η πιο καλή. Στα μαθητικά του χρόνια υπέστη πολύ άσχημη μεταχείριση και πολλές αρρώστιες, με αποτέλεσμα να χάσει την ακοή τουΓια να μπορέσει να διατηρήσει τη θέση του στο πανεπιστήμιο, σύμφωνα με τους νόμους της εποχής, έπρεπε να παραμείνει άγαμος, έτσι το 1861, χειροτονήθηκε διάκονος της Αγγλικανικής εκκλησίας -κάτι που ήταν κοινό για όλους τους καθηγητές της Οξφόρδης. Αν ήθελε να παντρευτεί, θα έπρεπε να συνεχίσει την ιερατική του καριέρα, πράγμα που ο Κάρολ δεν έκανε ποτέ και έμεινε ανύπαντρος. από το ένα αφτί. Είχε ένα είδος βραδυγλωσίας και αγαπούσε τους γρίφους -κάτι που φαίνεται και στο παιδικό του μυθιστόρημα.
Η Αλίκη στη Χώρα των θαυμάτων ήταν μια ιστορία που σκάρωσε για ένα μικρό κορίτσι, την Αλίκη Λίντελ, αφού για μεγάλο χρονικό διάστημα διασκέδαζε τις τρεις κόρες του κοσμήτορα του κολλεγίου.
Το παράδοξο και σκοτεινό παραμύθι, η Αλίκη στη Χώρα των θαυμάτων, κρύβει πολλούς συμβολισμούς που αφορούν στην παιδική ηλικία στη βικτωριανή εποχή, καθώς και τον τρόπο μετάβασης ενός παιδιού στην ενήλικη ζωή. Η Αλίκη του παραμυθιού έρχεται αντιμέτωπη με πολλές δοκιμασίες που δεν μπορεί να κατανοήσει η παιδική της αθωότητα, αλλά συνεχίζει να παίρνει μέρος σε όλες και να ανακαλύπτει νέους κόσμους και ιστορίες που κρύβονται πίσω από μικρές ή μεγάλες πόρτες. Άλλοτε γίνεται μικροσκοπική και βλέπει με δέος τις μεγάλες φιγούρες και ήρωες του κόσμου που γνωρίζει, άλλοτε θεόρατη και δεν καταφέρνει να χωρέσει στην καινούρια ιστορία που την κατευθύνει ο λαγός, ο τρελοκαπελάς.
Οι πολυάριθμοι γρίφοι που καλείται να λύσει το μικρό κορίτσι, τις περισσότερες φορές με δυσκολία και όχι πρόθυμα, είναι ένας από τους κεντρικούς συμβολισμούς του έργου. Η ανακάλυψη της ταυτότητάς της μέσα σε μια κοινωνία ενηλίκων. Οι παράδοξες και περίεργες στα παιδικά της μάτια ιστορίες που ανακαλύπτει έχουν στην ουσία τους όλο το αυστηρό και άτεγκτο περιβάλλον της εποχής που γράφεται το έργο. Οι ήρωες της λαγότρυπας αντιμετωπίζονται από τον Κάρολ με μια λεπτή αίσθηση ειρωνείας και επικριτικής διάθεσης, στέλνοντας το, μήνυμα της αποδοκιμασίας του για τα κοινωνικά πρότυπα και τους νόμους της εποχής. Ο τρόπος που καλείται να προσαρμοστεί η Αλίκη σε ό, τι καινούριο ανακαλύπτει είναι ουσιαστικά η δύσκολη διαδικασία της ενηλικίωσης ενός παιδιού, μέσα από τις παράλογες απαιτήσεις των μεγάλων. Στον κόσμο που περιηγείται η Αλίκη μπορούν να συμβούν τα πάντα και εκείνη να τα δεχτεί για να καταφέρει να ζήσει και να γίνει αποδεκτή.
Η σπουδαία φράση «Είμαστε οι άλλοι» κρύβει όλη την ουσία για την ενήλικη ζωή. Αυτό που είμαστε, είναι ο τρόπος που μας βλέπουν οι άλλοι. Ο τρόπος που οι άλλοι θέλουν από μας να αντιμετωπίζουμε τις καταστάσεις. Δεν είμαστε ελεύθεροι να γίνουμε αυτό που θέλουμε. Η Αλίκη με τη βουτιά στη φωλιά του λαγού, κάνει μια βουτιά στο ασυνείδητο. Κατά τη πτώση της συναντά βιβλία, γεύσεις, μυρωδιές που πιθανόν είχε γνωρίσει. Και με αυτά τα όπλα προσγειώνεται σε έναν κόσμο που στο όνειρό της συμβολίζει τον παράλογο κόσμο των μεγάλων. Εκείνων των συμβιβασμένων, που κατασκεύασαν μια παράλογη κοινωνική πραγματικότητα από την οποία δεν μπορούν να ξεφύγουν. Μια κοινωνική πραγματικότητα που θεωρούν φυσιολογική, και κάθε τι ξένο σε αυτή το περιθωριοποιούν.
Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων κρύβει μια σκληρή κριτική απέναντι σε έναν κόσμο που δεν μπορεί να δεχτεί το διαφορετικό. Για το κοινωνικό σύστημα είναι πολύ πιο εύκολο να παράγει ανθρώπους που τους καθορίζουν οι νόμοι που είναι κοινοί για ΄όλους και δε δίνει τη δυνατότητα της προσωπικής εξέλιξης και διαφοροποίησης των παιδιών που ενηλικιώνονται. Τα δύσκολα βιώματα του Κάρολ περνούν μέσα από μια ιστορία ευφάνταστη, δίνοντας το αληθινό νόημα της υπόστασης του κοινωνικού όντος σε συστημική δομή.
Δεν ξέρω πόσο εύκολο είναι να διαβαστεί και να κατανοηθεί ένα τέτοιο ‘‘παραμύθι’’ από μικρά παιδιά. ΄Όπως και να ΄χει, Η Αλίκη στ Χώρα των Θαυμάτων έχει αγαπηθεί από εκατομμύρια μικρούς αναγνώστες, αλλά και ενήλικους.
Στις 26 Νοεμβρίου του 1862 ο Τσαρλς Λούντβιγκ Ντόντσον, γνωστός με το ψευδώνυμο Λιούις Κάρολ, στέλνει ως δώρο Χριστουγέννων στη 10χρονη Άλις Λίντελ ένα χειρόγραφό του με τον τίτλο «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», ένα από τα διασημότερα παραμύθια του κόσμου.
ην άλλη στιγμή εμφανίστηκε ολόκληρο το κεφάλι και τότε η Αλίκη άφησε κάτω το φλαμίνγκο της, θέλοντας να μιλήσει για το παιχνίδι, πολύ ευχαριστημένη που είχε κάποιον να την ακούει. Ο Γάτος να σκέφτεται πως αρκετά μέρη από το σώμα του ήταν τώρα ορατά κι έτσι τίποτα άλλο δεν εμφανίστηκε πια.
«Νομίζω πως δεν παίζουν καθόλου τίμια», άρχισε η Αλίκη, σε μάλλον παραπονιάρικο τόνο, « κι όλοι μαλώνουν τόσο τρομερά, που κανείς δεν μπορεί ν’ ακουστεί… Και δεν φαίνεται να έχουν κανένα ιδιαίτερο κανόνα στο παιχνίδι – ή, αν υπάρχουν κανόνες, κανένας δεν τους προσέχει… Και δεν μπορείς να φανταστείς τι κομφούζιο γίνεται με το να είναι όλα τα σύνεργα του παιχνιδιού ζωντανά! Για παράδειγμα, η αψίδα από την οποία πρέπει να περάσω τον σκαντζόχοιρό μου κάνει τώρα βόλτες στην άλλη άκρη του γηπέδου. Τώρα θα έπρεπε να έχω χτυπήσει τον σκαντζόχοιρο της Βασίλισσας, αλλά αυτός το έσκασε!».